Φαίνεται πώς στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχουν μια τάση προς τους καυγάδες. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι λίγο μετά την χωρίς προηγούμενο σύγκρουση ανάμεσα στον Νίκο Κοτζιά και τον Πάνο Καμμένο, που οδήγησε και στην παραίτηση του πρώτου, είχαμε νέο κρούσμα καυγά ανάμεσα στην κ. Γεροβασίλη και την κ. Παπακώστα με αφορμή τις κρίσεις των αξιωματικών της αστυνομίας.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο συγκεκριμένος καυγάς  έφτασε και μέχρι τη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ που συζητούσε την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Το ίδιο το γεγονός ότι μια συνεδρίαση που είχε ως αντικείμενο την μεγαλύτερη θεσμική πρωτοβουλία που προτίθεται να αναλάβει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, επισκιάστηκε εν μέρει από την αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο πολιτικές προϊστάμενες του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη είναι ενδεικτικό μιας βαθύτερης δυσλειτουργίας της κυβέρνησης.

Αυτό γίνεται πιο έντονο εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι η αντιπαράθεση περί του χρόνου διεξαγωγής των κρίσεων των  αξιωματικών της ΕΛΑΣ είχε ως πραγματικό επίδικο την προσπάθεια της κυρίας Παπακώστα να προωθήσει και αυτή συγκεκριμένους αξιωματικούς. Γιατί μπορεί τέτοιες πρακτικές να παραμένουν τμήμα της καθημερινότητας των βουλευτών, ιδίως σε μια προεκλογική περίοδο, όμως αυτό δεν ακυρώνει ότι είναι αναντίστοιχες μιας κυβέρνησης που υποτίθεται ότι προσπαθεί να φέρει νέο ήθος και να μάλιστα κάνει και θεσμικές ανατροπές.

Γιατί όπως και να δει κανείς, καλά τα μεγάλα λόγια για τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά η συνοχή της κυβέρνησης εξακολουθεί να κρίνεται και από τα περιθώρια των υπουργών να κάνουν τα απαραίτητα ρουσφέτια.

Και βέβαια δεν ήταν οι μόνες αντιπαραθέσεις. Για παράδειγμα είναι γνωστό ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού παραμένει οργισμένη με τον τρόπο που αρχικά χειρίστηκε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το θέμα της παρ’ ολίγον μεταβίβασης αρχαιολογικών χώρων στο «Υπερταμείο».

Το να υπάρχουν αντιπαραθέσεις και ανταγωνισμοί ανάμεσα στους υπουργούς είναι ένα οργανικό στοιχείο της ίδια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ως κορυφαία πολιτικά στελέχη οι υπουργοί είναι λογικό να διεκδικούν περισσότερες αρμοδιότητες και ευκαιρίες θετικής δημοσιότητας όπως και περιθώρια να εξυπηρετήσουν τους ψηφοφόρους τους. Είναι, άλλωστε διεθνές φαινόμενο η ανάληψη σημαντικού υπουργείου να συνιστά έως και το εισιτήριο για την κούρσα της διαδοχής.

Μόνο που αυτό δεν σημαίνει ανοιχτούς καυγάδες. Γιατί τότε οι συμβατικοί κανόνες περί της κυβερνητικής συνοχής πάνε περίπατο, η κυβέρνηση χάνει την «έξωθεν καλή μαρτυρία» ότι λειτουργεί ως ενιαίο κέντρο και ουσιαστικά οι πράξεις των υπουργών ισοδυναμούν με την αποκάλυψη ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός».

Καυγάδες συνέχεια

Να θυμίσουμε ορισμένους κρυφούς και φανερούς καυγάδες με κορυφαίο βεβαίως αυτόν του Νίκου Κοτζιά με τον Πάνο Καμμένο;

Ο Νίκος Παππάς δεν μιλά στον Ευκλείδη Τσακαλώτο. Επίσης δεν έχει και τις καλύτερες των σχέσεων με τον Δημήτρη Τζανακόπουλο. Ο Τσακαλώτος από την άλλη, έχει ένα… προβληματάκι με τον Γιώργο Χουλιαράκη.

Αποστάσεις από τον εκρηκτικό Πολάκη κρατά ο έτερος υπουργός Υγείας, κ. Ξανθός, ο οποίος έχει σοβαρό προφίλ σε αντίθεση με τον μονίμως στα social media αναπληρωτή.

Οργισμένος εμφανίζεται και ο Γιάννης Δραγασάκης μετά τον διακοσμητικό ρόλο που του ανατέθηκε. Ούτε τον τομέα των επενδύσεων ελέγχει, του αφαίρεσαν και την εποπτεία των τραπεζών, οπότε είναι αντιπρόεδρος άνευ χαρτοφυλακίου.

Στο υπουργείο Εξωτερικών όλοι ήταν τσακωμένοι με τον συγκεντρωτικό Νίκο Κοτζιά, ο οποίος είχε εξαναγκάσει σε αποχώρηση τον πρωθυπουργικό ξάδελφο, Γιώργο Τσίπρα.

Κανείς δεν ξεχνά βεβαίως τους καυγάδες του Καμμένου με τους Φίλη και Μουζάλα, τους οποίους βεβαίως κι «έφαγε» με το πέρασμα του χρόνου. Κάκιστες ήταν άλλοτε οι σχέσεις του Γ. Σταθάκη με την τότε υφυπουργό Βιομηχανίας, κ. Τζάκρη, ενώ το σκηνικό των ρήξεων έρχεται να συμπληρώσει το πρόσφατο επεισόδιο Καμμένου με Κουίκ.

Πρωθυπουργός ή διαιτητής ο Τσίπρας;

Η εικόνα ενός πρωθυπουργού που αντί να χαράσσει στρατηγική κυρίως ασχολείται με τη διαχείριση εσωκομματικών αντιπαραθέσεων δεν είναι ακριβώς ο ορισμός μιας κυβέρνησης που λειτουργεί καλά και αποτελεσματικά.

Ο ρόλος ενός πρωθυπουργού δεν μπορεί να είναι η ατέλειωτη μεσολάβηση ανάμεσα στους διαφορετικούς υπουργούς, η συνεχής «διαχείριση κρίσεων» και η αναζήτηση κοινών τόπων, ως ένα η κυβέρνηση να αποτελεί ένα είδος ομοσπονδίας πολιτικών παραγόντων.

Ούτε μπορεί να βγαίνει προς τα έξω ότι η κυβέρνηση αποφασίζει στη βάση των στενών επιδιώξεων των υπουργών με τον πρωθυπουργό απλός να αναζητά συμβιβασμούς.

Το πραγματικό πρόβλημα συνοχής

Όμως το πραγματικό πρόβλημα συνοχής της κυβέρνηση δεν αφορά καυγάδες όπως αυτούς ανάμεσα στην κ. Γεροβασίλη και την κ. Παπακώστα.

Αφορά τον πυρήνα της λειτουργίας μιας κυβέρνησης που ειδικά από τη στιγμή που απεμπόλησε την αντιμνημονιακή ρητορεία δεν είχε άλλο συνεκτικό στοιχείο από την εξουσία και την παράταση της παραμονής σε αυτή.

Σε κομβικά ζητήματα όπως το Μακεδονικό, σε θέματα όπως οι σχέσεις εκκλησίας και κράτους, σε ερωτήματα όπως αυτά που αφορούν το περιεχόμενο της εκπαίδευσης μέσα στην κυβέρνηση υπάρχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.

Όμως, παρ’ όλα αυτά το ιδιότυπο «συμβόλαιο» του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου αντιμετωπίζεται ως μια λίγο πολύ φυσιολογική συνθήκη.

Άλλωστε, και η κ. Παπακώστα δεν ήταν ακριβώς βγαλμένη από τις παραδόσεις της Αριστεράς. Για χρόνια στέλεχος της ΝΔ βρέθηκε πολύ πρόσφατα να αποτελεί τμήμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με την υπουργική της θέση να αποτελεί περισσότερο και επιστέγασμα αυτής της όψιμης συνεργασίας.

Με αυτά τα δεδομένα και αυτή την ουσιαστική απουσία συνεκτικού πολιτικού ιστού, επόμενο είναι να αναδύονται κατά καιρούς ζητήματα που προκαλούν αντιπαραθέσεις και ενίοτε αυτές να οδηγούν σε συγκρούσεις που να γίνονται γνωστές και δημόσια.

Μόνο που σε κάθε περίπτωση αυτό δεν αποτελεί συνθήκη αποτελεσματικής διακυβέρνησης, ούτε εχέγγυο ότι η χώρα θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της «επιστροφής στην κανονικότητας».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο