Παρότι η κρίση του δεν είναι καθόλου άσχετη με την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη, η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ επιβαρύνθηκε ιδιαίτερα από την κακοδιαχείριση της κρίσης και την παρατεταμένη μνημονιακή περίοδο. Διότι είναι απολύτως σαφές ότι σε όλη την Ευρώπη η σοσιαλδημοκρατική ατζέντα συρρικνώνεται ή αποτυγχάνει να προσαρμοστεί και να απαντήσει σε νέες προκλήσεις. Στην Ελλάδα όμως (όπως και σε άλλες χώρες που αντιμετώπισαν κρίση) το πρόβλημα χτύπησε στον πυρήνα της ιδεολογίας της. Για τους σοσιαλδημοκράτες, ισότητα ευκαιριών χωρίς ισότητα είναι μια φενάκη και οι μεγάλες ανισότητες δημιουργούν κοινωνικές κρίσεις και δεν επιτρέπουν την κοινωνική κινητικότητα. Για να το πούμε ακόμη πιο απλά: η σοσιαλδημοκρατία θέλει λεφτά.

Η καλή δημόσια παιδεία για όλους κι η καλή δημόσια υγεία για όλους – για να πούμε δυο παραδείγματα μόνο – είναι ακριβά πράγματα και δεν γίνονται χωρίς αναδιανομή του πλούτου.

Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι πεθαίνουν οι ιδεολογίες, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Αλλά ότι οι αντιπαλότητες τους στην Ελλάδα αναμοχλεύονται με εμφυλιοπολεμικούς όρους ειδικότερα τώρα που οι οικονομικές ανισότητες οξύνθηκαν και η κινητικότητα μειώνεται και οι εχθροπάθειες δεν κρύβονται κάτω από την προοπτική εθνικής και ατομικής ανάπτυξης. Στο σήμερα, η Ελλάδα κυβερνάται από ένα κόμμα της αριστεράς που εξελέγη με το σύνθημα «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» κι ένα κόμμα της ακροδεξιάς που σύγκρινε τη συνεργασία τους με τον Γοργοπόταμο και μας έλεγε πως αν χρειαστεί θα επαναλάβουμε «το Κούγκι» (μας έταζε δηλαδή πως θα βρούμε το τέλος του καλόγερου Σαμουήλ). Αμφότεροι δεν ξεχνούν να μας υπενθυμίζουν τακτικά το πόσο εχθρεύονται τη μεταπολίτευση.

Κοινωνικές ομάδες ζουν στο περιθώριο κι η ραχοκοκκαλιά της οικονομίας και της κοινωνίας, η μεσαία τάξη, κοντεύει να εξανεμιστεί πλήρως, με τους πολίτες της να εργάζονται, όχι για να έχουν προσδοκίες κατανάλωσης, αλλά για να πληρώνουν υποχρεώσεις.

Η δημόσια υγεία βαστιέται πλέον λόγω του προσωπικού της (δηλαδή του ανθρώπινου κεφαλαίου της μεταπολίτευσης που λοιδορείται) ενώ, την ίδια ώρα, μέσα σε λίγους μήνες, εκατοντάδες πολίτες πεθαίνουν από πλημμύρες, φωτιές και κουνούπια και μεγάλες περιοχές αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευματοδότησης ή/και ύδρευσης, ενισχύοντας την εικόνα ενός διαλυμένου κράτους.

Το κράτος όμως αντί να απολογείται λοιδορεί τους νεκρούς και τους ταλαιπωρημένους, τους λέει πως φταίει η μεταπολίτευση και φταίνε και αυτοί που έζησαν με τον τρόπο που αυτή τους επέτρεψε.

Το Αρμάνι και ο Κατσιφάρας

Σε περίπτωση που δεν έγινε σαφές, ας το πούμε ακόμη πιο χοντρά και λίγο κυνικά: ο Κατσιφάρας κάποτε, όταν σχολίασαν ότι φοράει Αρμάνι, απάντησε πως πολιτεύεται για να φοράει Αρμάνι όποιος θέλει. Πολλοί που ανατριχιάζουν με το παράδειγμα αυτό ξεχνούν πολύ βολικά πως την ίδια απάντηση θρυλείται πως έδωσε κάποτε ο Ηλίας Ηλιού σε μια κυρία που τον κατηγόρησε ότι, αν και αριστερός, ταξίδευε στην πρώτη θέση.

Πολλοί από τους σημερινούς «φίλους του λαού» όμως μας λένε κάτι άλλο: θέλουν να φοράνε Αρμάνι, να επιλέγουν ιδιωτικά σχολεία και νοσοκομεία και να κάνουν διακοπές με σκάφη και βίλες στα κρυφά αλλά, ταυτοχρόνως, να κάνουν ηθικολογικά κηρύγματα στον λαό, να αποθεώνουν τον λιτό βίο, να ισοπεδώνουν τη μεσαία τάξη, να στοιβάζουν απάνθρωπα τους πρόσφυγες, να δηλώνουν πονηρά πως στο Μάτι κάηκαν «βίλες» και να επιδιώκουν, να καλλιεργούν συστηματικά, τις κοινωνικές εχθρότητες. Να οδηγούν τη χώρα στα capital controls και να λοιδορούν γελώντας τους πολίτες που πανικοβλήθηκαν και στόκαραν φακές στο ντουλάπι ως «δεξιούς» ή «ανόητους», ξεχνώντας τον δικό τους πανικό που τους οδήγησε σε στροφή 180 μοιρών κι υπογραφή μνημονίου. ]

Όλα αυτά δεν προκαλούν καν αντιδράσεις πια γιατί η μεγάλη προίκα της παρατεταμένης μνημονιακής περιόδου είναι η ματαίωση. Κανείς δεν περιμένει κάτι από το κράτος για να ζήσει καλύτερα, οι περισσότεροι νέοι δεν μπορούν να κάνουν μακροπρόθεσμα σχέδια (για οικογένεια δεν το συζητάμε καν), κανείς δεν κοιτάει πια τι καλό γίνεται στην Ευρώπη αλλά του αρκεί να έχει ευρωπαικά νομίσματα στο πορτοφόλι του (κι ας μην μπορεί να τα κάνει ό,τι θέλει) και ευρωπαικά κονδύλια στον κρατικό κουμπαρά (μπας και χτίσει κάνα rooms to let στο χωριό). Αποδεχτήκαμε σιωπηλά τα στραβά μας, αποφασίσαμε ότι «αυτή η χώρα δεν θα αλλάξει ποτέ» (πόσες φορές το έχετε ακούσει;) και απλώς αναπαραγόμαστε.

Ερείπια και λάθη

Κοινώς: όλα αυτά τα οποία εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ, όλα αυτά με τα οποία ταυτίστηκε το κόμμα που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της μεταπολίτευσης, επιβιώνουν σήμερα ως ερείπια κάτω από το βάρος λαθών δικών του αλλά και άλλων, τα οποία επωμίστηκε ακόμη και αδίκως. Γιατί, κακά τα ψέματα, πολλές οι αμαρτίες του ΠΑΣΟΚ, αλλά ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, η διόγκωση του δημοσίου, το πελατειακό κράτος κ.α. δεν έχουν την αποκλειστική σφραγίδα του.

Κι όμως υπάρχουν κόμματα που καμώνονται πως έχουν το μονοπώλιο της ηθικής λες και δεν μετείχαν με κανένα τρόπο στη δημόσια μηχανή και τη μεταπολίτευση, η διαπλοκή εξετάζεται με όρους ονοματολογίας κι όχι θεσμικά και η Νέα Δημοκρατία κατορθώνει να εμφανίζεται ως μεταρρυθμιστική φιλελεύθερη δύναμη χωρίς να της υπενθυμίζονται καθημερινά οι αριθμοί που λένε την αμείλικτη αλήθεια για την περίοδο Κώστα Καραμανλή.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι σήμερα. Και, αντί η συζήτηση του χώρου να αφορά το πώς θα αντιμετωπίσει το υπαρξιακό του ζήτημα, αναλώνεται στο ποιος φταίει περισσότερο και καταλήγει σε συνθηματολογία «να ηττηθεί ο τάδε» και «να ηττηθεί ο δείνα». Ασφαλώς, ναι, να ηττηθεί. Για να κερδίσει ποιος όμως; Και να κάνει τι με τους όρους που έχουμε σήμερα; Αυτό δεν λένε.

Για να αποκτήσει ξανά η σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα μια ταυτότητα δεν αρκεί να κουκουλώνει το ΠΑΣΟΚ και κάθε κληρονομιά της μεταπολίτευσης, καλή ή κακή, σαν να είναι τίποτα κακές λεξούλες που πρέπει να μην λέγονται. Πρέπει να αποκτήσει ξανά, από την αρχή, λόγο ύπαρξης, σε μια κοινωνία πολιτών που τους είπαν ότι είναι ξεπερασμένο και ανήθικο να θέλουν να ζήσουν καλύτερα ή να καταναλώσουν περισσότερο με τα χρήματα τους. Χρειάζεται, δηλαδή, να πει στους πολίτες κάτι ρεαλιστικό για το πώς φαντάζεται αυτή τη χώρα, το κράτος, τις ζωές τους, χωρίς ενοχικά σύνδρομα και χωρίς την ανάγκη ενός μόνιμου ετεροπροσδιορισμού.

Γράψτε το σχόλιο σας