Εκπαιδευτικοί κάθε βαθμίδας και ειδικότητας αναθεωρούν τη στάση τους απέναντι στη δημόσια εκπαίδευση, με τα πρόσφατα στοιχεία να αποτυπώνουν μια απρόσμενη πραγματικότητα και να αναδεικνύουν την έλλειψη πολιτικής βούλησης για ποιοτική αναβάθμιση της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Τα πρόσφατα στοιχεία του ΑΣΕΠ αποκαλύπτουν μια σημαντική μείωση στον αριθμό των αιτήσεων για την πρόσληψη εκπαιδευτικών, γεγονός που υποδηλώνει μια βαθιά κρίση στον κλάδο

Η πρόσφατη ολοκλήρωση της υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων (1ΓΕ/2026 και 2ΓΕ/2026) μέσω ΑΣΕΠ έφερε στο φως δεδομένα που ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν.

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι δημιουργώντας τη νέα ανθρωπογεωγραφία της δημόσιας εκπαίδευσης. Μια καθίζηση των αιτήσεων της τάξης των 22.000 σε σύγκριση με την αντίστοιχη διαδικασία του 2023.

Μια κοινωνική, θεσμική και οικονομική μετατόπιση

Αυτή η ποσοτική υποχώρηση δεν αποτελεί μια απλή, στεγνή στατιστική μεταβολή στα αρχεία την ανεξάρτητης αρχής. Αντίθετα, αποτελεί το αποτύπωμα μιας βαθιάς κοινωνικής, θεσμικής και οικονομικής μετατόπισης που συντελείται στο παρασκήνιο της ελληνικής κοινωνίας.

Η δεξαμενή των πτυχιούχων που κάποτε έβλεπαν το δημόσιο σχολείο ως λιμάνι επαγγελματικής ασφάλειας μοιάζει να στερεύει, ή τουλάχιστον να αναδιαμορφώνεται βίαια.

Και υπάρχει εξήγηση για αυτό.

Χαμηλοί μισθοί – Κόστος στέγασης

Ο βασικότερος και πιο άμεσος λόγος της απομάκρυνσης των νέων επιστημόνων από τους πίνακες κατάταξης είναι καθαρά οικονομικός. Ο θεσμός του αναπληρωτή, ο οποίος για δεκαετίες λειτουργούσε ως το αναγκαίο «αγροτικό» κάθε νέου πτυχιούχου πριν τον μόνιμο διορισμό, έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά κοστοβόρα διαδικασία.

Το ράλι των ενοικίων και η στεγαστική κρίση, που πλήττουν με σφοδρότητα τα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά κυρίως τις τουριστικές περιοχές (νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου και την Κρήτη), έχουν δημιουργήσει συνθήκες οικονομικής ασφυξίας. Όταν ένας νεοδιόριστος ή ένας αναπληρωτής εκπαιδευτικός καλείται να ζήσει με έναν καθαρό μηνιαίο μισθό που αγγίζει τα 850 με 950 ευρώ, και καλείται να διαθέσει τα 400 ή 500 ευρώ εξ αυτών μόνο για τη στέγαση σε ένα υποτυπώδες διαμέρισμα, η εξίσωση της επιβίωσης απλά δεν βγαίνει.

Αν στα έξοδα αυτά προστεθεί η γενικευμένη ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, το κόστος των καυσίμων και η συχνή ανάγκη για μετακινήσεις (ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια για την επιστροφή στον τόπο μόνιμης κατοικίας), το αποτέλεσμα είναι αρνητικό. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι η επιλογή να εργαστούν ως αναπληρωτές στην επαρχία σημαίνει, στην πραγματικότητα, ότι θα πρέπει να επιδοτούνται από τις οικογένειές τους για να μπορούν να διδάσκουν. Αυτό το οικονομικό αδιέξοδο λειτουργεί ως ισχυρό αποτρεπτικό φίλτρο, απομακρύνοντας κυρίως τους υποψηφίους που δεν διαθέτουν την απαραίτητη οικονομική επιφάνεια για να στηρίξουν το ξεκίνημα της καριέρας τους.

Οι εκπαιδευτικοί στη μεταμνημονιακή εποχή

Μια άλλη, σαφώς πιο θετική ανάγνωση των δεδομένων, σχετίζεται με την αλλαγή της πολιτικής προσλήψεων την τελευταία πενταετία. Μετά από μια μακρά περίοδο μνημονιακής «ξηρασίας», κατά την οποία οι μόνιμοι διορισμοί είχαν παγώσει ολοκληρωτικά και τα σχολεία λειτουργούσαν αποκλειστικά με στρατιές αναπληρωτών, το σκηνικό άλλαξε. Από το 2021 έως σήμερα, πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά κύματα μόνιμων διορισμών που απορρόφησαν δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικούς.

Αυτή η εξέλιξη αφαίρεσε με φυσικό τρόπο ένα τεράστιο κομμάτι «μόνιμων» υποψηφίων από τη δεξαμενή του ΑΣΕΠ. Οι εκπαιδευτικοί που πέτυχαν τον πολυπόθητο μόνιμο διορισμό δεν έχουν πλέον κανένα κίνητρο να υποβάλουν εκ νέου αίτηση για τους πίνακες κατάταξης, εκτός εάν επιδιώκουν μια εξαιρετικά σπάνια αλλαγή κλάδου. Συνεπώς, η μείωση των αιτήσεων αντανακλά, σε ένα βαθμό, την επιτυχία της σταδιακής αποκατάστασης των ανθρώπων που επί χρόνια στήριζαν το σύστημα ως νομάδες αναπληρωτές και τώρα κατέχουν πλέον οργανικές θέσεις.

Κάτι αλλάζει

Η μεγαλύτερη υποχώρηση των αιτήσεων καταγράφηκε στην προκήρυξη 2ΓΕ, η οποία αφορά τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία και συνδέεται άμεσα με τις εναλλακτικές επιλογές που προσφέρει πλέον η εγχώρια και διεθνής αγορά εργασίας.

Σε κλάδους υψηλής ζήτησης, όπως είναι οι Πληροφορικοί (ΠΕ86), οι Μαθηματικοί, οι Φυσικοί και οι Μηχανικοί, το δημόσιο σχολείο έχει πάψει προ πολλού να είναι ο πιο ελκυστικός εργοδότης. Ο ιδιωτικός τομέας —μέσα από τις εταιρείες τεχνολογίας, τις νεοφυείς επιχειρήσεις, τα μεγάλα φροντιστηριακά συγκροτήματα, αλλά και τις δυνατότητες για εξ αποστάσεως εργασία σε ξένους ομίλους— προσφέρει πλέον ταχύτερη επαγγελματική εξέλιξη, σταθερότητα και σαφώς υψηλότερες οικονομικές απολαβές.

Ο παράγοντας εξουθένωση

Πέρα από τους οικονομικούς και εργασιακούς δείκτες, υπάρχει και μια βαθύτερη, ποιοτική διάσταση που αφορά το ίδιο το περιεχόμενο του επαγγέλματος. Το κλίμα στο εσωτερικό των σχολικών μονάδων έχει γίνει τα τελευταία χρόνια πιο απαιτητικό, σύνθετο και, συχνά, ψυχικά εξουθενωτικό.

Οι σύγχρονοι εκπαιδευτικοί δεν καλούνται πλέον μόνο να διδάξουν το αντικείμενό τους. Βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν διαρκώς διογκούμενο όγκο γραφειοκρατικών διαδικασιών, εξωδιδακτικών καθηκόντων και ψηφιακών πλατφορμών που καταναλώνουν πολύτιμο χρόνο και ενέργεια. Παράλληλα, η διαχείριση της σχολικής καθημερινότητας έχει γίνει πιο δύσκολη: τα φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού, οι εντάσεις με τους γονείς και η ανάγκη για λεπτούς παιδαγωγικούς χειρισμούς σε πολυπολιτισμικά ή συμπεριληπτικά περιβάλλοντα απαιτούν τεράστια ψυχικά αποθέματα.

Όταν αυτή η αυξημένη πίεση και το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) δεν συνοδεύονται από την ανάλογη κοινωνική αναγνώριση, την υποστήριξη από το κράτος ή την οικονομική επιβράβευση, η γοητεία του λειτουργήματος ξεθωριάζει. Οι νεότερες γενιές πτυχιούχων, όντας πιο ευαισθητοποιημένες σε θέματα ψυχικής υγείας και ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, επιλέγουν συνειδητά να μην εισέλθουν σε ένα σύστημα που φαντάζει δυσκίνητο και ψυχικά κοστοβόρο.

Έρχονται ανακοινώσεις για μόνιμους διορισμούς

Η αντίστροφη μέτρηση για την ανακοίνωση των μόνιμων διορισμών εκπαιδευτικών του 2026 έχει ήδη ξεκινήσει, με χιλιάδες εκπαιδευτικούς να περιμένουν με αγωνία τις οριστικές αποφάσεις του υπουργείου Παιδείας. Σύμφωνα με τον έως τώρα κυβερνητικό σχεδιασμό, οι φετινοί μόνιμοι διορισμοί αναμένεται να κινηθούν περίπου στις 5.500 θέσεις. Όμως, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ακόμη και μετά τις μαζικές προσλήψεις αναπληρωτών, χιλιάδες θέσεις παραμένουν ακάλυπτες.