Κανονικά κάπου τώρα θα έπρεπε να είναι «στο κόκκινο» η αντιπαράθεση των κομμάτων λίγες εβδομάδες πριν τις εθνικές εκλογές, τις πρώτες μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια. Κι όμως σχεδόν τίποτα δεν θυμίζει μια έντονη προεκλογική εκστρατεία, εκτός ίσως από τον βομβαρδισμό των timeline στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από χορηγούμενες δημοσιεύσεις των υποψηφίων πολιτικών και τα μαζικά μηνύματα sms για την ανάγκη τουλάχιστον ένας σταυρός να πάει στον συγκεκριμένο υποψήφιο.

Παρότι μια σημειολογία του τρόπου που κινούνται οι υποψήφιοι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον και ίσως να συνέβαλε σε μια σύγχρονη εθνογραφία των εκλογικών πρακτικών, το ερώτημα σε σχέση με τα κεντρικά πολιτικά ερωτήματα.

 

Τα κόμματα εξάντλησαν τα οπλοστάσιά τους στις ευρωεκλογές

Μία πρώτη αιτία για αυτή την εικόνα μιας υποτονικής προεκλογικής εκστρατείας έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα κόμματα χρησιμοποίησαν τα περισσότερα βέλη στη φαρέτρα τους στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις ευρωεκλογές.

Αυτό αφορά και τον ΣΥΡΙΖΑ που δοκίμασε και να νομοθετήσει μέτρα και πριν και μετά τις εκλογές (μη μείωση του αφορολόγητου), αλλά και να παρουσιάσει τον κύριο όγκο των προτάσεων του από νωρίς.

Αφορά και τη ΝΔ που ούτως ή άλλως είχε επιλέξει να μην κάνει άλλες υποσχέσεις πέραν αυτών που αφορούν την προσπάθεια φορολογικής ελάφρυνσης και απλούστευσης διαδικασιών για τη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας.

Επιπλέον και στο επίπεδο της πολεμικής και της αντιπαράθεσης ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είχαν ούτως ή άλλως ξεδιπλώσει τα ανταγωνιστικά τους αφηγήματα για το τι συνέβη από το 2015 και μετά ήδη από τις ευρωεκλογές, εφόσον είχε φανεί εξαρχής η επιλογή και των δύο να μπουν στην μάχη των ευρωεκλογών με όλη την κεντρική επιχειρηματολογία τους.

Όμως, αυτή η επιλογή έχει φέρει τώρα το σύνολο των κομμάτων να μην έχουν στην πραγματικότητα «φρέσκο» προεκλογικό αφήγημα για τις εθνικές εκλογές.

Αυτό γίνεται πιο έντονο και από το ίδιο το βάρος των αποτελεσμάτων. Η ΝΔ μπήκε στη μάχη των εκλογών με τον αέρα του νικητή που της έδωσε το εντυπωσιακό προβάδισμα των ευρωεκλογών και κυρίως προσπαθεί να μην χάσει όσους ψηφοφόρους ήδη κέρδισε, να απαντήσει σε επιθέσεις και να πάει με το μικρότερο κόστος μέχρι τις εκλογές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη πήγε στις ευρωεκλογές έχοντας λανθασμένη εκτίμηση ότι ήταν σε ανοδική δυναμική και θα μπορούσε να τις μετατρέψει σε ντέρμπι. Το μέγεθος της διαφοράς ήταν κάπως αποκαρδιωτικό και αποδιαρθρωτικό ως προς τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ που έκτοτε προσπαθεί κυρίως να υπενθυμίσει ξανά το έργο της περασμένης τετραετίας και να διαμορφώσει ένα κλίμα ανασφάλειας για μια πιθανή κυβέρνηση της ΝΔ.

 

Προεκλογική εκστρατεία «με σίγουρα βήματα»

Το βασικό χαρακτηριστικό της εκλογικής στρατηγικής των δύο κομμάτων είναι η προσπάθεια να πάνε με ένα «σίγουρο βηματισμό» και να αποφύγουν τα λάθη που θα μπορούσαν να έχουν κόστος.

Αυτό φαίνεται κυρίως στην προεκλογική εκστρατεία της ΝΔ. Τα θετικά μηνύματα περιορίζονται στα σε σίγουρα και δοκιμασμένα ως προς την απήχηση θέματα, δηλαδή τις μειώσεις της φορολογίας, την ασφάλεια και τα νομοσχέδια που θα απλουστεύουν κάποιες διαδικασίες.

Τα αρνητικά μηνύματα πάλι περιορίζονται σε μια γενική κριτική απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ που πλέον αντιμετωπίζεται ως μια κυβέρνηση σε αποδρομή με προσπάθεια αποφυγής των μεγάλων αντιπαραθέσεων.

Κύρια έγνοια της ΝΔ είναι να απαντήσει στη «στρατηγική του φόβου» που δοκιμάζει ο ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε σχέση με κρίσιμες κοινωνικές κατηγορίες, όπως τους δημοσίους υπαλλήλους αλλά και τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο η γραμμή είναι ότι δεν θα γίνουν απολύσεις δημοσίων και ότι πάγια θέση της ΝΔ είναι ότι πρέπει να τηρείται η εργατική νομοθεσία.

Από τη μεριά του ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει και πάλι να απαριθμήσει τα επιτεύγματά του και να ορίσει τους κινδύνους από τυχόν επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία.

Μόνο που είναι ένα στυλ προεκλογικής εκστρατείας που το έχει ήδη δοκιμάσει και δεν είχε σε πρώτη φάση τα αποτελέσματα που ανέμεναν, την ίδια ώρα που ο κομματικός μηχανισμός – που σε μεγάλο βαθμό είχε περάσει στο κράτος – δεν είναι ακριβώς σε πλήρη λειτουργία

Τα όρια των επικοινωνιακών χειρισμών

Η κυβέρνηση προσπάθησε να κερδίσει μερικούς επικοινωνιακούς πόντους αναβαθμίζοντας το θέμα των κινήσεων της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ, με επιλογές όπως η έκτακτη σύγκλιση του ΚΥΣΕΑ.

Πάντως δεν κατάφερε να δημιουργήσει την αίσθηση που ήθελε, όχι μόνο γιατί δεν μπόρεσε να εξηγήσει το έκτακτο του πράγματος, αλλά και γιατί ήταν προφανής η επικοινωνιακή σκοπιμότητα του θέματος.

Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι ο κύριος όγκος της αντιπολίτευσης επέλεξε να καταγγείλει την κυβέρνηση για επικοινωνιακούς και μόνο χειρισμούς και να την κατηγορήσει ότι επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τα εθνικά θέματα για επικοινωνιακούς σκοπούς.

 

Η μάχη του σταυρού

Στην αίσθηση των υποτονικών εκλογών έρχεται να συμβάλει και η… μάχη του σταυρού που δίνουν οι υποψήφιοι.

Προφανώς και οι υποψήφιοι ενδιαφέρονται για το συνολικό αποτέλεσμα των κομμάτων τους, γιατί αυτό θα καθορίσει και τον αριθμό των εδρών και άρα την πιθανότητα ατομικής εκλογής.

Μόνο που όταν το τελικό αποτέλεσμα δείχνει προδιαγεγραμμένο ως προς την σειρά των κομμάτων, άρα λίγο πολύ και το εύρος των εδρών, τότε το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πολύ περισσότερο στις ατομικές εκλογικές επιδόσεις κάθε υποψηφίου.

Διαμορφώνεται ένα πεδίο όπου οι υποψήφιοι δίνουν πολύ περισσότερο τη μάχη του σταυρού παρά τη μάχη του κόμματος και αυτό με τη σειρά του συντελεί σε αυτή την αίσθηση εκλογών χωρίς μεγάλη ένταση και μεγάλο ενδιαφέρον. Μένει να δούμε εάν θα πάμε έτσι μέχρι τέλους.