Η σημερινή προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή με αφορμή τις εξελίξεις στην οικονομία, τις αποφάσεις του Eurogroup και την προοπτική της «εξόδου από τα μνημόνια», είχε όλα τα στοιχεία της κλασικής κοινοβουλευτικής πόλωσης.

Ο πρωθυπουργός εγκατάλειψε τη συνήθη πρακτική του στην πρωτολογία του να στέκεται περισσότερο στις θετικές πλευρές και να χρησιμοποιεί τη δευτερολογία για επιθέσεις στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και επέλεξε εξαρχής να πάει επιθετικά επικαλούμενος το σκάνδαλο Novartis και καταγγέλλοντας τη ΝΔ για συμπόρευση με την ακροδεξιά. Συνέχισε βεβαίως την επίθεση και στον δεύτερο γύρο με τις ίδιες κατηγορίες για τη Siemens, το πόθεν έσχες της Μαρέβας Μητσοτάκη, τη διαπλοκή με ΜΜΕ κ.λπ.

Από τη μεριά του και ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπήκε αποφασισμένος να κρατήσει υψηλούς τόνους. Κατηγόρησε ευθέως τον πρωθυπουργό για «ψεύτη» και «πολιτικό απατεώνα», υποστήριξε ότι «συγκυβερνά με την ακροδεξιά» στο πρόσωπο του Πάνου Καμμένου και τον εγκάλεσε ότι εκχώρησε την μακεδονική ταυτότητα στους βόρειους γείτονές μας.

Πολλές αντιπαραθέσεις

Προφανώς και δεν είναι η πρώτη φορά που μέσα στην αίθουσα της Ολομέλειας της Βουλής υπάρχουν ρητορικές συγκρούσεις. Για την ακρίβεια θα μπορούσε κανείς να πει ότι η νεότερη πολιτική ζωή της χώρας μπορεί να γραφτεί και μέσα από την ιστορία των μεγάλων φραστικών συγκρούσεων στο κοινοβούλιο.

Ποιος μπορεί για παράδειγμα να ξεχάσει τις μεγάλες αντιπαραθέσεις των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατηγορούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου για περίπου τριτοκοσμική πολιτική, με τον τελευταίο να απαντάει σε ανάλογους τόνους, ενίοτε και συνδυάζοντας τη σκληρή ρητορική με την αισθητική του… ζιβάγκο.

Όμως, και αργότερα είχαμε τις μεγάλες συγκρούσεις Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Είναι ακόμη νωπή η ανάμνηση της εποχής που μέσα στον απόηχο των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο Κοσκωτά κυριαρχούσαν οι σκληρές αντιπαραθέσεις για το τα διαβόητα «πάμπερς» όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε υποστηρίξει ότι ο Μητσοτάκης είναι ο «πιο αψευδής μάρτυς του ψεύδους», για να πει μετά το περίφημο «δεν με αγγίζουν στο παραμικρό» και «δεν επιτρέπω σε απατεώνες, υπόδικους, πράκτορες και τον κ. Μητσοτάκη να αμφισβητήσουν το πολιτικό μου ήθος», για να καταλήξει στην περίφημη αναφορά στον Μητσοτάκη ως «Εφιάλτη» και στις «Θερμοπύλες» τις οποίες στηρίζουν οι βουλευτές της «δημοκρατικής παράταξης».

Μεγάλες αντιπαραθέσεις υπήρξαν και αργότερα, παρότι υποτίθεται ότι η δεκαετία του 1990 ήταν περίοδος «εκσυγχρονισμού» και της οικονομίας και του πολιτικού ήθους. Θα είναι ακριβώς στο τέλος της και στην έναρξη της νέας χιλιετίας όταν ο Κώστας Καραμανλής θα χαρακτηρίσει τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη «αρχιερέα της διαπλοκής», φράση που έκτοτε θα χρησιμοποιήσουν και άλλοι.

Και ύστερα ήρθαν τα μνημόνια…

Η περίοδος των Μνημονίων προφανώς θα έχει επίσης διάφορες έντονες κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις. «Κοιμάστε ήσυχος τα βράδια;» θα ρωτήσει ο Αλέξης Τσίπρας τον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά για να εισπράξει την απάντηση «έχετε οίηση και αμετροέπεια και τώρα το ρίξατε και στο ψυχογραφικό». Από τη μεριά του ο Σαμαράς σε άλλη ευκαιρία θα κατηγορήσει τον Τσίπρα ότι αυτό που κάνει δεν είναι καν θέατρο αλλά «καραγκιόζ μπερντές».

Γίνεται σαφές επομένως ότι και οι σημερινοί διαξιφισμοί δεν απέχουν πολύ από έναν ιδιότυπο «κανόνα» κοινοβουλευτικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, υπάρχει και κάτι που κάνει τη σύγκριση κάπως πιο δύσκολη.

Οι μεγάλες συγκρούσεις της μεταπολίτευσης δεν ήταν ποτέ μόνο ρητορικές. Οι συγκρούσεις του Ανδρέα Παπανδρέου με διαδοχικούς ηγέτες της ΝΔ αποτύπωναν και μια πραγματική σύγκρουση που αφορούσε την ευρωπαϊκή ή όχι προοπτική της χώρας ή το εάν χρειάζονταν μέτρα αναδιανομής ή μέτρα στροφής προς την αγορά και τον ιδιωτικό τομέα.

Ακόμη και οι αντιπαραθέσεις του Κώστα Καραμανλή με τον Κώστα Σημίτη, αφορούσαν το ερώτημα της κατεύθυνσης που θα έπρεπε να πάρει ένα εγχείρημα εκσυγχρονισμού της χώρας ή πραγματικά ερωτήματα όπως αυτό της διαπλοκής.

Από την εποχή των Μνημονίων, υπάρχει μια κρίσιμη αλλαγή στο πως διεξάγεται η πολιτική συζήτηση. Η ένταξη της χώρας σε μια συνθήκη επιτροπείας και «μειωμένης κυριαρχίας» όπως και η μεταφορά του κέντρου των αποφάσεων στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, αντικειμενικά περιόρισαν τα περιθώρια να ασκείται πραγματικά πολιτική και κατά συνέπεια πραγματικά να υπάρχει πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Αυτό κάνει τις επιθέσεις του Αλέξη Τσίπρα στις «μνημονιακές κυβερνήσεις» να φαντάζουν αναδρομικά ως «εκ του ασφαλούς» πολεμικές όπως και τις προσπάθειες του Σαμαρά να κρατήσει υψηλούς τόνους ως απόπειρα να μην δείξει την πραγματική πίεση που διαρκώς δεχόταν και το πώς η Τρόικα υπονόμευε και τη δική του δυνατότητα να ασκήσει πολιτική.

Με αυτή την έννοια και οι σημερινοί υψηλοί τόνοι του πρωθυπουργού μπορούν να θεωρηθούν ως μια προσπάθεια να δοθεί η εικόνα ότι επιτέλους η κυβέρνηση θα «κάνει πολιτική» και θα μπορεί να πάρει «φιλολαϊκά μέτρα», την ώρα που όχι μόνο γνωρίζει ότι ο έλεγχος από τους δανειστές θα παραμείνει ασφυκτικός αλλά και έχει και ο ίδιος αποδεχτεί μέτρα όπως η περικοπή των συντάξεων από το 2019.

Δεν είναι τυχαίο επομένως ότι έστω και χωρίς τη ρητορική δεινότητα του Ανδρέα Παπανδρέου στη δευτερολογία του επέλεξε να αναφερθεί όχι στο μέλλον αλλά στο παρελθόν και τις επιπτώσεις από τις πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Όμως, ταυτόχρονα, αυτό ορίζει και την πρόκληση και για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Γιατί και αυτός δεν θα κριθεί από την ικανότητά του να κάνει ρητορικές επιθέσεις, αλλά από το εάν θα μπορέσει όντως μέσα σε αυτό το πλαίσιο να αποδείξει ότι μπορούν να ασκηθούν πολιτικές και όχι απλή διαχείριση μιας προδιαγραμμένης πορείας.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ιστορία δεν την γράφουν οι ρητορικές συγκρούσεις αλλά οι πραγματικές πολιτικές στρατηγικές. Και αυτή τη στιγμή δεν μας λείπει η ρητορική αλλά η πολιτική.

 

Γράψτε το σχόλιο σας