Πολύς λόγος γίνεται για τη σχέση που έχουν οι Αλβανοί και οι Αρβανίτες και πολλές φορές η σύγχιση που επικρατεί δημιουργεί εντάσεις. Επιστήμονες έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα το οποίο επανέρχεται έντονα μετά τη δολοφονία του ομογενή στη Βόρεια Ηπειρο και τις διαφορές που επανεμφανίστηκαν στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, ειδικά μετά τις προκλητικές δηλώσεις του πρωθυπουργού, Ε. Ράμα.

 

ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο παρουσιάζουν:  Μία πρωτότυπη έκδοση, «Τα επώνυμα των Ελλήνων»

Η προέλευση των επωνύμων και η ερμηνεία τους με βάση ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, επαγγέλματα, αλλά και παρατσούκλια

 

 

Σύμφωνα με τη μηχανή του χρόνου η ιστορία ξεκινά από τον 11ο αιώνα. Τότε οι Αρβανίτες πρωτοεμφανίζονται στις βυζαντινές πηγές από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη και αργότερα ως Αρβανίτες από το Άρβανον (περιοχή της Βορείου Ηπείρου) στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής «Αλεξιάδα».

Τον 13ο αιώνα ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της Αλβανίας ζει στις πεδιάδες και στις ακτές, μαζί με Έλληνες και Λατίνους. Όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν τις ακτές, αρκετοί απ’ αυτούς τους χωρικούς απωθήθηκαν στις ορεινές περιοχές της χώρας όπου διατηρούνταν ισχυρές παραδοσιακές κοινότητες. Η δημιουργία του Δεσποτάτου της Ηπείρου και η συμπαράταξη των ορεσίβιων Αλβανών στις συγκρούσεις εναντίον Σλάβων και Βενετών επιβεβαιώνει τις στενές σχέσεις των πρώτων με το ελληνικό στοιχείο.

 

Οι Αλβανοί φύλαρχοι ανταμείφθηκαν για τις πολεμικές τους υπηρεσίες στον βυζαντινό αυτοκράτορα με απονομή τίτλων και απόδοση εκτεταμένων περιοχών. Με αυτό τον τρόπο όμως, από παραδοσιακοί αρχηγοί φατριών μεταλλάχθηκαν σε άρχοντες οι οποίοι στις σχέσεις με τους «ανθρώπους» τους, αψηφούσαν το πατροπαράδοτο εθιμικό δίκαιο και την αρχή της ισονομίας. Προσπαθώντας να ξεφύγουν από το νέο αυτό γαιοκτητικό καθεστώς των αρχόντων και αποκτώντας σιγά-σιγά νομαδικές συνήθειες (αφού οι άρχοντες άρπαζαν τη γη τους), πολλοί Ηπειρώτες και Αλβανοί άρχισαν να μετακινούνται προς τον ελλαδικό χώρο, συντασσόμενοι γύρω από τους αρχηγούς των φατριών τους, οι οποίοι για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν τον τίτλο του άρχοντα-γαιοκτήμονα.

Μαζί στην επανάσταση του 1821

Οι Αρβανίτες συμμετείχαν ολόψυχα στην Ελληνική Επανάσταση. Οι φατρίες αυτές ήταν πιστές στην Ορθοδοξία χαράσσοντας ακόμη μια διαχωριστική γραμμή με τους άρχοντες, κυρίως των παράκτιων περιοχών, οι οποίοι πρόθυμα ασπάστηκαν το καθολικό δόγμα. Αρχικός τόπος εγκατάστασής τους ήταν η Θεσσαλία. Αργότερα, η οθωμανική εισβολή στην Αλβανία και στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα προκάλεσε νέα κύματα καθόδου προς τον νότο. Σχεδόν όλες αυτές οι φατρίες τάχθηκαν κατά καιρούς στη στρατιωτική υπηρεσία των Καταλανών, των Βενετών και των Παλαιολόγων. Στις πηγές ωστόσο, η επωνυμία Αρβανίτης (Αρναβούτ) κατέληξε να σημαίνει τον μισθοφόρο πολεμιστή από τα Βαλκάνια ανεξάρτητα από την εθνική του καταγωγή.

Η ανάμειξη των Αρβανιτών με τους πολυπληθέστερους ελληνικούς πληθυσμούς είχε ως αποτέλεσμα με το πέρασμα των αιώνων, το μεγαλύτερο μέρος τους να αφομοιωθεί πλήρως γενετικά και πολιτισμικά. Κάποιοι ελάχιστοι πληθυσμοί διατηρήθηκαν με ενδογαμίες κυρίως σε απομονωμένα χωριά. Αυτοί διατήρησαν τα έθιμα και το γλωσσικό ιδίωμα που προέρχεται από την αλβανική γλώσσα με μεγάλες επιρροές από τρεις γλώσσες.

 

Την ελληνική, τα σλάβικα και τα λατινικά. Πάντως, έχει παρατηρηθεί πως σε πολλά μέρη εγκατάστασής τους, οι Αρβανίτες μετέδωσαν τη γλώσσα τους και στους ελληνόφωνους κατοίκους της περιοχής για τις καθημερινές συνδιαλλαγές τους. Το κοινό θρησκευτικό δόγμα, η κοινή καταγωγή (όσον αφορά στους Ηπειρώτες) και η όσμωση τόσων αιώνων με το ελληνικό στοιχείο κατέστησε τους Αρβανίτες «πιο Έλληνες από τους Έλληνες».

Αρβανίτες σε γιορτή στη Θήβα

Φυσικό επακόλουθο λοιπόν ήταν η ταύτιση με τους αγώνες του ελληνικού έθνους (Ελληνική Επανάσταση, Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι). Η ελληνικότητα τους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Κατά τη διάρκεια αυτών των αγώνων μάλιστα, ήρθαν αντιμέτωποι με μουσουλμάνους Αλβανούς, τους λεγόμενους «Τουρκαλβανούς».

Τα Αρβανίτικα δεν είναι διάλεκτος της επίσημης Αλβανικής γλώσσας, αλλά αντίθετα η αρβανίτικη είναι μία αρχαία γλώσσα από την οποία κατάγεται η νεώτερη τοσκική διάλεκτος, που υιοθετήθηκε από το αλβανικό κράτος ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Η αρβανίτικη είναι γλώσσα αυτόνομη και η σημερινή αλβανική γλώσσα μία διάλεκτος της.
Απλά οι Αρβανίτες ποτέ δεν θεώρησαν τους εαυτούς τους ξεχωριστό έθνος από τους Έλληνες, όπου και να βρέθηκαν στην γη, σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Έγραφαν με ελληνικό αλφάβητο, μιλούσαν και έγραφαν ελληνικά και στις αρβανίτικες εκκλησίες υπήρχε το ελληνορθόδοξο τυπικό πάντα. Ενώ ο πληθυσμός του αλβανικού κράτους, που ιδρύθηκε το 1913, θέλησε να υιοθετήσει ξεχωριστό αλφάβητο, να κάνει μία νότια αλβανική γλώσσα της Βορείου Ηπείρου επίσημη γλώσσα με πολλά δάνεια από τα τουρκικά, τα ιταλικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά. Για να δηλώσει ότι είναι πραγματικό έθνος και για να μην αφομοιωθεί με τους συγγενείς Έλληνες των γειτονικών περιοχών.

Αμέσως μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία ωστόσο, οι κυβερνήσεις της γείτονος έθεσαν «αρβανίτικο» θέμα. Τη δεκαετία του ΄90 ο Σαλί Μπερίσα δήλωσε ότι οι Αρβανίτες είναι αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα. Οι οργισμένες αντιδράσεις των τελευταίων ήταν μια ηχηρή απάντηση στον νεόκοπο αυτό μεγαλοϊδεατισμό.

Συχνά – πυκνά οι Αλβανοί επαναφέρουν τέτοια θέματα όπως και αυτό της Τσαμουριάς, προκαλώντας ανησυχία για τις σχέσεις των δύο χωρών.