Η λήψη αντικαταθλιπτικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν αυξάνει τον ατομικό κίνδυνο θνησιγένειας, υποστηρίζουν Σουηδοί ερευνητές σε άρθρο τους που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Journal of the American Medical Association.

Η λήψη αντικαταθλιπτικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν αυξάνει τον ατομικό κίνδυνο θνησιγένειας, υποστηρίζουν Σουηδοί ερευνητές σε άρθρο τους που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Journal of the American Medical Association.

Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, στους οποίους περιλαμβάνονται δημοφιλή αντικαταθλιπτικά όπως η φλουοξετίνη και η σιταλοπράμη τελικά δεν αυξάνουν τον κίνδυνο θνησιγενούς νεογνού.

Παλαιότερες έρευνες είχαν συσχετίσει τη συγκεκριμένα κατηγορία φαρμάκων με ορισμένα γεννητικά ελλείμματα και νεογνικά πνευμονικά προβλήματα. Αλλά κατά πόσο αυξανόταν ο κίνδυνος θνησιγένειας (δηλαδή ο θάνατος του εμβρύου μετά την 20η εβδομάδα κυοφορίας) δεν είχε ξεκαθαριστεί.

Ο Δρ Όλοφ Στεφανσον από το Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης εξηγεί ότι «η μελέτη μας δεν διαπιστώνει λόγους που να υπαγορεύουν την διακοπή της χρήσης των αντικαταθλιπτικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης».

Ο Δρ Στέφανσον και οι συνεργάτες του μελέτησαν αρχεία ιατρικών συνταγών και αρχεία γεννήσεων από την Δανία, τη Φινλανδία, την Ισλανδία, τη Νορβηγία και την Σουηδία, που αφορούσαν περισσότερες από 1,6 εκατομμύρια γεννήσεις το διάστημα 1996-2007. Το 2% (29.000) των γυναικών είχε τουλάχιστον πάρει μια συνταγή για αντικαταθλιπτικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Συνολικά, τρεις με τέσσερις ανά 1.000 γεννήσεις ήταν θνησιγενείς. Επίσης, περίπου δύο ανά 1.000 βρέφη είχαν αποβιώσει εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη γέννηση και ένα στα 1.000 μεταξύ ενός και 12 μηνών.

Η χρήση αντικαταθλιπτικά σε οποιαδήποτε φάση της κύησης αρχικά συσχετίστηκε με υψηλότερο κίνδυνο θνησιγένειας. Αλλά όταν ο Δρ Στέφανσον συνεκτίμησε παράγοντες όπως η γενικότερη υγεία της μητέρας, η ηλικία και το κάπνισμα, τότε η οποιαδήποτε σχέση μεταξύ φαρμάκων και θνησιγένειας έπαψε να υφίσταται.

Οι μέλλουσες μητέρες που έπαιρναν εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης έτειναν να είναι μεγαλύτερες και ήταν πιθανότερο να είναι καπνίστριες και να έχουν διαβήτη και υπέρταση, συγκριτικά με εκείνες που δεν έπαιρναν αντικαταθλιπτικά.

Ωστόσο, ελαφρώς αυξημένος κίνδυνος θνησιγένειας υπήρχε για τις γυναίκες που είχαν πάρει αντικαταθλιπτικά στα πολύ πρώιμα στάδια της εγκυμοσύνης, όταν δηλαδή το έμβρυο είναι πιο ευάλωτο στις περιβαλλοντικές επιδράσεις και στην φαρμακευτική αγωγή της μητέρας. Αλλά επειδή λιγότερες από 100 γυναίκες άνηκαν σε αυτή την κατηγορία και τελικά είχαν θνησιγενές νεογνό, η οποιαδήποτε ερμηνεία των αποτελεσμάτων θα πρέπει να γίνει με προσοχή.

«Οι γυναίκες που παίρνουν αντικαταθλιπτικά και σκοπεύουν να μην έγκυες θα πρέπει να ενημερώσουν τον γυναικολόγο και τον ψυχίατρό τους ώστε να αποφασιστεί τι είναι ασφαλέστερο για τις ίδιες και το παιδί», υπογραμμίζει ο Δρ Στέφανσον.

Πάντως η γενική οδηγία είναι, αν μια γυναίκα μπορεί να διαχειριστεί την ψυχική της κατάσταση χωρίς αντικαταθλιπτικά κατά τη διάρκεια της κύησης, είναι προτιμότερο να το κάνει. Αλλά στην περίπτωση που πάσχει από βαριά κατάθλιψη, τότε η θεραπεία είναι απαραίτητη, συνδυαστικά με συμπεριφορική αγωγή.

health.in.gr

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr