«Πρεμιέρα» σε ένα μήνα για τα λεωφορεία φυσικού αερίου στην Αθήνα
Νέα αστικά λεωφορεία αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, που θα κινούνται με φυσικό αέριο, θα αρχίσουν να κυκλοφορούν στην Αθήνα από τον ερχόμενο μήνα, όπως αναφέρει σε δημοσίευμά της τη Δευτέρα η εφημερίδα Τα Νέα. Η Αθήνα είναι η πρώτη πόλη στον κόσμο που θα εφαρμόσει το οικολογικό αυτό μέτρο σε μεγάλη έκταση.
Νέα αστικά λεωφορεία αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, που θα κινούνται με φυσικό αέριο, θα αρχίσουν να κυκλοφορούν στην Αθήνα από τον ερχόμενο μήνα, όπως αναφέρει σε δημοσίευμά της τη Δευτέρα η εφημερίδα Τα Νέα. Η Αθήνα είναι η πρώτη πόλη στον κόσμο που θα εφαρμόσει το οικολογικό αυτό μέτρο σε μεγάλη έκταση.
Σύμφωνα με τους υπευθύνους του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ), που επικαλείται το δημοσίευμα, τα λεωφορεία με φυσικό αέριο είναι τεχνολογίας τελευταίας γενιάς και θεωρούνται από τα πλέον οικολογικά οχήματα, καθώς θα επιβαρύνουν ελάχιστα την ατμόσφαιρα με ρύπους.
Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο που υποδέχεται μαζικά το μέτρο, καθώς έως τα τέλη της ερχόμενης άνοιξης αναμένεται να κυκλοφορήσουν στο Λεκανοπέδιο περίπου 300 λεωφορεία τέτοιου τύπου.
Στην πρωτεύουσα βρίσκονται ήδη τρία λεωφορεία φυσικού αερίου. Μέσα στον Οκτώβριο πρόκειται να παραληφθούν άλλα 12 και έως τα τέλη του 2000 ο ΟΑΣΑ θα διαθέτει περίπου 100 οχήματα.
Σύμφωνα με τον τεχνικό σύμβουλο του ΟΑΣΑ, Τάκη Μπιζά, τα καινούρια λεωφορεία είναι απολύτως ασφαλή. Το πεπιεσμένο φυσικό αέριο θα είναι αποθηκευμένο στις οκτώ ειδικές φιάλες που βρίσκονται στην οροφή τους.
Τα νέα λεωφορεία θα στεγάζονται στο αμαξοστάσιο του ΟΑΣΑ στα Ανω Λιόσια, όπου η Δημόσια Επιχείρηση Αερίου (ΔΕΠΑ) κατασκευάζει ειδικό χώρο για τον ανεφοδιασμό τους.
Οι ειδικές φιάλες θα χρειάζονται μόνο τέσσερα λεπτά για να γεμίσουν και θα είναι σε θέση να διανύουν συνολικά απόσταση 350χλμ.
Θα έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν 92 επιβάτες -33 καθήμενους και 59 όρθιους- και θα διαθέτουν κλιματισμό. Τα πρώτα λεωφορεία θα κυκλοφορήσουν σε περιοχές της βορειοδυτικής Αθήνας.
Το κόστος κάθε οχήματος ανέρχεται στα 94 εκατομμύρια δραχμές και η αγορά τους χρηματοδοτείται κατά 50% από το Β Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και κατά το υπόλοιπο 50% από το Δημόσιο.