Ένα ακόμη παράδειγμα λέξεων που ενδέχεται να οδηγήσουν λόγω της ηχητικής ταύτισής τους σε λάθη από ορθογραφικής και εννοιολογικής απόψεως είναι τα ουσιαστικά εφορία, εφορεία και ευφορία

Στο πλαίσιο της ενότητας του in.gr που είναι αφιερωμένη στην ελληνική γλώσσα, είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να αναφερθούμε κατ’ επανάληψιν σε περιπτώσεις ομοηχίας που προκαλούν ιδιαίτερες δυσκολίες σε πολλούς χρήστες της νέας ελληνικής γλώσσας.

Ένα ακόμη παράδειγμα λέξεων που ενδέχεται να οδηγήσουν λόγω της ηχητικής ταύτισής τους σε λάθη από ορθογραφικής και εννοιολογικής απόψεως είναι τα ουσιαστικά εφορία, εφορεία και ευφορία.

Άλλη μια φορά, ο εντοπισμός της ετυμολογικής προέλευσης των υπό εξέταση ουσιαστικών θα αναδείξει το διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενό τους, αλλά και τον ενδεδειγμένο τρόπο γραφής ενός εκάστου εξ αυτών.

Κατ’ αρχάς, το ουσιαστικό εφορία παράγεται από το ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας έφορος, που είχε την έννοια του επόπτη, του φρουρού, του κυβερνήτη (οι πέντε άρχοντες που ασκούσαν την πραγματική εξουσία στην αρχαία Σπάρτη ονομάζονταν Έφοροι).

Με τη σειρά του, το ουσιαστικό έφορος προήλθε από το ρήμα της αρχαίας ελληνικής εφοράω/εφορώ (συνηρημένο ρήμα σε -άω), που σήμαινε επιβλέπω, επιτηρώ, παρατηρώ, επιθεωρώ, στρέφω το βλέμμα μου προς κάτι, προσέχω, είμαι σε επιφυλακή.

Όσον αφορά το σημαινόμενο της λέξης εφορία, αυτή δηλώνει την αρχή, το όργανο ή την υπηρεσία υπό την επίβλεψη της οποίας τελούν άλλες υπηρεσίες, τη γνωστή σε όλους ανεξαιρέτως υπηρεσία που υπάγεται στο υπουργείο Οικονομικών και έχει ως έργο τη βεβαίωση και την είσπραξη των φόρων, καθώς και —συνεκδοχικώς— το κτίριο όπου στεγάζεται η υπηρεσία αυτή.

Κατά δεύτερον, το ουσιαστικό εφορεία απαντά ήδη στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως παράγωγο του ρήματος εφορεύω, που σήμαινε, όπως και στη νέα ελληνική, εποπτεύω, επιβλέπω, είμαι έφορος, εκτελώ καθήκοντα εφόρου. Ως εκ τούτου, η εφορεία δήλωνε στην αρχαία ελληνική την επιτήρηση, την επίβλεψη, αλλά και το ίδιο το αξίωμα του εφόρου.

Σε ό,τι αφορά το σήμερα, η λέξη εφορεία περιλαμβάνεται μεν (εκ παραλλήλου με τη λέξη εφορία) στα λήμματα λεξικών της νέας ελληνικής γλώσσας, αλλά η χρήση της περιορίζεται σε συγκεκριμένα πεδία (π.χ., εφορεία αρχαιοτήτων, εφορεία εναλίων αρχαιοτήτων, εφορεία παλαιοανθρωπολογίας – σπηλαιολογίας, σχολική εφορεία, εφορεία πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης).

Τέλος, το ουσιαστικό ευφορία παράγεται από το —τριγενές και δικατάληκτο— δευτερόκλιτο επίθετο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ο/η εύφορος, το εύφορον, που σήμαινε, μεταξύ άλλων, παραγωγικός, γόνιμος, καρποφόρος, καρπερός, πολύκαρπος.

Το επίθετο αυτό, που χρησιμοποιείται αμετάβλητο και στη νέα ελληνική γλώσσα με την προαναφερθείσα σημασία, είναι σύνθετο, με πρώτο συνθετικό το ευ- (επίρρημα ευ) και δεύτερο συνθετικό το ρήμα φέρω.

Από την άποψη του σημασιολογικού περιεχομένου, η λέξη ευφορία δηλώνει αφενός μεν την άφθονη παραγωγή, την καρποφορία, τη γονιμότητα (κυριολεκτικώς ή μεταφορικώς: ευφορία των αγρών, αλλά και καλλιτεχνική ευφορία), αφετέρου δε το αίσθημα ευεξίας, την κατάσταση ψυχικής ή σωματικής ευεξίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr