Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις που προσφέρουν ως προς άλλα θέματα, όλες οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν ότι τα θέματα που αφορούν την οικονομία, την κοινωνική κατάσταση των πολιτών, την απασχόληση και την ανεργία κυριαρχούν στη σκέψη των πολιτών αλλά και αναφέρονται ως τα βασικά κριτήρια με τα οποία θα σταθμίσουν και την ψήφο τους.

Με αυτή την έννοια, δεν είναι τυχαίο ότι παρά την προσπάθεια να μετατοπιστεί το πεδίο της συζήτησης σε άλλα ζητήματα, εκ των πραγμάτων επιστρέφουμε στην εποχή που κυρίως η ελληνική κοινωνία συζητούσε (και αγωνιούσε) για τα προβλήματα που αφορούν την οικονομία.

Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια κοινωνία που έχει υποστεί όλο το πραγματικό κόστος της περιόδου των μνημονίων, είδε την οικονομική της κατάσταση να επιδεινώνεται, αντιμετώπισε την έκρηξη της ανεργίας και της επισφάλειας και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να αναπτύξει «τεχνολογίες επιβίωσης». Αυτή η κοινωνία είναι εκ των πραγμάτων πάρα πολύ δύσκολη σε οποιαδήποτε εύκολη πολιτική μεγαλοστομία αλλά και πολύ ευαίσθητη σε οποιαδήποτε πραγματική πρόταση για τη βελτίωση των οικονομικών πραγμάτων.

 

Το ορόσημο της 28ης Φεβρουαρίου

Στην πραγματικότητα, ο Φεβρουάριος είναι ένας μήνας όπου επιστρέφουν στο προσκήνιο λέξεις όπως «προαπαιτούμενα» και «αξιολόγηση». Ο λόγος είναι ότι ούτως ή άλλως στο πλαίσιο της ενισχυμένης επιτήρησης στην οποία βρισκόμαστε, αλλά και της συμφωνίας για το τέλος του ελληνικού προγράμματος, η ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να τηρήσει μια σειρά από προαπαιτούμενα.

Και η αξιολόγηση αυτή δεν είναι «συμβολική»: από τη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας  θα κριθεί το εάν θα ενεργοποιηθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους όπως έχουν συμφωνηθεί. Επιπλέον, μπορεί να μην υπάρχουν πια «δανειακές δόσεις», αλλά υπάρχουν τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα που είχαν κρατήσει ευρωπαϊκές τράπεζες και τα οποία θα αποτελούσαν μια χρηματοδοτικά ανάσα για ένα ελληνικό δημόσιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα κρίσιμα νέα θα είναι αυτά που θα αφορούν δύο σημαντικές εκθέσεις, τη μία για την ενισχυμένη εποπτεία και την άλλη για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Ενόψει αυτών των εκθέσεων η ελληνική κυβέρνηση στην πραγματικότητα έχει ένα μικρό περιθώριο για να δώσει πειστικές απαντήσεις σε μια σειρά από ανοιχτά μέτωπα. Αυτά αφορούν προφανώς το τι θα γίνει με τη διάδοχη κατάσταση του Νόμου Κατσέλη και συνολικά με τα «κόκκινα δάνεια», το ζήτημα που προέκυψε με την αποτυχημένη ιδιωτικοποίηση των λιγνιτικών μονάδων, η καθυστέρηση στη διαδικασία παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, τα εκκρεμή θεσμικά ζητήματα όπως είναι οι διορισμοί των γενικών γραμματέων στα υπουργεία, στο πλαίσιο της λεγόμενης «αποπολιτικοποίησης» του δημοσίου.

Σε αυτό το πλαίσιο πολλά θα κριθούν στο Euro Working Group της 28ης Φεβρουαρίου αλλά και το Eurogroup της 11ης Μαρτίου. Εκεί θα φανεί σε ποια κλίμακα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα επιμείνουν και σε μια σειρά από άλλες επιφυλάξεις που έχουν διατυπώσεις, όπως είναι αυτές που αφορούν το νέο κύμα προσλήψεων ή την παράταση του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά που δέχονται το μεγάλο βάρος του εισροών προσφύγων.

Με ανάλογο ενδιαφέρον αναμένεται και η Έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, η ανακοίνωση της οποία μετατέθηκε για τον Μάρτιο. Πάντως, δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι η Κομισιόν διατήρησε τις ίδιες προβλέψεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας (την ώρα τις μείωσε συνολικά για την ΕΕ και την ευρωζώνη), όμως επεσήμανε τον κίνδυνο τομείς της ελληνικής οικονομίας, όπως είναι ο τουρισμός, να επηρεαστούν αρνητικά από τη συνολικότερη επιβράδυνση της Ευρωπαϊκής Οικονομίας.

 

Η μάχη των «κόκκινων δανείων»

Δεν είναι τυχαίο επομένως που στην επικαιρότητα κυριαρχεί το ζήτημα των «κόκκινων δανείων» σε όλες του τις διαστάσεις.

Θυμίζουμε εδώ ότι το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παραμένει η μεγαλύτερη ανοιχτή πληγή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και ο βασικότερος ανασταλτικός παράγοντας για να αποκτήσουν ξανά οι επιχειρήσεις μεγαλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία.

Σήμερα, το θέμα αυτό επικεντρώνεται σε δύο κρίσιμα σημεία. Το ένα αφορά το διάδοχο θεσμικό πλαίσιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας μετά το τέλος του Νόμου Κατσέλη όπως ισχύει σήμερα.

Εδώ η ανάγκη είναι να ισορροπηθούν δύο βασικές κατευθύνσεις. Από τη μια, η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν επιθυμεί να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα μεγάλο κύμα πλειστηριασμών πρώτων κατοικιών, γιατί αυτό θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά αρνητικό κλίμα. Είναι η επιθυμία να επαναληφθούν στην Ελλάδα εικόνες όπως αυτές στην Ισπανία πριν από μερικά χρόνια με ειδικές αστυνομικές δυνάμεις να επιβάλουν εξώσεις οικογενειών από τα σπίτια τους.

Από την άλλη, οι τράπεζες και οι θεσμοί φοβούνται ότι όσο διατηρείται ένα πλαίσιο προστασίας για την πρώτη κατοικία, ιδίως εκεί όπου αυτή είναι υποθηκευμένη για επιχειρηματικά δάνεια, τότε δεν θα υπάρχει η αναγκαία πίεση προς του οφειλέτες να είναι πιο συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και άρα θα διαιωνίζεται το πρόβλημα και τελικά θα αυξάνονται τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.

Ακριβώς σε αυτή τη λεπτή ισορροπία είναι που θα κριθεί τόσο η διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τις ελληνικές τράπεζες όσο και με τους θεσμούς. Όμως, σε μια προεκλογική χρονιά είναι αναμενόμενο τα κοινωνικά κριτήρια να προταχθούν των αμιγώς οικονομικών.

 

Η ανοιχτή πληγή των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων

Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά το συνολικό πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, που υπερβαίνουν κατά πολύ το πρόβλημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας. Είναι προφανές ότι με τις ελληνικές τράπεζες «φορτωμένες» με δεκάδες εκατομμύρια «κόκκινων δανείων» δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για «επιστροφή στην κανονικότητα», ούτε και στη δανειοδότηση των επιχειρήσεων με τέτοιους όρους που να βοηθούσαν μια νέα επενδυτική άνοιξη.

Εδώ το ερώτημα αφορά την επιλογή του τελικού σχήματος για τη μεταφορά μεγάλου μέρους των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που βρίσκονται ακόμη στους ισολογισμούς των τραπεζών, δηλαδή το εάν θα επιλεγεί η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για μεταφορά δανείων αξίας 40 περίπου δισεκατομμυρίων δανείων σε «Όχημα Ειδικού Σκοπού» ή η πρόταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για μεταφορά δανείων αξίας 15-20 δισεκατομμυρίων ευρώ σε Εταιρείες Ειδικού Σκοπού. Το σχέδιο της ΤτΕ να επιτρέπει «ξεφόρτωμα» πολύ μεγαλύτερου όγκου δανείων αλλά να ενέχει το ενδεχόμενο μεγάλων κεφαλαιακών ενισχύσεων, σε αντίθεση με το σχέδιο του ΤΧΣ, που πατάει σε δοκιμασμένες πρακτικές αλλά όμως αφορά μικρότερο όγκο δανείων.

Εδώ τα ζητήματα περιπλέκουν αφενός οι διαφορετικές τακτικές και των ίδιων τραπεζών (και το άγχος για το πώς θα δουν οι επενδυτές την προοπτική αυτή) αλλά και το πολιτικό ερώτημα της κυβέρνησης ως προς το εάν θέλει να δώσει προεκλογικά την εικόνα ότι η ενισχύει ξανά τις τράπεζες.

 

Το αναπάντητο ερώτημα της ανάπτυξης

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση επιμένει στα μέτρα εκείνα που κατά τη γνώμη της δίνουν «φιλολαϊκό προφίλ» και ενισχύουν την εικόνα επιστροφής στην «κανονικότητα», όπως είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού, η διατήρηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και η προώθηση των προσλήψεων στο δημόσιο.

Γνωρίζει, άλλωστε, ότι η αντιπολίτευση μπορεί να καταγγέλλει την «παροχολογία», όμως επί της ουσίας δεν μπορεί να τοποθετηθεί αρνητικά απέναντι σε αυτές τις εξαγγελίες.

Όμως, την ίδια στιγμή αυτό που δεν συζητιέται είναι το πραγματικό ερώτημα της αναπτυξιακής προοπτικής. Ήδη φαίνεται ότι η λειτουργία ατμομηχανής που διεκδίκησε ο τουρισμός τα δύο προηγούμενα χρόνια που είχε σημαντική αύξηση δεν μπορεί να επαναληφθεί. Άλλοι τουριστικοί προορισμοί μπαίνουν ξανά στο παιχνίδι και φέτος πολύ δύσκολα θα μπορεί να είναι μια ακόμη χρονιά ρεκόρ.

Την ίδια ώρα μια σειρά από επιλογές που υποτίθεται ότι εντάσσονταν στο άνοιγμα ορισμένων αγορών δεν προωθούνται. Η εμπλοκή με την πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ είναι πολύ χαρακτηριστική και δείχνει τα όρια μιας εκδοχής ιδιωτικοποίησης που προκρίθηκε και η οποία δεν αποδίδει.

Την ίδια ώρα μια σειρά από επιλογές που επιβλήθηκαν στη ΔΕΗ το προηγούμενο διάστημα (συχνά και κοντόθωρη οπτική των «θεσμών»), όπως οι διαβόητες δημοπρασίες ΝΟΜΕ, που υποχρέωναν τη ΔΕΗ να πουλάει στους ιδιώτες ανταγωνιστικούς παρόχους σε χαμηλή τιμή ποσότητες ρεύματος με ευνοϊκό κόστος που κανονικά θα έπρεπε να τις χρησιμοποιεί η ίδια για να έχει περιθώριο κέρδους, απλώς έφεραν την εταιρεία σε πολύ δύσκολη θέση.

Όμως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται απλώς στον έναν ή τον άλλο κακό σχεδιασμό, αλλά στην απουσία ενός συνολικού σχεδίου. Την ώρα που η χώρα βλέπει την ανεργία να υποχωρεί με αργούς ρυθμούς και κυρίως σε θέσεις ελαστικές και χαμηλά αμειβόμενες, που συνεχίζεται η διαρροή επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό, κανένας πραγματικός σχεδιασμός δεν γίνεται για την ενίσχυση επενδύσεων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, για αξιοποίηση των δημόσιων επενδύσεων, για αναβαθμισμένες συνέργειες εκπαίδευσης και παραγωγικών κλάδων, για αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής.

Ούτε καν γίνεται μια ουσιαστική συζήτηση για το πώς θα μπορέσουμε να συνδυάσουμε την κάλυψη των οικονομικών αναγκών που απαιτεί η κοινωνική προστασία με την ανάγκη να μειωθεί το φορολογικό βάρος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, ή έστω για μια αποτελεσματικότερη απαίτηση για μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα που θα διευκόλυνε μια καλύτερη φορολογική πολιτική.

Μόνο που σε ένα περιβάλλον ευρωπαϊκό που οδεύει για νέα ύφεση και σε ένα διεθνές περιβάλλον με μεγαλύτερους ανταγωνισμούς και εμπόδια, αυτά είναι τα ερωτήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν και όχι το πολιτικό θέαμα που κυριαρχεί.

Και σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζουν κατά καιρούς οι διάφοροι «ειδικοί» του πολιτικού μάρκετινγκ, οι ψηφοφόροι ακούν πολύ πιο προσεκτικά οτιδήποτε αφορά την τσέπη τους, το δάνειό τους, τη δουλειά τους, το μέλλον των παιδιών τους από οποιαδήποτε γενικό σύνθημα, «εθνικό θέμα», ή «πολιτικό όραμα».