Ο Marc Copland αποτελεί μία από τις σημαντικές παρουσίες της μετά-το-bop jazz σκηνής. Γεννήθηκε το 1948 στη Φιλαδέλφεια. Ξεκίνησε την καριέρα του τη δεκαετία του 1960 ως άλτο σαξοφωνίστας, καταγράφοντας στο ενεργητικό του μια αξιόλογη συνεργασία με τον ντράμερ Chico Hamilton. Σύντομα όμως τον κέρδισε το πιάνο, η ερμηνεία του στο οποίο σταδιακά κατέκτησε ένα […]
Ο Marc Copland αποτελεί μία από τις σημαντικές παρουσίες της μετά-το-bop jazz σκηνής. Γεννήθηκε το 1948 στη Φιλαδέλφεια. Ξεκίνησε την καριέρα του τη δεκαετία του 1960 ως άλτο σαξοφωνίστας, καταγράφοντας στο ενεργητικό του μια αξιόλογη συνεργασία με τον ντράμερ Chico Hamilton. Σύντομα όμως τον κέρδισε το πιάνο, η ερμηνεία του στο οποίο σταδιακά κατέκτησε ένα λυρικό προφίλ αντάξιο του Bill Evans και του Keith Jarrett. Αφού ηχογράφησε για ετικέτες όπως οι Hatology, Sunnyside, Savoy, Sketch και Jazzline, τα τελευταία χρόνια ο Copland έχει ενταχθεί στο δυναμικό της εκλεκτικής γερμανικής δισκογραφικής Pirouet κυκλοφορώντας μια σειρά από άλμπουμ υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κυκλοφορίες της τριλογίας «New York Trio Recordings» («Modinha» του 2006, «Voices» του 2007 και «Night Whispers» του 2009), τις οποίες πραγματοποίησε σε συνεργασία με ένα εναλλασσόμενης σύνθεσης επιτελείο μουσικών, στο οποίο είχαν συμμετοχή οι μπασίστες Drew Gress και Gary Peacock και οι ντράμερ Bill Stewart και Paul Motian. Με το «Alone» ο Copland επιστρέφει στη σόλο ερμηνεία του ακουστικού πιάνου τέσσερα χρόνια μετά την προηγούμενη αποκλειστικά προσωπική του ηχογράφηση, το άλμπουμ «Time Within Time», που είχε κυκλοφορήσει στην ετικέτα της ελβετικής εταιρείας Hatology. Όπως το συνηθίζει, στο ρεπερτόριο του «Alone» έχει εντάξει τόσο νέες δικές του συνθέσεις όσο και διασκευές σε περισσότερο ή λιγότερο γνωστά κομμάτια άλλων. Οι τρεις από τις δέκα συνθέσεις που φέρουν την υπογραφή του («Blackboard», «Into the Silence» και «Night Whispers») είναι ενδοσκοπικές, περίτεχνα δομημένες, αλλά και με μια ικανότητα για συναισθηματική υποβολή, που χαρακτηρίζεται από σπάνια αμεσότητα. Οι διασκευές περιλαμβάνουν νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε γνωστά κομμάτια του jazz ρεπερτορίου, όπως το «Soul Eyes» του Mal Waldron και το «Fall» του Wayne Shorter, καθώς επίσης ένα μίνι αφιέρωμα στην Joni Mitchell. Συγκεκριμένα, ο Copland διασκευάζει τρία τραγούδια από την παραγωγή της των χρόνων γύρω στο 1970 («I Don’t Know Where I Stand», «Rainy Night House», «Michael From The Mountain») τα οποία, παρότι δεν συγκαταλέγονται στις επιτυχίες της, δίνουν στον πιανίστα την ευκαιρία να χτίσει μια γέφυρα ανάμεσα στο folk-rock σύμπαν της Mitchell και τις μελωδικές και αρμονικές συντεταγμένες του προσωπικού του μουσικού κόσμου. Στο πρόσφατο παρελθόν και άλλοι πιανίστες (ο Herbie Hancock, η Lisa Hilton) αξιοποίησαν ως αφετηρία για νέους μουσικούς δρόμους το έργο της Mitchell, μιας δημιουργού που, αν και ποτέ δεν έγινε μια πραγματική pop σταρ, στις ημέρες της ακμής της υπήρξε η ηρωίδα μιας ολόκληρης γενιάς. Το επίσημο site του Marc Copland: http://www.marccopland.com/ Ο Marc Copland στην Pirouet: http://www.pirouetrecords.com/home/artists.php?artist=ART3009
Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες είναι ένα ποιητικό έργο που ο Σολωμός δεν τελείωσε ποτέ - όπως δεν τελείωσε ποτέ τα περισσότερα έργα του.
Η ταινία, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα έπειτα από τρία χρόνια παραγωγής φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το πιο κρίσιμο ζήτημα του καιρού μας: την κλιματική κρίση. Το Mankind’s Folly έρχεται στον κινηματογράφο Δαναό για δύο μόνο προβολές το Σάββατο 17 & την Κυριακή 18 Ιανουαρίου.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας