Επιδείνωση οικονομικού κλίματος από το Σεπτέμβριο διαπιστώνει το ΙΟΒΕ
Μετά από τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στις αρχές του χρόνου, από το Μάιο και μετά οι προσδοκίες άρχισαν να περιορίζονται, και από το Σεπτέμβριο και μετά το οικονομικό κλίμα χειροτερεύει, αναφέρει το ΙΟΒΕ στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του.
Μετά από την εντυπωσιακή βελτίωση του οικονομικού κλίματος στις αρχές του χρόνου, από το Μάιο και μετά οι προσδοκίες σε όλους τους τομείς της οικονομίας άρχισαν να περιορίζονται, καθώς η προολυμπιακή αισιοδοξία μετετράπη σε μεταολυμπιακό σκεπτικισμό, με αποτέλεσμα από τον Σεπτέμβριο και μετά το οικονομικό κλίμα να χειροτερεύει, όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του.
Οι προβλέψεις για το 2005, σύμφωνα με το Ινστιτούτο, προεξοφλούν άνοδο του ΑΕΠ γύρω στο 3,5%-4%. Οι παράγοντες που στηρίζουν την πρόβλεψη αυτή είναι αφενός η εκτίμηση ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσει και το 2005 να αυξάνει με ταχύ ρυθμό (τροφοδοτούμενη κυρίως από τα χαμηλά επιτόκια και την καταναλωτική πίστη, ενώ προβλέπεται άνοδος και του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος) και αφετέρου η άνοδος των επενδύσεων, η οποία θα επιβραδυνθεί μεν σε σχέση με το 2004, θα διατηρήσει όμως επαρκή δυναμισμό.
Οι επιχειρηματικές επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές), αναμένεται να επιβραδυνθούν σημαντικά το 2005, ενώ τα άμεσα θετικά αποτελέσματα του νέου αναπτυξιακού νόμου δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν αξιόπιστα σε αυτή τη φάση, όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ. Η επιβράδυνση αφορά καταρχήν τις κατασκευές, η πορεία των οποίων είναι ήδη έντονα πτωτική, ενώ η οικοδομική δραστηριότητα το 2005 είναι ενδεχόμενο να μειωθεί.
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι η απογραφή επιβεβαίωσε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο δυο καίρια ζητήματα: την προβληματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και την βραδύτητα της δημοσιονομικής προσαρμογής των τελευταίων ετών. Σήμερα, μετά την απογραφή, είναι πλέον γενικά αποδεκτό, όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, ότι το δημοσιονομικό είναι μείζον πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και απόλυτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.
Σχετικά με τον Προϋπολογισμό του 2005, επισημαίνεται ότι στον τομέα κυρίως των πρωτογενών δαπανών η πρόοδος είναι διστακτική και περιορίζεται στην επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου τους, ενώ γενικότερα, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που προβλέπει, ο Προϋπολογισμός του 2005 θεωρείται ότι δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα προβλήματα που ανέδειξε με οξύτητα η δημοσιονομική απογραφή.
Για το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, επισημαίνεται ότι οι μειώσεις των φόρων, τουλάχιστον για το 2005, διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα για να περιορισθεί στο ελάχιστο η πιθανή άμεση απώλεια εσόδων που μπορεί να προκύψει το πρώτο διάστημα. Με δεδομένους τους συγκεκριμένους δημοσιονομικούς περιορισμούς, το νομοσχέδιο κρίνεται ότι βελτιώνει κάποιες πλευρές της φορολογικής πολιτικής, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την προσπάθεια για περιορισμό των ελλειμμάτων και του χρέους, έτσι εκτιμάται κατ αρχήν ότι οι επιπτώσεις του φορολογικού νομοσχεδίου στην οικονομική δραστηριότητα μπορεί να είναι θετικές.
Το αναπτυξιακό νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται «ισχυρό αναπτυξιακό εργαλείο» αλλά επισημαίνεται ότι το κύριο συνεπώς ζητούμενο είναι να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα του νέου νόμου και στο πλαίσιο αυτό το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι πρέπει να υπάρξουν ουσιαστικές βελτιώσεις στην κατεύθυνση της άρσης των εμποδίων της επενδυτικής δραστηριότητας.