Πολλές από τις σύγχρονες παραγωγές έχουν ένα κοινό σημείο: πατούν στο παρόν και στα πιο προηγμένα κινηματογραφικά μέσα, έχοντας το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον της έβδομης τέχνης. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει με τον «Καλό Γερμανό». Εδώ, ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ένας σκηνοθέτης που είναι γνωστό ότι «πάσχει» από το μικρόβιο του πειραματισμού, επιχείρησε κάτι πρωτότυπο: […]
Πολλές από τις σύγχρονες παραγωγές έχουν ένα κοινό σημείο: πατούν στο παρόν και στα πιο προηγμένα κινηματογραφικά μέσα, έχοντας το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον της έβδομης τέχνης. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει με τον «Καλό Γερμανό». Εδώ, ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ένας σκηνοθέτης που είναι γνωστό ότι «πάσχει» από το μικρόβιο του πειραματισμού, επιχείρησε κάτι πρωτότυπο: Να φτιάξει μια ταινία που όχι μόνο διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1940, αλλά μοιάζει και σαν να έχει γυριστεί τότε. Για να το πετύχει αυτό έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα στις σύγχρονες τεχνικές και ακολούθησε τη λογική ενός κινηματογραφιστή εκείνης της εποχής. Έτσι, επέλεξε το ξεχασμένο πια τετράγωνο κάδρο, έκανε τα γυρίσματα αποκλειστικά σε στούντιο και παρήγγειλε στο συνθέτη Τόμας Νιούμαν ένα άκρως παλαιομοδίτικο soundtrack. Ακόμη, για να δώσει την επιθυμητή αίσθηση, «βίδωσε» στην καθ΄ όλα σύγχρονη κάμερα που χρησιμοποίησε στα γυρίσματα φακούς παλιάς τεχνολογίας, που δίνουν μικρό βάθος πεδίου και χρησιμοποίησε την «αρχαία» τεχνική του Back Projection -της επί τόπου προβολής ενός κινούμενου φόντου, πίσω από τους ηθοποιούς- αντί του συνηθισμένου πια Blue Screen. Φυσικά το φιλμ είναι ασπρόμαυρο των 35 χιλιοστών, ενώ η φωτογραφία -την οποία έφερε σε πέρας ο ίδιος ο σκηνοθέτης, όπως άλλωστε και το μοντάζ, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα- διαθέτει όλα τα στοιχεία ενός φιλμ νουάρ: πολύ υψηλό κοντράστ, έντονες φωτοσκιάσεις, δυνατές «κόντρες» κ.λπ. Η μόνη χρονική «ανακολουθία» έχει να κάνει με το σενάριο, το οποίο περιέχει στοιχεία που το 1945 θα είχαν κοπεί με το μαχαίρι από τη λογοκρισία του περίφημου «Κώδικα Χέιζ». Για παράδειγμα αναφέρουμε την κινηματογράφηση σεξουαλικής πράξης, τις σκηνές βίας, αλλά και τις ενοχλητικές για το αμερικανικό έθνος πολιτικές προεκτάσεις. Η ιστορία ξεκινά στο Βερολίνο, αμέσως μετά την παράδοση της Γερμανίας. Εκεί καταφθάνει ένας ένστολος Αμερικανός δημοσιογράφος, με αποστολή να καλύψει τη σύνοδο της συμμαχικής ηγεσίας στο Πότσδαμ. Έχει όμως ένα παρελθόν στην πόλη, το οποίο πολύ σύντομα θα έρθει ξανά στην επιφάνεια. Πρόκειται για τη Λένα, την παλιά του ερωμένη, που τώρα βγάζει το ψωμί της ασκώντας το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου, ενώ παράλληλα διατηρεί δεσμό με έναν Αμερικανό στρατιώτη, σε μια προσπάθεια να φυγαδεύσει το σύζυγό της, τον οποίο αναζητούν αγωνιωδώς Ρώσοι και Αμερικανοί. Η ταινία κινείται σε αισθητικό και αφηγηματικό πλαίσιο παρόμοιο με δύο αριστουργήματα της δεκαετίας του 1940: Τον «Τρίτο Άνθρωπο» και την «Καζαμπλάνκα». Δεν μπορεί όμως ούτε καν να πλησιάσει το εύρος και τη δύναμή τους και βασικός υπεύθυνος για αυτήν την «αποτυχία» δεν είναι άλλος από την πλοκή που, παρά τις πολιτικές προεκτάσεις και την πρωτότυπη δομή, ξεφουσκώνει αρκετά γρήγορα. Μια κάποια ευθύνη φέρει στα σίγουρα και ο Τζορτζ Κλούνι, ο οποίος, αν και κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μιμηθεί το μεταπολεμικό στιλ, δείχνει κυριολεκτικά εκτός εποχής. Αντίθετα η Κέιτ Μπλανσέτ, ξεπατικώνει με πολύ μεγάλη επιτυχία την Γκρέτα Γκάρμπο, κερδίζοντας το ερμηνευτικό παιχνίδι και προφέροντας ρίγη απόλαυσης στους λάτρεις του κλασικού σινεμά. Όπως και να έχει, η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα αισθητική πρόταση και είναι κρίμα το ότι δεν προβλήθηκε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες. Η παρούσα έκδοση DVD, που, αν και κάπως λιτή, διαθέτει υψηλή ποιότητα στο οπτικό της κυρίως μέρος, έρχεται να αναπληρώσει το κενό.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.