Χαλαρή η αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων, εκτιμά ο Ευ.Βενιζέλος
Τη θέση ότι η αντιμετώπιση των θεμάτων που αφορούν την Κύπρο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις γίνεται από την κυβέρνηση με πολύ πιο χαλαρό και ήπιο τρόπο, διατυπώνει ο πρώην υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής της ΕΕ.
Τη θέση ότι η αντιμετώπιση των θεμάτων που αφορούν την Κύπρο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις γίνεται από την κυβέρνηση με πολύ πιο χαλαρό και ήπιο τρόπο, διατυπώνει ο πρώην υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, σχολιάζοντας -με άρθρο του στα Νέα- τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών.
Συγκεκριμένα, ο πρώην υπουργός Πολιτισμού αναφέρει ότι «τα όσα έγιναν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 16ης/17ης Δεκεμβρίου 2004 στις Βρυξέλλες αποκαλύπτουν το στρατηγικό κενό της κυβέρνησης και ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ως προς το Κυπριακό».
Όπως σημειώνει, η αντιμετώπιση των θεμάτων αυτών γίνεται «με τρόπο που σίγουρα δεν προκαλεί καμία εσωτερική δυσχέρεια στον κ. Ερντογάν, αλλά και δεν προσφέρει καμία ιδιαίτερη εγγύηση στην Κυπριακή Δημοκρατία και στην Ελλάδα για θέματα που δεν είναι στενά εθνικά τους, αλλά βρίσκονται στον πυρήνα των αξιών και των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Αναφερόμενος στην τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Κυπριακή Δημοκρατία και το κατά πόσον αυτό συνιστά έμμεση ή de facto αναγνώρισή της από την Αγκυρα, ο κ. Βενιζέλος σημειώνει ότι «κατά το διεθνές δίκαιο, όταν ένα κράτος (η Τουρκία) προβαίνει σε μία ενέργεια (τελωνειακή ένωση με την Κυπριακή Δημοκρατία) με ρητή δήλωση επιφύλαξης ότι αυτή της η ενέργεια δεν συνιστά αναγνώριση του άλλου κράτους, αυτή δεν επέρχεται». Επισημαίνει, δε, το ερώτημα «μήπως μία εκβιασμένη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, θα μπορούσε να ενταχθεί από αυτήν σε μία τουρκική στρατηγική που στοχεύει στη διεθνή αναγνώριση της τουρκοκυπριακής οντότητας και κατά συνέπεια στη νομιμοποίηση της διχοτόμησης».
Σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, «αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν -όπως πιθανολογείται έντονα- πριν την ουσιαστική έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, επαναληφθεί η πρωτοβουλία του γενικού γραμματέα του OΗΕ και επανέλθει στο προσκήνιο, έστω ως βάση συζήτησης, το σχέδιο Ανάν».
Ο κ. Βενιζέλος εκτιμά ότι «ακόμη πιο προβληματικά είναι τα πράγματα ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις» και στο σημείο αυτό συγκρίνει τα αποτελέσματα της Συνόδου του Ελσίνκι με τη Σύνοδο των Βρυξελλών. Όπως λέει, η κυβέρνηση αν και ήταν ιδιαίτερα επικριτική για το Ελσίνκι, ύστερα από μία περιπλάνηση δίχως στρατηγική επί 10 μήνες, ξαναγύρισε στη συμφωνία αυτή (σημείο 20 των συμπερασμάτων των Βρυξελλών) «και μάλιστα ο πρωθυπουργός επαίρεται γι αυτό».
Ωστόσο, ο κ. Βενιζέλος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση αποδυνάμωσε τη συμφωνία του Ελσίνκι επειδή «αποδέχθηκε την αφαίρεση του χρονικού ορόσημου του τέλους του 2004 χωρίς αντικατάστασή του και την πρόταξη των διερευνητικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών σε σχέση με την προσφυγή στη Χάγη».
«Αυτές όμως οι διατυπώσεις είναι προφανώς πολύ πιο κοντά στις πάγιες τουρκικές θέσεις για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και αποφορτίζουν την πίεση προς την τουρκική πλευρά. Αυτό δυστυχώς εναρμονίζεται με την δεδηλωμένη επιλογή της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης, όλα αυτά τα ζητήματα να κινούνται με πολύ πιο χαλαρό και αργό ρυθμό, χωρίς επιταχύνσεις και χωρίς πυκνώσεις του πολιτικοδιπλωματικού χρόνου καθώς, όπως δήλωσε ο κ. Καραμανλής, μία υπόθεση που διαρκεί τριάντα χρόνια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε λίγους μήνες» τονίζει ο κ. Βενιζέλος.
Ο πρώην υπουργός επισημαίνει επίσης ότι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν έχει περιορίσει τις πολιτικές δυνατότητες αντίδρασης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Αυτό που ζητήθηκε και αυτό που λήφθηκε τελικά (ακόμη και αν ερμηνευθεί και εφαρμοστεί με τον πιο σαφή και σκληρό τρόπο για την Τουρκία) ήταν το λιγότερο δυνατό. Ή μάλλον κάτι σαφώς λιγότερο από το θεσμικά αυτονόητο, ότι δεν γίνεται να ζητάς την ένταξή σου σε μία περιφερειακή ένωση, χωρίς να αναγνωρίζεις όλα τα κράτη-μέλη αυτής της ένωσης» υπογραμμίζει.
«Στον τόπο μας η συναίνεση ως προς τα εθνικά θέματα είναι δεδομένη και ευρεία. Είναι όμως φανερό ότι αυτή δεν φτάνει. Χρειάζεται να ξέρουμε τι θέλουμε, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο να διαμορφωθεί και κυρίως να λεχθεί. Είναι όμως αναγκαίο να γίνει, αν δεν θέλουμε να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις» προσθέτει.
Η ένταξη της Τουρκίας
Αναφερόμενος στην παροχή στην Τουρκία ημερομηνίας για την έναρξη των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων, ο κ. Βενιζέλος καταγράφει τη σκληρή στάση των Ευρωπαίων, αλλά και την απόφαση του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν να αποδεχθεί τους αυστηρούς όρους που έθεσε η ΕΕ.
«O διακανονισμός συνεπώς μεταξύ του κ. Ερντογάν και των Ευρωπαίων ομολόγων του είναι σαφής, σκληρός και αμοιβαία ικανοποιητικός με βάση τις εσωτερικές (και όχι τις αόριστα «ευρωπαϊκές») ανάγκες του καθενός» καταλήγει ο Ευάγγελος Βενιζέλος.