Τα αποσιωπητικά (), ευρέως γνωστά ως τρεις τελείες, σημειώνονται στις εξής περιπτώσεις:

α. Για να δηλώσουμε ότι μια φράση έμεινε ατελείωτη, ανολοκλήρωτη. Η εν λόγω ελλειπτικότητα μπορεί να οφείλεται είτε στο ότι ο παραλειφθείς λόγος μπορεί να εννοηθεί εύκολα από τον αναγνώστη είτε στο ότι ο γράφων βρίσκεται σε αμηχανία, διστάζει ή νιώθει συναισθηματική φόρτιση.

Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι κάλλιο πέντε και στο χέρι…

Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να… μα καλύτερα όχι τώρα, όταν συναντηθούμε και πάλι.

Μην τολμήσεις να μου ξαναμιλήσεις με αυτόν τον τρόπο, γιατί…

Η Επιτροπή κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψει την εξέλιξη αυτήν, αλλά δυστυχώς… (εν προκειμένω, τα αποσιωπητικά υποδηλώνουν τη δυσαρέσκεια ή την απογοήτευση των μελών της Επιτροπής για το ότι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τη δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη εξέλιξη)

β. Για να δηλώσουμε κάτι απροσδόκητο ή μη αναμενόμενο, ώστε ο αναγνώστης να το προσέξει περισσότερο.

Ο έφηβος… των ογδόντα τριών ετών σκύβει βαθιά μέσα του και μιλά για όλα.

Φιλιατρά: εκ πρώτης όψεως… Παρίσι (λόγω της ύπαρξης ενός ομοιώματος του φημισμένου πύργου του Άιφελ στη μεσσηνιακή κωμόπολη)

Δεξιοί και… αδέξιοι (τίτλος άρθρου που δημοσιεύτηκε στη θεματική ενότητα «Άποψη» του in.gr στις 30 Μαΐου 2019)

γ. Όταν παραλείπουμε τμήμα ενός κειμένου που προέρχεται από άλλο συγγραφέα ή πηγή και παρατίθεται σε εισαγωγικά. Στην περίπτωση αυτήν κλείνουμε τα αποσιωπητικά (τις τρεις σημειούμενες τελείες) σε αγκύλες, αφήνοντας διάστημα πριν και μετά από αυτές. Ιδού το σχετικό παράδειγμα από ένα γράμμα του Γιάννη Ρίτσου για την ποίησή του:

«Η μεγάλη ιδέα που μπορεί να σχηματίσει ο ποιητής για τον εαυτό του απ’ την αγάπη και το θαυμασμό του πλήθους, καθώς και η διάθεσή του να διατηρήσει και να επαυξήσει αυτό το θαυμασμό, μπορεί να τον κάνει κάποτε να φουσκώσει ως τη γελοιότητα, να στρεβλώσει το χαρακτήρα του, να πιστέψει πως είναι ο εκπρόσωπος του λαού του ή της χώρας του ή του κόσμου, και, το χειρότερο, αυτό το φούσκωμα, αυτή η αυταρέσκεια να περάσει στο ύφος του, στην ποίηση, περιβλημένο τάχα την δικαιωμένη αντικειμενική έπαρση των δυνάμεων που αντιπροσωπεύει […]. Αν γλύτωσα κάπως εγώ απ’ αυτό τον κίνδυνο, είναι γιατί αρκετά νωρίς απόχτησα την καλλιτεχνική πονηρία να βάζω τους τρίτους να μιλάνε».

Τέλος, πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι μεταξύ των αποσιωπητικών και της λέξης που προηγείται δεν αφήνουμε διάστημα, καθώς και ότι δεν προσθέτουμε τελεία όταν τα αποσιωπητικά βρίσκονται στο τέλος μιας περιόδου.

Η τελεία, η άνω τελεία, η διπλή τελεία και οι τρεις τελείες (Μέρος A’)

Η τελεία, η άνω τελεία, η διπλή τελεία και οι τρεις τελείες (Μέρος B’)

Γράψτε το σχόλιο σας