Η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ κυριάρχησε στο debate των Γάλλων Σοσιαλιστών υποψηφίων
Στο τρίτο και τελευταίο debate στη γαλλική τηλεόραση συμμετείχαν την Τρίτη οι υποψήφιοι για το χρίσμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος εν όψει των προεδρικών εκλογών, το 2007. Μεταξύ των θεμάτων που κυριάρχησαν ήταν η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.
Στο τρίτο και τελευταίο debate στο κανάλι της γαλλικής Γερουσίας Public Senat συμμετείχαν την Τρίτη οι υποψήφιοι για το χρίσμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος εν όψει των προεδρικών εκλογών, το 2007. Μεταξύ των θεμάτων που κυριάρχησαν ήταν η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.
Ο πρώτος γύρος των εκλογών στο Σοσιαλιστικό Κόμμα θα διεξαχθεί την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου. Οι 220.000 εγγεγραμμένοι οπαδοί του κόμματος θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στην πρώην υπουργό Περιβάλλοντος Σεγκολέν Ρουαγιάλ, τον πρώην υπουργό Οικονομίας Ντομινίκ Στρος Καν και τον πρώην πρωθυπουργό Λοράν Φαμπιούς.
Ο Φαμπιούς, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του «όχι» στο δημοψήφισμα για τη Συνταγματική Συνθήκη, τάχθηκε κατηγορηματικά κατά της ένταξης της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι μία «προνομιούχα εταιρική σχέση» θα είναι η πιο «τίμια πρόταση» που έχουμε να κάνουμε προς αυτή τη χώρα.
Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, από την πλευρά της, τόνισε πως μετά από 10-15 χρόνια, και εφ όσον η Τουρκία πληροί τις προϋποθέσεις, ο γαλλικός λαός θα αποφασίσει με δημοψήφισμα.
«Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας θα πρέπει να είναι η θέση του γαλλικού λαού» είπε η Ρουαγιάλ, επισημαίνοντας ότι για την ώρα δεν είναι δυνατόν να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις, καθώς «πρέπει να τηρηθούν οι υποσχέσεις, ο λόγος που έχει δώσει το κράτος». Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι το άνοιγμα προς την Τουρκία έγινε επί πρωθυπουργίας Λιονέλ Ζοσπέν.
Ο Ντομινίκ Στρος Καν έθεσε το θέμα Ευρώπη-Τουρκία γύρω από «έναν μακροπρόθεσμο οραματισμό για την ΕΕ και τις ευθύνες που θα πρέπει ν αναλάβει στο χώρο της Μεσογείου».
Το βασικό ερώτημα, είπε, είναι εάν στην τελική ευθεία, ύστερα από περίπου 15 χρόνια και εφ όσον η Τουρκία ικανοποιεί τα κριτήρια, θέλουμε πραγματικά να ενταχθεί ή όχι. Κατά την άποψή του «εάν η Τουρκία δεν δεθεί με την ΕΕ θα στραφεί προς την άλλη κατεύθυνση και τότε θα έχουμε στις πόρτες μας ένα κράτος που θα έχει ισχυρούς δεσμούς με χώρες όπως το Ιράκ ή το Ιράν».
Βλέποντας τον κόσμο τα επόμενα 40-50 χρόνια, ο Ντομινίκ Στρος Καν πρόσθεσε ότι έχοντας την υπερδύναμη των ΗΠΑ, αλλά και τις άλλες ανερχόμενες δυνάμεις όπως την Κίνα την Ινδία ή ακόμα τη Βραζιλία, η Ευρώπη θα πρέπει να είναι ικανή να αντισταθεί.
«Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά εφ όσον αναλάβει η Ευρώπη τις ευθύνες της στο χώρο που απετέλεσε το λίκνο της ιστορίας της και που είναι η Μεσόγειος» συμπλήρωση, τονίζοντας:
«Θα πρέπει να προετοιμασθούμε βλέποντας μακροπρόθεσμα μία Ευρώπη ευρύτερη από αυτήν με τα σημερινά σύνορα. Δεν βλέπω το μέλλον της Ευρώπης ύστερα από 40-50 χρόνια εάν δεν είμαστε ικανοί να ανοιχθούμε προς τον Νότο».
Κατέληξε λέγοντας ότι η στάση μας απέναντι στην Τουρκία θα πρέπει να είναι «χωρίς φιλοφροσύνες στα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα κοινωνικά ή και τα οικονομικά θέματα. Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν θα πρέπει να διακοπούν».
Αντικρούοντας τη θέση αυτή, ο Λοράν Φαμπιούς τόνισε ότι η μελλοντική Ευρώπη που σχεδίασε ο Ντομινίκ Στρος Καν θα έχει γύρω στα 50 μέλη «πράγμα που θα καταστήσει αδύνατη κάθε πολιτική ενοποίηση. Θα οδηγηθούμε έτσι προς μία Ευρώπη της ελεύθερης αγοράς. Εγώ θέλω μία Ευρώπη κοινωνική, περιβαλλοντική, δημοκρατική. Λέω ναι στη συνεργασία με τις γείτονες χώρες με κανέναν τρόπο όμως δε θέλω να τις εντάξω στους μηχανισμούς αποφάσεων» κατέληξε ο Φαμπιούς.
Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ υποστήριξε, τέλος, ότι «θα πρέπει να γίνει μία παύση στη διεύρυνση της Ευρώπης, ώστε να εξασφαλισθεί μία καλή λειτουργία με τις χώρες που έως τώρα έχουν ενταχθεί», ενώ χαρακτήρισε «αδύνατη και μη λογική» την πρόταση του Ντομινίκ Στρος Καν για «διεύρυνση της Ευρώπης πρός το νότο».
Οι τρεις υποψήφιοι θα έχουν την τελευταία κοινή τους συνάντηση την Πέμπτη στην Τουλούζη, ενώπιον των ψηφοφόρων οπαδών του Σοσιαλιστικού Κόμματος, χωρίς τις τηλεοπτικές κάμερες αυτή τη φορά.
Μια προπόνηση που στοχεύει στη βελτίωση της κίνησης και της ευλυγισίας ώστε να ενισχυθεί η φυσική απόδοση, όχι μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και σε καθημερινές μας δραστηριότητες.