Στη Βουλή κατέθεσε ο Γ.Αλογοσκούφης την έκθεση της Eurostat για τα δημοσιονομικά
Σε κλίμα έντονης αντιπαράθεσης με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης κατέθεσε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής την έκθεση της Eurostat για την αναθεώρηση των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων.
Με τη φράση «ήρθε η ώρα να αποδεχθείτε την αλήθεια ως έχει» προς τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ συνόδευσε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης την κατάθεση της έκθεσης της Eurostat για την αναθεώρηση των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων στην επιτροπή Οικονομικών της Βουλής.
Ενθυμούμενος μάλιστα το ρηθέν υπό του φιλοσόφου Αρθούρου Σοπενχάουερ, ο κ. Αλογοσκούφης είπε ότι «η αλήθεια διατρέχει τρεις φάσεις: Πρώτα λοιδωρείται, κατόπιν πολεμιέται βίαια και, τέλος, γίνεται αποδεκτή ως έχει».
Ο υπουργός επέκρινε την αξιωματική αντιπολίτευση ότι επιδίδεται σε σενάρια κινδυνολογίας, ώστε να προκληθεί σύγχυση στο λαό και να αποκρυφθούν τα δικά της λάθη. «Καθημερινά ρίχνετε μελάνι για να ξεφύγετε, αλλά έχετε κουράσει το λαό» είπε, υπογραμμίζοντας ότι «η κυβέρνηση με την πολιτική της αποκαθιστά την αξιοπιστία της χώρας και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό».
Η κατάθεση της έκθεσης της Eurostat καθώς και η σχετική δήλωση του κ. Αλογοσκούφη προκάλεσε την αντίδραση των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Προς στιγμήν, σηκώθηκαν οι τόνοι καθώς οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζήτησαν να απαντήσουν άμεσα στα όσα είπε ο υπουργός. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό, καθώς δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη από τον κανονισμό.
O γενικός εισηγητής Γ.Φλωρίδης τόνισε ότι η απογραφή έγινε από την κυβέρνηση της ΝΔ και όχι από τη Eurostat και ότι αποτελεί δική της ευθύνη τόσο η αλλαγή του κανόνα για την αποτύπωση των αμυντικών δαπανών όσο και η διερεύνηση των δημοσιονομικών και πριν το 2000.
«Ξεχάσατε όμως να δώσετε το κομμάτι της έκθεσης με τις νομικές συνέπειες» δήλωσε ο κ. Φλωρίδης και πρόσθεσε ότι θα έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ της καταδίκης και της φυλάκισης και του να μας αφήσουν ελεύθερους υπό παρακολούθηση, όπως κάνουν οι Αμερικάνοι με τους επιτηρούμενους.
Εκ μέρους του ΚΚΕ, επί της απογραφής μίλησε ο ειδικός αγορητής του κόμματος Αγγ. Τζέκης ο οποίος είπε ότι «το αποτέλεσμα της απογραφής χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση για να προωθήσει τις διαρθρωτικές αλλαγές που επιβάλλει και η ΕΕ». Εκ μέρους του ΣΥΝ ο Γ.Δραγασάκης είπε ότι αντί της έκθεση της Eurostat θα έπρεπε να συζητάμε την αντίστοιχη έκθεση της Βουλής για να υπάρξει από εδώ και πέρα ένας αξιόπιστος και διαφανής προϋπολογισμός.
Τα στοιχεία της Eurostat
Σύμφωνα με την έκθεση της Eurostat, η αξιοπιστία των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής στο παρελθόν, ενώ τα στατιστικά θέματα της Ελλάδας αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων με την Eurostat περισσότερο από όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Επίσης, αναφέρεται ότι «οι σχετικές αμφιβολίες της Eurostat διατυπώθηκαν πολλές φορές στο παρελθόν με υποσημειώσεις, ιδιαίτερα σχόλια και αστερίσκους στα δελτία Τύπου της».
Η Eurostat αναφέρει ότι το 2002 έγινε μια σημαντική αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων της Ελλάδας κατόπιν απαίτησης της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας. Η αναθεώρηση αυτή οδήγησε σε επιδείνωση του ελλείμματος κατά 1% του ΑΕΠ το 2000 και 1,3% το 2001, ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 1,5% και 1,9% του ΑΕΠ αντίστοιχα.
Όπως επισημαίνει η ευρωστατιστική υπηρεσία, «οι βασικοί λόγοι της αναθεώρησης των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων για την περίοδο 2000-2003 συνοψίζονται στην ελλιπή καταγραφή των αμυντικών δαπανών, στην υπερεκτίμηση του πλεονάσματος των ασφαλιστικών οργανισμών και στην αναθεώρηση -προς τα κάτω- των εκτιμήσεων για τα φορολογικά έσοδα (κυρίως από ΦΠΑ). Αυτά τα τρία στοιχεία από μόνα τους ερμηνεύουν περίπου το 90% των συνολικών αναθεωρήσεων.
Επίσης καταγράφονται τα νέα στοιχεία του δημοσιονομικού ελλείμματος για την περίοδο 1997-1999: 1997: 6,6% του ΑΕΠ έναντι 4%, 1998: 4,3% του ΑΕΠ έναντι 2,5%, 1999: 3,4% του ΑΕΠ έναντι 1,8%. Οι αναθεωρήσεις αυτές οφείλονται κυρίως στην πληρέστερη καταγραφή των αμυντικών δαπανών, στους κεφαλαιοποιημένους τόκους, στη σωστή καταγραφή των κεφαλαιακών μεταβιβάσεων και των εσόδων από την ΕΕ μετά τη μετάβαση από το ESA79 στο ESA95.
Για την ίδια περίοδο τα στοιχεία του χρέους της γενικής κυβέρνησης διαμορφώνονται ως εξής: 1997: 114,0% του ΑΕΠ έναντι 108,2%, 1998: 112,4% του ΑΕΠ έναντι 105,8%, 1999: 112,3% του ΑΕΠ έναντι 105,2%.
Υποσημειώσεις της Eurostat
Ειδικότερα για τις αμυντικές δαπάνες αναφέρεται ότι το 2002 δηλώθηκε ότι οι προκαταβολές που πληρώνονται στους προμηθευτές στρατιωτικού υλικού αντιμετωπίζονται ως χρηματοοικονομικές συναλλαγές και ότι με την παραλαβή του εξοπλισμού η ΕΣΥΕ λαμβάνει την πληροφόρηση και την καταχωρίζει στους εθνικούς λογαριασμούς. «Η πραγματικότητα είναι ότι η ΕΣΥΕ και το υπουργείο Οικονομικών δεν έλαβαν καμία πληροφόρηση για παραλαβές στρατιωτικού υλικού από το 1997. Έτσι, οι περισσότερες αμυντικές δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν με δανεισμό δεν καταγράφηκαν τα τελευταία επτά χρόνια».
Για τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών οργανισμών σημειώνεται ότι «η Eurostat ζήτησε το 2002 έναν κατάλογο των ασφαλιστικών φορέων και των οικονομικών τους αποτελεσμάτων, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Επανήλθε στο θέμα το Σεπτέμβριο του 2003 και έδωσε προθεσμία μέχρι το Σεπτέμβριο 2004 για την παροχή πιο αξιόπιστων στοιχείων. Έτσι διενεργήθηκε από την άνοιξη του 2004 νέα εκτενής έρευνα από την ΕΣΥΕ για όλους αυτούς τους φορείς, που κάλυψε τα έτη 2002 και 2003. Το αποτέλεσμα αυτής ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να αναθεωρηθούν τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών οργανισμών προς τα κάτω».
Τέλος, για τη ΔΕΚΑ «η Eurostat θεωρούσε ότι η ΔΕΚΑ ενεργούσε εκ μέρους και κατόπιν οδηγιών της κυβέρνησης και ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μονάδα με αυτονομία αποφάσεων. Έτσι τον Οκτώβριο του 1997 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΔΕΚΑ έπρεπε να κατατάσσεται εντός της γενικής κυβέρνησης, χωρίς όμως θετική ανταπόκριση από τις ελληνικές αρχές».
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.