Στην πραγματικότητα ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ πέρασαν τις πρώτες πραγματικά καλές διακοπές μετά από αρκετά χρόνια. Αυτό φαίνεται ακόμη και στις αναρτήσεις των στελεχών τους στα κοινωνικά δίκτυα.

Από τη μεριά της, η ΝΔ είχε μια μεγάλη εκλογική επιτυχία τον περασμένο Ιούλιο αποφεύγοντας την εμπλοκή σε κυβερνήσεις συνεργασίας και πετυχαίνοντας μια ασφαλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μπόρεσε να κερδίσει τη μάχη των συμβολισμών ως προς τα πρώτα νομοσχέδια που ήταν εμφανώς σχεδιασμένα ώστε να δώσουν την εικόνα ότι μπαίνει εξαρχής στη διακυβέρνηση με «ανεβασμένες στροφές». Παράλληλα, κατάφερε να διαχειριστεί αποτελεσματικά μέχρι τώρα τις καλοκαιρινές δασικές πυρκαγιές και να μην έχει μεγάλο κόστος από παραπατήματα όπως η μεγάλη καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του προβλήματος με την ακτοπλοΐα στη Σαμοθράκη. Οι υπουργοί της κινούνται προσεκτικά και μέχρι τώρα δεν έχουν υπάρξει μεγάλες επικοινωνιακές κακοτοπιές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε στην πραγματικότητα το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα που μπορούσε να έχει στις εκλογές του Ιουλίου, κατοχυρώθηκε ως η κυρίαρχη δύναμη στο χώρο της Κεντροαριστεράς, εξασφάλισε ότι δεν απειλείται σε αυτή τη θέση ούτε από τα δεξιά ούτε από τα αριστερά και δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει πρόβλημα ηγεσίας ή συνοχής στο επόμενο διάστημα.

Όμως, μαζί με τις διακοπές τελειώνει η περίοδος της χαλάρωσης και τα δύο κόμματα. Από διαφορετικές αφετηρίες έχουν και τα δύο ανοιχτά μέτωπα.

 

ΝΔ: τώρα αρχίζουν τα δύσκολα

Για τη Νέα Δημοκρατία τα πράγματα είναι απλά και ταυτόχρονα δύσκολα. Μέχρι τώρα κινήθηκε με ένα σχεδιασμένο εκ των προτέρων πλαίσιο παρεμβάσεων, ήπιων ως προς τη θεσμική διάστασή τους, πλήρως ευθυγραμμισμένο με τον προεκλογικό τόνο και με σαφή στόχευση να δοθεί εξαρχής ο τόνος ότι είναι κυβέρνηση με βηματισμό και σχέδιο.

Αυτό αφορά τις παρεμβάσεις για το επιτελικό κράτος, τις «εμβληματικές» αλλαγές στο άσυλο, τις αλλαγές στις «χρυσές συντάξεις» ή τα εργασιακά και την επιτάχυνση των πρώτων αλλαγών σε σχέση με τη φορολογία.

Όλα αυτά εκτός των άλλων αποτελούν και απόπειρες να ενισχυθεί το πολιτικό κεφάλαιο της νέας κυβέρνησης ώστε να έχει πολιτικές και επικοινωνιακές εφεδρείες όταν έρθει η ώρα της λήψης αποφάσεων με μεγαλύτερο κόστος ή και αντιδράσεις.

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά την οικονομική πολιτική. Μέχρι τώρα η κυβέρνηση δεν έχει βρει ευήκοα ώτα στην Ευρώπη για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, που είναι αναγκαία συνθήκη για να μπορέσει να δρομολογήσει τον κύριο όγκο των φοροελαφρύνσεων και των άλλων σημαντικών οικονομικών παρεμβάσεων που έχει στο πρόγραμμά της.

Όλα δείχνουν ότι σε πρώτη φάση η ύπαρξη θετικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων στο πρώτο εξάμηνο του 2019, μαζί με το θετικό κλίμα όπως και την απαραίτητη αύξηση των εσόδων του δημοσίου που φέρνει το ξεκίνημα του ετήσιου κύκλου των φορολογικών υποχρεώσεων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, κάνουν σαφές ότι δεν θα υπάρξει φέτος κάποιο πρόβλημα για την επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% ενώ το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το 2020.

Με τους Ευρωπαίους να θεωρούν λίγο πολύ δεδομένο ότι δεν αλλάζει κάτι πριν το τέλος του 2020 δεν είναι τυχαίο ότι ήδη ρητά ή σιωπηρά διάφορα μέτρα μεταφέρονται σε χρόνο για μετά το 2020.

Όμως, όλα αυτά θα καθοριστούν και από τις τάσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Όλα δείχνουν ότι μέσα στο 2020 είναι πιθανό αν όχι το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας, σημαντικοί κόμβοι και κυρίως οι βασικές χώρες της ΕΕ να βρεθούν σε ύφεση. Αυτό εκ των πραγμάτων θα περιορίσει και την αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, τις εξαγωγικές επιδόσεις και τον τουρισμό (που ήδη εμφάνισε σχετική κάμψη φέτος), ενώ θα αποτελέσει και δημοσιονομική πίεση.

Απέναντι σε αυτό το τοπίο είναι προφανές ότι η κυβέρνηση θα χρειαστεί πολύ περισσότερα από το απλό «ξεμπλοκάρισμα» επενδύσεων όπως αυτή του Ελληνικού για να μπορέσει να πετύχει τους υψηλούς στόχους που έχει θέσει.

Και αυτό δίνει ιδιαίτερη σημασία και στο εάν θα μπορέσει να μην προσθέσει απλώς έναν ακόμη «αναπτυξιακό νόμο» αλλά να μπορέσει να δώσει πραγματική υποστήριξη σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση καλείται να δει τι θα κάνει με τα εργασιακά και τα ασφαλιστικά. Μπορεί προεκλογικά η ΝΔ αλλά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης να έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα μισθωτά στρώματα (πέραν της επικέντρωσης στη «μεσαία τάξη»), όμως μένει να δούμε τι θα κάνει με θέματα όπως ο κατώτατος μισθός και οι συντάξεις. Ειδικά σε σχέση με το ασφαλιστικό μπορεί να έχουν δρομολογηθεί τα βήματα για μειώσεις στις εισφορές, όπως και η επιτάχυνση της διαδικασία απονομής συντάξεων (για να μην υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός «προσωρινών»), όμως μένει να δούμε πόσο αποδεκτά θα γίνουν τα σχέδια για τις αλλαγές στις επικουρικές, ιδίως όταν η πλειοψηφία των ασφαλισμένων κυρίως θέλει να δει καλύτερες συντάξεις και παροχές από το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα και πολύ λιγότερο προσανατολίζεται προς την ιδιωτική ασφάλιση.

Αντίστοιχα, στην εκπαίδευση η κυβέρνηση ετοιμάζεται να φέρει σημαντικές αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Μένει να δούμε πώς θα σταθεί απέναντι σε αντιδράσεις των φοιτητών, ιδίως με δεδομένο ότι φάνηκε ότι προκάλεσε αντιδράσεις και η κατάργηση του ασύλου. Πάντως η ιστορία δείχνει ότι παραδοσιακά οι κυβερνήσεις της ΝΔ συναντούσαν μαζικές αντιδράσεις στους φοιτητικούς χώρους.

Σε ό,τι αφορά τα βήματα για την καλύτερη αστυνόμευση, η κυβέρνηση θα έχει να αναμετρηθεί με δύο κρίσιμα ζητήματα: τον κίνδυνο τυχόν υπερβολική «επίδειξη δύναμης» στα Εξάρχεια ή τους πανεπιστημιακούς χώρους να έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα και βέβαια το γεγονός ότι τα περισσότερα προβλήματα ασφάλειας δεν αφορούν ούτε τα Εξάρχεια ούτε τα πανεπιστήμια.

Στο ίδιο πλαίσιο και τα ζητήματα με τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα. Όσο και εάν επικοινωνιακά η κυβέρνηση επενδύει στις θέσεις που έχει πάρει για την αυστηροποίηση διαφόρων ρυθμίσεων, υπάρχει το πρόβλημα μήπως αυτή τελικά είτε συγκρουστεί με το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» αλλά και το ενδεχόμενο να καταστούν στην πράξη ανενεργές.

Και βέβαια όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση θα δοκιμαστεί και στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία δείχνει ότι παρά τα ανοιχτά μέτωπα που έχει στη Συρία, θα επιμείνει στις «προβολές ισχύος» στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στην προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων για τις εξορύξεις. Πέραν της συνεχιζόμενης παρουσίας στην κυπριακή ΑΟΖ θεωρείται πολύ πιθανό ότι μέσα στο φθινόπωρο θα θελήσει να δοκιμάσει τις ελληνικές αντιδράσεις δοκιμάζοντας σεισμικές έρευνες εντός των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Ταυτόχρονα, μπορεί να ανακοινώθηκε η αναβάθμιση ακόμη περισσότερο της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων και αυξημένων διευκολύνσεων προς τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, όμως ο τρόπος που η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση απαιτεί υποχρεωτική συμμόρφωση ακόμη και με τις μονομερείς επιλογές της δεν κάνει εύκολα τα πράγματα. Ενδεικτική από αυτή την άποψη η πίεση γύρω από το ιρανικό τάνκερ.

Σε όλα αυτά ας προστεθούν και μερικά σημεία ακόμη. Η κυβέρνηση έχει μπροστά της, τη συνταγματική αναθεώρηση, την αλλαγή του εκλογικού νόμου (συμπεριλαμβανομένης της ψήφου των αποδήμων) αλλά και την ίδια την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Παρότι έχει ευνοϊκούς σχετικά εκλογικούς συσχετισμούς (π.χ. για την αλλαγή του τρόπου εκλογής του ΠτΔ ώστε να αποσυνδεθεί από το ενδεχόμενο νέων εκλογών), εντούτοις το εάν θα πετύχει ευρύτερες συναινέσεις σε αυτά τα ζητήματα παραμένει ανοιχτή πρόκληση.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το δίλημμα ανάμεσα στην ανασυγκρότηση και τον μετασχηματισμό

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα βρεθεί αντιμέτωπο με την πρόκληση να διαμορφώσει πολιτική και οργανωτική φυσιογνωμία για να μπορέσει να διεκδικήσει ξανά την εξουσία.

Αυτό αφορά και ανοιχτά ερωτήματα και αντιπαραθέσεις για την αντιπολιτευτική τακτική, το εάν δηλαδή θα πρέπει να δοθεί έμφαση στα κοινωνικά κινήματα και της ανοιχτές κοινωνικές συγκρούσεις με τη νέα κυβέρνηση «στο δρόμο» ή εάν θα πρέπει να προκριθεί το μοντέλο της «υπεύθυνης αντιπολίτευσης» με έμφαση στις ολοκληρωμένες τοποθετήσεις μέσα στη Βουλή.

Όλα αυτά απαιτούν και το ξεπέρασμα ενός εμφανούς μουδιάσματος που υπάρχει τώρα και αποτυπώνεται και στην αντιπολιτευτική αμηχανία ενός κόμματος που δείχνει ότι επιδιώξει ταυτόχρονα  να συγκρουστεί μετωπικά με τη «μνημονιακή» Νέα Δημοκρατία και ταυτόχρονα να υπερασπιστεί το έργο της κυβέρνησης Τσίπρα, που όμως στον πυρήνα του αφορούσε την εφαρμογή του Γ΄ Μνημονίου.

Στο ίδιο πλαίσιο και η επιστροφή στην κομματική πολιτική δουλειά ενός στελεχιακού δυναμικού που το προηγούμενο διάστημα κυρίως είχε μεταφερθεί στο κράτος.

Όμως, η πιο μεγάλη πρόκληση αφορά την ίδια τη φυσιογνωμία και την ενεργή σύγκρουση που υπάρχει ήδη ανάμεσα στην πρόταση της ηγετικής ομάδας γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ για μετασχηματισμό σε ένα πλατύ κόμμα ικανό να υποδεχθεί και όλες τις «δανεικές ψήφους» που προέρχονται από την ευρύτερη κεντροαριστερά, με υιοθέτηση και πιο χαλαρών οργανωτικών μορφών ένταξης (π.χ. εκλογή προέδρου από τη βάση) και την επιμονή άλλων τάσεων ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να χάσει την αριστερή του φυσιογνωμία, ότι τα πολιτικά ανοίγματα πρέπει να γίνουν με δεδομένη αυτή τη φυσιογνωμία και ότι το οργανωτικό μοντέλο πρέπει να παραμείνει αυτό του ενεργού μέλους που συμμετέχει σε διαδικασίες και όχι αυτό του «διαδικτυακού οπαδού».

Σε αυτές τις προκλήσεις προστίθεται και πρόβλημα που πάντοτε ταλάνιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ όπως είναι η σχετικά μικρή παρουσία στο συνδικαλιστικό κίνημα, της ΓΣΕΕ κυρίως γιατί στην ΑΔΕΔΥ τα πράγματα είναι καλύτερα, η μικρή αυτοδιοικητική παρουσία και ο μικρός αριθμός αιρετών τοπικών αρχόντων, όπως και η εξαιρετικά χαμηλή οργανωτική παρουσία στη νεολαία (παρότι παραμένει μια καλή δημογραφική κατηγορία για τον ΣΥΡΙΖΑ).

Και βέβαια όλα αυτά αναμένεται να αποτυπωθούν και σε συνεχιζόμενες ταλαντεύσεις πάνω στον τόνο της αντιπολιτευτικής τακτικής, ιδίως από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα θέλει να παραχωρεί πολιτικό χώρο και χρόνο στην κυβέρνηση αλλά και η τελευταία θα τον φέρνει αντιμέτωπο με τα πραγματικά πεπραγμένα του στη διακυβέρνηση.