Μισό αιώνα ζωής συμπληρώνει το ιταλικό Grand Prix, φιλοξενούμενο στο Autodromo Nazionale Monza, με εξαίρεση το 1980, που έγινε στην Imola. Φέτος, ο δημοφιλής αγώνας, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου, συγκεντρώνει την προσοχή όλων, αφού θα αποτελέσει την υπέρτατη μάχη της Ferrari επί πατρίου εδάφους για την επιστροφή της στην κορυφή της βαθμολογίας, ενώπιον των χιλιάδων ένθερμων tifosi.
Μισό αιώνα ζωής συμπληρώνει το ιταλικό Grand Prix, φιλοξενούμενο στο Autodromo Nazionale Monza, με εξαίρεση το 1980, που έγινε στην Imola. Φέτος, ο δημοφιλής αγώνας, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου, συγκεντρώνει την προσοχή όλων, αφού θα αποτελέσει την «υπέρτατη μάχη» της Ferrari επί πατρίου εδάφους για την επιστροφή της στην κορυφή της βαθμολογίας, ενώπιον των χιλιάδων ένθερμων tifosi.
H πίστα της Monza έχει μία μακρόχρονη ιστορία στο χώρο της Formula 1. Από το 1950, όταν έγινε ο πρώτος αγώνας στο ιταλικό circuit με νικητή το Nino Farina με Ferrari, η Monza θεωρήθηκε η «Μέκκα» των Grand Prix. Εκτοτε, 30 οδηγοί έχουν ανέβει στην πρώτη θέση του βάθρου των νικητών του ιστορικού αγώνα, με τον Nelson Piquet να έχει σημειώσει τις περισσότερες νίκες (τέσσερις).
Η Monza θεωρείται μία από τις ταχύτερες πίστες, χωρίς να έχει χάσει το χαρακτήρα της, μετά την προσθήκη τριών chicane (Goodyear, Roggia και Ascari) για λόγους ασφαλείας. Ωστόσο, στην πίστα αυτή, τρεις οδηγοί έχουν χάσει τη ζωή τους.
Το 1961 ο Wolfgang von Trips, οδηγώντας μία Ferrari 156 V6, σκοτώθηκε παρασύροντας στο θάνατο 12 θεατές, ενώ το 1970 ο Jochen Rindt είχε ένα θανατηφόρο ατύχημα στη στροφή Parabolica κατά τη διάρκεια των πρωινών δοκιμών της παραμονής του αγώνα, λόγω βλάβης της ανάρτησης της Lotus 72/Ford Cosworth που οδηγούσε, κατακτώντας όμως το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της χρονιάς, μετά το θάνατό του.
Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Ronnie Peterson, νικητής του ιταλικού Grand Prix το 73, το 74 και το 76, έχασε τη ζωή του, όταν η Lotus 78/Ford Cosworth διαλύθηκε έπειτα από μία τρομακτική «καραμπόλα» αμέσως μετά την εκκίνηση του αγώνα.
Για λόγους ασφαλείας, οι υπεύθυνοι της Monza τροποποίησαν στην αρχή της χρονιάς τη χάραξη του πρώτου, διπλού chicane μετά την εκκίνηση (Variante Goodyear), ένα σημείο στο οποίο έχουν συμβεί πολλά ατυχήματα, καθώς η αγωνιστική γραμμή στένευε απότομα, με τους οδηγούς να περνούν όλοι μαζί επάνω στα χαμηλά kerb, σε ευθεία τροχιά. Τώρα, είναι αναγκασμένοι να φρενάρουν για να στρίψουν δεξιά, μπαίνοντας σε μία σειρά, ενώ η τροποποίηση του chicane Roggia δεν τους απασχολεί ιδιαίτερα.
Ωστόσο, πολλοί οδηγοί έχουν εκφράσει τις αντιρρήσεις τους για την αποτελεσματικότητα της τροποποίησης, αφού ουσιαστικά η Variante Goodyear αποτελεί και πάλι ένα κλειστό chicane, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα. Στο συγκεκριμένο σημείο, η ταχύτητα των μονοθεσίων περιορίζεται πλέον στα 60χ.α.ώ., αντί των 80χ.α.ώ. που ήταν πριν από την τροποποίηση, ενώ αμέσως μετά την εκκίνηση αναμένεται συνωστισμός των οδηγών που θα πρέπει να φρενάρουν οριακά πριν από τη στενή είσοδο.
Το μήκος της πίστας έχει αυξηθεί κατά 22μ., με παράλληλη αύξηση του μέσου χρόνου του γύρου κατά 2 δευτερόλεπτα περίπου. Εντούτοις, ο αριθμός των γύρων που θα καλύψουν οι οδηγοί θα παραμείνει στους 53, αφού, ενδεικτικά, ο συνολικός χρόνος που πέτυχε ο περσινός νικητής του ιταλικού Grand Prix H.H.Frentzen (1:17:02,923) δεν αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο από 1:50 περίπου, ενώ η πρόσθετη διαδρομή δεν θα υπερβεί τα 1.166μ.
Στην πίστα της Monza, η θέση στη σειρά εκκίνησης αποτελεί σημαντικό κριτήριο επιτυχίας, καθώς οι προσπεράσεις κατά τον αγώνα αποτελούν δύσκολο εγχείρημα. Οι υψηλές ταχύτητες των ευθειών της πίστας επιβάλλουν μειωμένη αεροδυναμική πίεση για να πραγματοποιηθούν, με αποτέλεσμα την αστάθεια των μονοθεσίων στο φρενάρισμα, αλλά και την υπερθέρμανση των φρένων, αφού οι οδηγοί καλούνται να φρενάρουν από τα 330χ.α.ώ στα 110, ακόμη και στα 60. Είναι δύσκολο να επιχειρήσουν προσπεράσεις σε αυτά τα σημεία, βασιζόμενοι κυρίως στην επιτάχυνση που θα τους δώσουν οι κινητήρες από την έξοδο της προηγούμενης στροφής, αλλά και στη σωστή επιλογή της κλιμάκωσης των σχέσεων του κιβωτίου ταχυτήτων.
Η στρατηγική των pit-stop θα κρίνει πολλά, καθώς οι ομάδες προσανατολίζονται σε μία και μοναδική επίσκεψη στα pits. Σε μία γρήγορη πίστα, όπως η Monza, είναι δύσκολο να σημειωθούν μεγάλες διαφορές, οι οποίες θα επιτρέψουν στους «ισοδύναμους» αντιπάλους την πολυτέλεια των δύο pit-stop και του λιγοστού φορτίου καυσίμου, εκτός από τους οδηγούς με αδύναμα μονοθέσια. Δεν αποκλείεται όμως να υπάρξουν και οι «εκπλήξεις», καθώς οι υψηλοί ρυθμοί περιστροφής των κινητήρων στις μεγάλες ευθείες της Monza, αυξάνουν υπερβολικά την κατανάλωση του καυσίμου.
H συμπεριφορά των ελαστικών πρέπει να σχετισθεί με την απόδοσή τους σε υψηλές θερμοκρασιακές συνθήκες, καθώς καλούνται να παραλάβουν το θερμικό «φορτίο» των φρένων στις οριακές επιβραδύνσεις της Monza. Η επιλογή των ελαστικών Soft είναι παρακινδυνευμένη, και οι οδηγοί προσανατολίζονται στα Medium και Hard ελαστικά, προκειμένου, εκτός των άλλων, να μην έχουν απώλεια τελικής ταχύτητας λόγω υπερβολικής πρόσφυσης, εξασφαλίζοντας πρόσθετα την απαραίτητη αντοχή στη φθορά τους (στην περίπτωση ενός pit-stop) και στην κόπωσή τους στις επαφές με τα kerbs των στροφών.
Οι προβληματισμοί ανήκουν περισσότερο στην ομάδα της Ferrari, η οποία, εκτός των άλλων, αντιμετωπίζει πρόβλημα με την υπερθέρμανση των πίσω ελαστικών των μονοθεσίων της από τις εξατμίσεις. Πρόσθετα, πρέπει να συνδυάσει την ισχύ (και την κατανάλωση) του βελτιωμένου κινητήρα της με τον ιδιαίτερο τρόπο οδήγησης του Michael Schumacher, ο οποίος προτιμά μεγάλη ταχύτητα εισόδου στις στροφές, γλιστρώντας κατόπιν ελαφρά προς την έξοδο, φθείροντας και υπερθερμαίνοντας τα ελαστικά του. Γι αυτόν το λόγο, ο Γερμανός οδηγός προτιμά συνήθως πιο σκληρά ελαστικά σε σχέση με τους άλλους, με τη γεωμετρία των μπροστινών τροχών της Ferrari ρυθμισμένη με ιδιαίτερο, πιο «κλειστό» τρόπο, που τον εξυπηρετεί στην υπερστροφική του οδήγηση.
Παρά το ταλέντο του βραζιλιάνου οδηγού, ο ρόλος του Rubens Barrichello ενδέχεται να περιοριστεί στην «καθυστέρηση» των οδηγών της McLaren και τον τερματισμό του μπροστά από ένα, τουλάχιστον, βρετανικό μονοθέσιο, αναχαιτίζοντάς την βαθμολογικά. H τακτική αυτή θα καθοριστεί προφανώς από τον χρόνο που θα πετύχει ο δεύτερος οδηγός της Ferrari στις χρονομετρημένες δοκιμές, και από το πόσο φορτίο καυσίμου θα μεταφέρει από την αρχή του αγώνα, σε περίπτωση που θα ενεργήσει σαν «εμπόδιο» των McLaren.
Oπως και να έχει, οι επικεφαλής της Scuderia Ferrari εύχονται να βρεθεί ακόμη ένας οδηγός άλλης ομάδας, εκτός του R. Barrichelo, ανάμεσα στο μονοθέσιο του Michael Schumacher και τις McLaren, εκτός βέβαια, αν ο Γερμανός Πρωταθλητής αναγκαστεί να «κυνηγήσει» τους οδηγούς της βρετανικής ομάδας.
Συνοπτικά, ο αγώνας πρόκειται να εξελιχθεί σε αναμέτρηση «ισχυρών», ως προς την απόδοση, κινητήρων (και της ικανότητάς τους σε υψηλούς ρυθμούς περιστροφής στις ευθείες της Monza). «Υποψήφιοι», οι κινητήρες της McLaren και Ferrari, χωρίς να υποτιμώνται οι κινητήρες των μονοθεσίων της Williams, της Jordan, της ΒΑR και της Arrows, που έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους σε γρήγορες πίστες, όπως η Monza.
Ο τηλεοπτικός σταθμός ALPHA θα μεταδώσει απευθείας τις χρονομετρημένες δοκιμές και τον αγώνα το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου (13:45-15:00) και την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου στις 14:30, αντίστοιχα.
Το πρόγραμμα του Grand Prix Ιταλίας
Grand Prix Ιταλίας Monza 8-10 Σεπτεμβρίου-14ος γύρος F1