O Νάσος Πολυζωίδης είναι ένας ακούραστος μουσικός. Ένα νέο παιδί που εργάζεται χρόνια πάνω στη μουσική, που τόσο αγαπάει, και βρίσκει συνεχώς τρόπο να εμπλουτίζει τις γνώσεις του αλλά και να βοηθάει νέα παιδιά να εισέλθουν στο μαγικό της κόσμο.

Ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος στην κιθάρα και στη θεωρία αλλά σήμερα έχει στα χέρια του το Associate Diploma of the London College of Music με διάκριση έχει παρακολουθήσει μαθήματα αρμονίας και μοντέρνας σύνθεσης, φωνητικής και πιάνου, έχει μεταπτυχιακό – MMus in Songwriting – από το Bath Spa University, με βασικό καθηγητή τον Davey Ray Moor και είναι  υποψήφιος διδάκτορας στο Bath Spa University, υπό την επίβλεψη του Davey Ray Moor και της Dr. Amanda Bayley.

Αυτό που έχει περισσότερη σημασία όμως είναι ότι ο Nassos Conqueso, όπως είναι το καλλιτεχνικό του όνομα, ζει στην Αθήνα, έχει κυκλοφορήσει διαφορετικά project, του αρέσει να πειραματίζεται και δεν σταματά να εξερευνά τα όρια της μουσικής όπως και τις ομοιότητες και τις διαφορές διαφορετικών ειδών όπως του ρεμπέτικου και του μπλουζ.

Ανάμεσα σε μαθήματα, διάβασμα και πρόβες, πάντα με μια κιθάρα κάπου στο πλάνο, ο Νάσος μας μίλησε για τον δικό του -υπέροχο- μουσικό κόσμο.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τη μουσική;

Η ενασχόλησή μου νομίζω ξεκίνησε με κάποια αποτυχημένα μαθήματα πιάνου στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Καιρό πριν βέβαια, πρέπει να πω, είχα δείξει ενδιαφέρον ως ακροατής, αφού από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζήταγα να μου βάλουν να ακούσω μουσική, και μάλιστα συγκεκριμένα πράγματα. Η στιγμή του ενθουσιασμού όμως ήρθε όταν βρήκαμε τυχαία στο πατάρι μία κλασική κιθάρα του πατέρα μου. Δυστυχώς δεν γνωρίζει κανείς πώς βρέθηκε στα χέρια του και αν έπαιζε ποτέ. Είχε και ένα μικρό σπάσιμο στο καπάκι, αλλά δεν με πείραζε. Αγόρασα ένα βιβλίο με συγχορδίες και προσπάθησα να μάθω μόνος μου και μέσα σε λίγους μήνες έπαιζα αρκετά τραγούδια. Έτσι, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι πρέπει να επισκευάσω την κιθάρα μου, αλλά και να αγοράσω μία ηλεκτρική. Τότε επιτέλους έμαθα ότι είχα στα χέρια μου μία αρκετά αξιόλογη κιθάρα, αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα ποιοι είναι αυτοί οι Αφοί Παναγή που έγραφε μέσα.

Από ποια ηλικία παίζεις κιθάρα;

Δεν θυμάμαι με ακρίβεια, αλλά ίσως να ήμουν 14 ή 15 χρονών. Επειδή όμως κατάφερα να παίξω αρκετά γρήγορα, αγόρασα την πολυπόθητη ηλεκτρική μετά από κάποιους μήνες. Εκεί είχα την τύχη, αφού πρώτα είχα γυρίσει όλα τα μαγαζιά της Αθήνας, να βρεθώ στο «κιθαρομάγαζο» του κυρίου Βαγγέλη Καγμάκη. Εκεί κατέληξα να πηγαίνω σχεδόν κάθε βδομάδα με τις απορίες μου πάνω στο όργανο (για τις χορδές, τους μαγνήτες, το τρέμολο, τους ενισχυτές), ώσπου αργότερα έγινα φίλος με τους ανθρώπους και μέχρι σήμερα πηγαίνω πολλές φορές απλά για καφέ. Όπως θα διαπιστώσει κανείς, και τα δύο μαγαζιά είναι σημεία συνάντησης γνωστών μουσικών. Επιστρέφοντας στην ιστορία του σχολείου, στο λύκειο είχα την τύχη ο καινούριος μου διπλανός να είναι καλός κλασικός κιθαρίστας, ο οποίος μου έφερνε δύσκολες παρτιτούρες και μου έλεγε περιπαιχτικά να βγάλω τα κομμάτια που μου έδινε και να του τα παίξω. Ναι, εντάξει blues ήθελα να μάθω να παίζω, αλλά μόνο και μόνο η πρόκληση ήταν αρκετή για να κάτσω να μάθω και τις νότες μόνος μου. Μην ξεχνάμε ότι είναι ακόμα η εποχή που για να ψάξεις κάτι στο internet, για αρχή περίμενες 1-2 λεπτά για να συνδεθείς. Στη συνέχεια, μέχρι να φορτώσει η κάθε σελίδα, προλάβαινες να φτιάξεις καφέ, ή απλά έπεφτε η γραμμή… Έτσι αποφάσισα να μελετήσω τις παρτιτούρες που είχα και να βγάλω τα δικά μου συμπεράσματα για το πώς λειτουργεί όλο το σύστημα. Είχα ξεκινήσει να γράφω για μένα τη δική μου θεωρία της μουσικής και στηριζόμενος σε αυτή να γράψω το πρώτο μου κομμάτι, το οποίο είχα το θράσος (και το θάρρος) να παίξω ζωντανά μπροστά σε σχετικά μεγάλο κοινό. Όταν όλο αυτό έφτασε σε ένα τέλμα, ξεκίνησε η αναζήτηση του κατάλληλου δασκάλου ηλεκτρικής κιθάρας, όπου με τη βοήθεια της τύχης πάλι, γνώρισα τον Παντελή Γκέρτσο.

Ποια ήταν τα πρώτα σου ακούσματα;

Ένα από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι είναι τον εαυτό μου σε ηλικία 3-4 χρονών να ζητάω από τη μητέρα μου να βάλει συγκεκριμένα βινύλια που μου είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ακόμα δεν ήξερα να διαβάζω τους τίτλους, και γενικά δεν έπαιζε πολλή μουσική στο σπίτι, παρόλο που ο πατέρας μου είχε αφήσει κληρονομιά μία τεράστια δισκοθήκη, οπότε οι επιλογές μου βασίζονταν στα εξώφυλλα. Είχα ιδιαίτερη προτίμηση στον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τις γελοιογραφίες του Θέμη Ανδρεάδη, το Διονύση Σαββόπουλο, τους Aphrodite’s Child, τους Beatles, αλλά και σε έργα που διηύθυνε ο Herbert von Karajan. Ταυτόχρονα, ήδη τράβαγε την προσοχή μου η jazz και ιδιαίτερα ο ήχος των χάλκινων.

Στη συνέχεια ήρθε το σχολείο, οι εξωτερικές επιρροές με Offspring, Manu Chao, Τζίμη Πανούση, Φοίβο Δεληβοριά… μέχρι που στην Α’ λυκείου βρέθηκαν στα χέρια μου τρία DVD και ένας δίσκος που ήρθαν για να αλλάξουν τα πάντα. Το Woodstock Diary, το The Last Waltz, το B.B. King: Blues Summit και το The Dark Side of the Moon. Όντας θαμώνας εκείνα τα χρόνια στα Metropolis της Πανεπιστημίου ήμουν περήφανος που είχα ανακαλύψει αυτούς τους θησαυρούς μόνος μου και προσπαθούσα να μυήσω φίλους. Εκεί ήρθε και ο Bob Dylan από ένα δίσκο που μου δάνεισαν, αλλά και ένα κόλλημα με το Ludwig van Beethoven…

Σπουδές;

Ας μιλήσουμε για το μουσικό κομμάτι, για να μην μπλέξουμε τα πράγματα, αφού, όπως πολλοί, έχω κι εγώ κι άλλες σπουδές… Όπως είπαμε έκανα μαθήματα ηλεκτρικής κιθάρας, οπότε δεν υπήρχε κάποιο πτυχίο που να χορηγείται μέσω του ελληνικού συστήματος και έτσι αποφάσισα να δώσω τα πτυχία και διπλώματα ηλεκτρικής κιθάρας του Registry of Guitar Tutors/London College of Music. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι πρέπει να κάνω την προσπάθεια να ασχοληθώ με αυτό στη ζωή μου και σκέφτηκα να πάω να σπουδάσω μουσική στο Λονδίνο. Άλλωστε δεν είχα καταφέρει να μπω στην πρώτη μου επιλογή, την αρχιτεκτονική, η οποία μπορεί να με γοήτευε ως αντικείμενο, αλλά ταυτόχρονα θεωρούσα ότι θα συνέβαλε και στην διαμόρφωση της αισθητικής μου ως μουσικός. Άλλωστε οι αγαπημένοι μου Pink Floyd (οι 3 στους 5) συναντήθηκαν όταν σπούδαζαν αρχιτεκτονική… Τελικά, όμως ο άνθρωπος που με έβαλε σε διαφορετικές αναζητήσεις, o Pete Churchill, βρέθηκε σε ένα jazz summer course που είχα πάει να παρακολουθήσω στο Greenwich. Επειδή ήθελα να γνωρίζω καλά και την άλλη πλευρά, έκανα και τις κλασικές θεωρητικές σπουδές, παίρνοντας πτυχίο αρμονίας με δάσκαλο το Νίκο Παναγιωτάκη. Στη συνέχεια βρέθηκα να κάνω μεταπτυχιακό στο songwriting (τραγουδοποιΐα), στο γραφικό Corsham, με βασικό καθηγητή τον Davey Ray Moor των Cousteau(X). Εκεί πέρασα φανταστικά, μαζί με τη φίλη μου και τραγουδοποιό Lia Hide, όπου αποφοιτήσαμε και μαζί. Μέσα σε όλα αυτά έκανα και κάποια μαθήματα ακουστικής κιθάρας και songwriting με τον Max Milligan. Ήδη περίπου στη μέση του μεταπτυχιακού κάτι με έτρωγε μέσα μου να βρω έναν τρόπο να συνεχίσω το συγκεκριμένο ταξίδι, μιας και μου φαινόταν μικρό. Έτσι πήρα υποτροφία για διδακτορικό στο Bath Spa University. Το διδακτορικό έχει κι αυτό βάση το songwriting, αλλά περιλαμβάνει και στοιχεία από άλλους τομείς, όπως οι υβριδικές μουσικές και η διαπολιτισμική εθνομουσικολογία.

Πως από την κλασική κιθάρα έφτασες στο project Sakke ConQueso και στο Love in Crisis;

Η κλασική κιθάρα νομίζω φαίνεται ότι είναι κάτι το οποίο ποτέ δεν με ενθουσίαζε. Μου αρέσει ως ακροατής, έχω πάει σε αρκετές κλασικές συναυλίες, αλλά είχα και την τύχη να προλάβω τον Paco de Lucía στο Λυκαβηττό πριν περίπου 10 χρόνια. Αφού θίγουμε το θέμα της κιθάρας, ανέκαθεν ήθελα να παίζω κιθάρα σαν τον Eric Clapton, και τα τελευταία χρόνια σαν τον John Mayer. Αν πω δυο-τρία ονόματα ακόμα – David Gilmour, Pete Townshend, Mark Knopfler – νομίζω γίνεται αντιληπτό το γεγονός ότι εκτός από εξαιρετικοί κιθαρίστες, με συγκεκριμένο ύφος και ήχο, είναι όλοι τους τραγουδοποιοί και πολλές φορές έχουν διατελέσει το ρόλο του τραγουδιστή ή πιο σωστά το ρόλο του singer-songwriter. Επομένως, παρόλο που μία περίοδο σταμάτησα να γράφω, πέταξα πολλά τραγούδια και έχασα κάποια ακόμα, νομίζω ότι έστω το ένα από τα δύο projects ήταν αναπόφευκτο· κάποτε θα συνέβαινε ή θα έσκαγε μέσα μου. Και φυσικά, νομίζω ότι αν είχαμε λίγο περισσότερο χρόνο με το Γιάννη, ίσως να είχαμε κυκλοφορήσει ολόκληρο δισκάκι Sakké ConQuéso. Αυτή τη στιγμή έχουν κυκλοφορήσει 3 singles, αλλά υπάρχουν ήδη άλλα 5 τραγούδια στα οποία έχει γραφτεί η μουσική και οι στίχοι, αλλά δεν έχουμε ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις.

Ποιες είναι οι διαφορές των δύο projects;

Νομίζω είναι 2 τελείως διαφορετικά πράγματα. Το Love in Crisis είναι ο πρώτος προσωπικός δίσκος ως Nassos Conqueso. Γράφω τη μουσική, τους στίχους και κάνω τις ενορχηστρώσεις. Κάνω και την παραγωγή με την πολύτιμη βοήθεια του Δημήτρη Δημητριάδη. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να παίξω ο ίδιος στο δίσκο, παρά πολύ περισσότερο να αποδοθεί το ύφος που είχα στο μυαλό μου, και γι’ αυτό ζήτησα από τους συγκεκριμένους μουσικούς να παίξουν σ’ αυτόν. Από την άλλη, το Sakké ConQuéso είναι πραγματικά ο ορισμός της λέξης project που αναφέρεις, καθώς δεν υφίσταται ομώνυμη μπάντα. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να κάνω μία πρόταση στο φίλο μου Γιάννη Σακκέτο να ηχογραφήσουμε μουσική οι δυο μας, χωρίς παρέμβαση τρίτου σε κανένα επίπεδο. Πολυοργανίστες και οι δύο με διαφορετικές όμως δυνατότητες, οπότε ήταν μία ωραία ιδέα ώστε να καλύψει ο ένας τις αδυναμίες του άλλου. Και πραγματικά δεν υπάρχει τρίτος άνθρωπος στο στούντιο, όλα γίνονται από εμάς τους δύο, είναι στην πραγματικότητα ένα DIY project. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία βγαίνουν στην επιφάνεια πράγματα που δεν θα είχαν εμφανιστεί με άλλο τρόπο. Γενικά τα «δίδυμα» τραγουδοποιών σπανίζουν, με εξαίρεση τέρατα όπως Lennon-McCartney, Simon & Garfunkel ή Goffin & King. Και στα δύο projects βέβαια θα βρεις από ένα πειραματικό «μπλουζορεμπέτικο» τραγούδι. Βέβαια, αυτή την περίοδο με το διδακτορικό, γράφω αλλά και διασκευάζω τραγούδια άλλου ύφους, τα οποία αν κυκλοφορήσουν ως Nassos Conqueso θα μοιάζει ότι κάνω στροφή 178 μοίρες. Αλλά σε κάθε περίπτωση, να περιμένετε καινούριο υλικό και προσωπικό, αλλά και ως Sakké ConQuéso!

Πως προέκυψε το Conqueso;

Με λίγα λόγια μπορώ να πω ότι είναι ο τρόπος που με φώναζαν οι περισσότεροι φίλοι μου Ισπανοί όταν ήμουν στη Φινλανδία. Ήμουν ένα εξάμηνο περίπου στο Ελσίνκι, όπου γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους –οι ίδιοι οι Φινλανδοί είναι ευγενέστατοι και πρόθυμοι να βοηθήσουν πάντα, αρκεί να τους μιλήσεις εσύ πρώτος. Παρόλα αυτά η συντριπτική πλειοψηφία των φίλων μου ήταν Ισπανοί με κάποιους από τους οποίους διατηρώ ακόμα σχέσεις και ελπίζω να χάρηκαν που είδα ότι χρησιμοποιώ το «παρατσούκλι» που μου χάρισαν. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι Ισπανοί με φώναζαν ‘con queso’ που σημαίνει ‘με τυρί’. Τη σύνδεση κάντε τη μόνοι σας… Κατά τ’ άλλα, μού άρεσε πώς ακούγεται, αλλά και η ίδια η γραφή της λέξης, οπότε απλά ένωσα τις λέξεις και το κράτησα. Έτσι κι αλλιώς η μουσική μου ήταν κυρίως Αγγλόφωνη (και μάλιστα μόνο αυτή κυκλοφόρησε), οπότε νομίζω βολεύει περισσότερο και για τους ξένους ακροατές το Conqueso.

Ρεμπέτικο και μπλουζ. Υπάρχει τελικά σχέση μεταξύ τους;

Χμμμ… μεγάλη ιστορία! Και νομίζω ο καθένας θα σου δώσει τη δική του απάντηση. Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει κάποιες ωραίες παρουσιάσεις πάνω σε αυτό το θέμα ο Πάνος Σαββόπουλος. Και μας έδειξε πέρυσι μέσα από τον τελευταίο του δίσκο ο Δημήτρης Μυστακίδης πώς οι μετανάστες ρεμπέτες ενσωμάτωσαν στο παίξιμο της κιθάρας τα ανοιχτά κουρδίσματα και το fingerpicking των bluesmen που έβλεπαν στην Αμερική. Ο Ζωρζ Πιλαλί, ο Παύλος Σιδηρόπουλος και ο Στέλιος Βαμβακάρης μας έδειξαν πώς μπορείς να ενώσεις τους δύο κόσμους, με τελείως διαφορετική προσέγγιση ο καθένας. Δεν θέλω να επεκταθώ όμως γιατί μπορώ να το συζητάω για ώρες. Θα πω απλά ότι δεν θα δώσω την τελική απάντηση ακόμα…

Πως την προσεγγίζεις στη διατριβή σου;

Όπως προανέφερα, το διδακτορικό μου είναι στο songwriting, και παρόλο που επικεντρώνομαι στα συγκεκριμένα είδη μουσικής και τα υβρίδιά τους, όπως ανέφερες, δεν σημαίνει ότι ο τελικός στόχος είναι να κάνω μόνο μία μουσικολογική και κοινωνικοπολιτισμική ανάλυση. Θα γίνει  φυσικά και αυτό σε ένα βαθμό, αλλά ταυτόχρονα θα διασκευαστεί και θα γραφτεί μουσική που να δικαιολογεί το συγκεκριμένο υβρίδιο. Κάποια απ’ αυτά θα είναι απλά παραδείγματα ή ημιτελείς συνθέσεις ή μη μελοποιημένοι στίχοι, τα οποία όμως θα χρησιμεύσουν ώστε να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα. Κάποια άλλα θα είναι ολοκληρωμένες συνθέσεις που ίσως αργότερα κυκλοφορήσουν. Ταυτόχρονα ήδη παίρνω συνεντεύξεις από ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο υβρίδιο ή με κάτι παρεμφερές. Επίσης, αναπτύσσω μία δική μου θεωρητική προσέγγιση που ευελπιστώ να εμπεριέχει και τους δύο κόσμους. Επιπλέον, κάτι που ανακάλυψα στην πορεία είναι ότι υπάρχει μία αξιόλογη βιβλιογραφία για τις υβριδικές μουσικές όλου του κόσμου, την οποία πρέπει να γνωρίζω, καθώς ο ίδιος ο όρος υβρίδιο χρησιμοποιείται διαφορετικά από τον κάθε μουσικό, τον κάθε πολιτισμό, τον κάθε ακαδημαϊκό ή ακόμα και την εκάστοτε δισκογραφική που θέλει να προωθήσει μία δουλειά με συγκεκριμένο τρόπο. Έχοντας διαβάσει πάντως πλέον μία πολύ μεγάλη βιβλιογραφία για το ρεμπέτικο και τη blues, μπορώ να πω πως είναι αξιοπρόσεκτος ο τρόπος με τον οποίο αποδοκιμάζουν ειρωνικά και πολλές φορές αφοριστικά ο ένας «ρεμπετολόγος» τον άλλο στα βιβλία τους.

Φαίνεται ότι ασχολείσαι με πολύ διαφορετικά είδη μουσικής, μαθήματα κιθάρας, διδακτορικό, δικές σου μελωδίες. Σε τι από όλα είσαι πιο κοντά;

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μία πολυδιάσπαση και δεν ξέρω αν είναι πάντα καλό αυτό. Ταυτόχρονα είναι και τα βίντεο στο YouTube που ανεβάζω εδώ και αρκετά χρόνια, επίσης βοηθάω στη διοργάνωση αρκετών συναυλιών και σεμιναρίων με γνωστούς μουσικούς από την διεθνή σκηνή, καθώς και έχω διατελέσει κιθαρίστας και πληκτράς των Bound Affairs τον τελευταίο χρόνο. Καλή ερώτηση. Φυσικά για να τα κάνω όλα αυτά, σημαίνει ότι μου αρέσει το καθετί με διαφορετικό τρόπο, και νομίζω ότι σε όλα είμαι πολύ κοντά. Και όπως λέω πάντα, αν μπορούσα να κοιμάμαι ακόμα λιγότερες ώρες, θα ασχολούμουν με ακόμη περισσότερα πράγματα. Έχω παρατηρήσει όμως τον τελευταίο χρόνο ότι δεν προλαβαίνω να απολαύσω το διδακτορικό μου και να του δώσω το χρόνο που του αναλογεί, με ό,τι συνεπάγεται αυτό: περισσότερες ώρες αφιερωμένες στην έρευνα, στο γράψιμο, στο παίξιμο όλης αυτής της μουσικής σε κοινό, συμμετοχή σε περισσότερα συνέδρια, κλπ. Όταν είσαι με το ένα πόδι στην Ελλάδα και το άλλο στην Αγγλία, με διαφορετικές συνθήκες και κάνοντας διαφορετικά πράγματα στην κάθε χώρα, σίγουρα, αφενός μοιάζει  σαν να έχεις διαφορετική ζωή στο κάθε μέρος, και αφετέρου αναγκαστικά κάποια πράγματα μένουν πίσω – και εδώ και εκεί – χωρίς να το θέλεις. Θα ήθελα επομένως να μπορέσω κάπως να έρθω ακόμα πιο κοντά του, γιατί νομίζω ότι διδακτορικό δεν κάνεις δεύτερη φορά…

Όταν είσαι σπίτι σου τι μουσική ακούς;

Καλή ερώτηση, αν και όπως καταλαβαίνεις περισσότερη μουσική ακούω έξω παρά στο σπίτι μου… Στο αυτοκίνητο, στα μαθήματα, στο αεροπλάνο, στις συναυλίες που πηγαίνω και παρακολουθώ. Προσπαθώ συνέχεια να ακούω καινούρια πράγματα. Οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό και ανοιχτά τα αφτιά μας σε όλες τις μουσικές του κόσμου. Σπάνια βάζω μουσική απλά για να παίζει· δεν αγοράζεις έναν πίνακα ζωγραφικής απλά για να καλύψει το κενό στον τοίχο. Φυσικά τελευταία ψάχνω οτιδήποτε είναι σχετικό με την έρευνα του διδακτορικού μου, οπότε κάποια στιγμή μπορεί να καταφέρω να ακούσω και τις 105 διασκευές της Μισιρλού! Αν θα έπρεπε να επιλέξω μουσικούς και συγκροτήματα που έχω στο κινητό μου ή που θα ξανακαθήσω να δω βιντεοσκοπημένη συναυλία τους με την ησυχία μου, σίγουρα είναι οι Eric Clapton, Jeff Beck, B.B. King, John Mayer, Pink Floyd, The Beatles, The Who, David Bowie, Harry Nilsson, John Coltrane, Miles Davis, Neil Young, Thelonious Monk, Igor Stravinsky, George Gershwin και πολλοί άλλοι…

Ποια μελωδία ταιριάζει στην Αθήνα;

Μία πόλη σαν την Αθήνα, τουλάχιστον όπως είναι σήμερα, δεν μπορεί να πάλλεται στους ρυθμούς μόνο μίας μελωδίας. Τις καθημερινές παίζει το Giant Steps του Trane, ενώ τις ήσυχες Κυριακές στην Πλάκα παίζει «Αυτή που Περναέι» του Δεληβοριά. Τα βράδια άλλοτε παίζει το Farther Up the Road σε εκτέλεση Eric Clapton & Jeff Beck, και άλλες, πιο ήσυχες βραδιές ίσως παίζει το Kind of Blue του Miles.

Γράψτε το σχόλιό σας