Δεν απορούν μόνο οι ξένοι. Με δυσκολία και μεις οι ίδιοι αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας. Δεύτερο μέτωπο μάς ανοίγουν και το δεχόμαστε με ψυχραιμία, σχεδόν με ανακούφισι. Η επίγνωσις των δυσχερειών δεν έλειψε. Και αριθμητική ξέρουμε και η ικανότης του εχθρού σ’ έργα καταστροφής μάς είνε γνωστή. Και όμως δεν βρέθηκε ούτε ένας πολίτης που δε δέχθηκε με απόλυτη νηφαλιότητα το άγγελμα της νέας επιδρομής. Το δέχθηκε σαν μια λύτρωσι από τον εφιάλτη της αβεβαιότητος. Τον χειρότερο απ’ όλους. Σε βασανίζει με την αοριστία. Να καθαρίσουμε τους λογαριασμούς, να ξεχωρίσουμε τους εχθρούς από τους φίλους, να λείψη ο μπαμπουλισμός, η απειλή του Δράκου που κάθε τόσο πρόκειται να παρουσιασθή και να σπαράξη το νήπιο. Να πέση ο πέπλος που καλύπτει το μυστήριο και να δούμε τι κρύβεται από κάτω. Αν είνε λιοντάρι να μας φάη και να ησυχάσουμε, αν είνε λιονταρής (σ.σ. νταής, ψευτοπαλικαράς, θρασύδειλος) να τον ξετινάξουμε και ν’ αναπνεύση η οικουμένη. Στη γη αυτή με το γαλάζιο ουρανό και το διαυγή ορίζοντα τα φαντάσματα δεν αντέχουν σε μακροβιότητα. Εδώ όπου και τους Θεούς μας ακόμη κατεβάσαμε από τον Όλυμπο για να μας κάμουν λιανά τα μυστήριά τους, βγάλαμε στη μέση τ’ άπλυτα, τους κάναμε παρέα και αποκαλύψαμε τις αδυναμίες τους, δεν θα γονατίσουμε μπροστά στις γήινες θεότητες, δημιουργήματα της αβουλίας και της απρονοησίας μιας κουρασμένης Ευρώπης.
Είδαμε το λύκο της Ρώμης. Να δούμε και το θηρίο του Βερολίνου. Μας το είπαν μηχανοκίνητο, κεραυνοβόλο, καταπληκτικό. Ανοίγει, λέει, το ένα πόδι και βρίσκεται στην Πράγα, ανοίγει το άλλο και πατά τη Βαρσοβία. Πηγαίνει στη Δανία για το μεσημεριάτικο μεζέ του, το απόγευμα τού σερβίρουν για ορ ντ’ εβρ την Ολλανδία, την επομένη σπρώχνει με τη μύτη της μπότας του το Βέλγιο που του εμποδίζει το δρόμο, υψώνει τον αγκυλωτό σταυρό στη θριαμβευτική αψίδα του Παρισιού, γευματίζει στα Ηλύσια και τώρα έρχεται στα Βαλκάνια για τα επιδόρπιά του. Θα κινούσε το δαχτυλάκι και θα του προσφέραμε. Το δαχτυλάκι όμως το κίνησε κι’ ακόμη δεν εστείλαμε γην και ύδωρ εις σημείον της υποταγής μας. Οι περίπατοι που τον συνήθισαν να κάμη σ’ άλλες ακτίνες δράσεως, εδώ έγιναν μάχες που του στοιχίζουν άφθονο το αίμα των δούλων του.
Τ’ ομολογούσε προχθές ο ίδιος στη ραδιοφωνική εκπομπή του. «Ο γερμανικός λαός», έλεγε ο ραδιοφωνητής του σταθμού του Βερολίνου, «δεν πρέπει ν’ αναμένη κεραυνοβόλον πόλεμον εις τα όρη. Τα στρατεύματά μας δρώσι εις τραχείαν χώραν. Οι λαοί εναντίον των οποίων μαχόμεθα υπήρξαν πάντοτε σκληραγωγημένοι μαχηταί. Τα Βαλκάνια αποτελούν πολεμικόν θέατρον εντελώς διαφορετικόν από τα προηγούμενα εις την Ανατολήν και εις την Δύσιν».
Η αναγνώρισις αυτή είνε ήδη μια περιφανής νίκη μας. Διακυμάνσεις πολλές έχουν οι πόλεμοι. Θα γνωρίσουμε μέρες σκληρές και μέρες καλές. Όποιες όμως κι’ αν είνε οι εξελίξεις, για ένα μόνο δεν θα καυχηθή ο αντίπαλος: ότι στο Βαλκανικό βράχο τον περίμενε η ευτέλεια υπηρετών προθύμων να του θυσιάσουν την αξιοπρέπεια και την τιμή τους. Εκείνο που συναντούν είνε ελεύθεροι άνδρες που αντί ξεσκονίστρας κρατούν ξιφολόγχη στην αιχμή της οποίας είνε γραμμένο το όχι τους.
*Κείμενο του Παύλου Παλαιολόγου, που έφερε τον τίτλο «Σαν άνδρες ελεύθεροι» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» την Τετάρτη 9 Απριλίου 1941.
Τις μέρες εκείνες, τις στιγμές εκείνες, εξελισσόταν η θρυλική Μάχη των Οχυρών (6-10 Απριλίου 1941), η εποποιία των αδάμαστων φρουρών της περίφημης Γραμμής Μεταξά (η ναζιστική επίθεση κατά των ελληνικών οχυρών είχε ξεκινήσει τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου).
Ενόσω ο Παλαιολόγος συνέγραφε το άρθρο του, τις νυχτερινές ώρες της 8ης Απριλίου, το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο εξέδιδε το υπ’ αριθμόν 166 πολεμικό ανακοινωθέν του, που φανέρωνε αφενός μεν τον ηρωικό και πείσμονα αγώνα των ελληνικών δυνάμεων προς υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας, αφετέρου δε τη συντριπτική ποσοτική και ποιοτική υπεροχή του εισβολέως:
«Η πίεσις των γερμανικών δυνάμεων κατά του μετώπου της τοποθεσίας μας εξηκολούθησε και σήμερον ισχυρά. Ουδέν αποτέλεσμα επέτυχον· αι από διημέρου σκληρώς αγωνιζόμεναι ολιγάριθμοι Ελληνικαί δυνάμεις εματαίωσαν πάσαν προσπάθειαν των επιτιθεμένων.
Εις την κοιλάδα του ΣΤΡΥΜΩΝΟΣ τα οχυρά ΡΟΥΠΕΛ, ΟΥΣΙΤΑ, ΠΑΛΙΟΥΡΙΩΝΕΣ και ΚΑΡΑΤΑΣ συνεργαζόμενα διά των πυρών των απετέλεσαν φράγμα όπερ ο εχθρός δεν κατόρθωσε να υπερβή. Ιδιαιτέρως τα οχυρά ΡΟΥΠΕΛ και ΟΥΣΙΤΑ υπέστησαν ακλόνητα, τρίτην ημέραν σήμερον, άπασαν την σφοδρότητα των εχθρικών πυρών και των δι’ αρμάτων επιθέσεων. Αλεξιπτωτισταί ριφθέντες υπό του εχθρού εις τα νώτα της τοποθεσίας εξεκαθαρίσθησαν· εκ τούτων συνελήφθησαν αιχμάλωτοι περί τους 70.
Εις το υψίπεδον ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ ο αγών διεξήχθη σφοδρός ου μόνον υπό των οχυρών, αλλά και υπό των εκτός των οχυρών τμημάτων μας· τα οχυρά μας αντέστησαν αποτελεσματικώτατα· εν τούτων, το οχυρόν ΝΤΑΣΑΒΛΙ, καταληφθέν υπό του εχθρού ανακατελήφθη αμέσως δι’ αντεπιθέσεως· το οχυρόν ΛΙΣΣΕ εδοκίμασε και σήμερον, ακατάβλητον, το ισχυρόν πυρ του βαρέος πυροβολικού του εχθρού. Τα εκτός οχυρών τμήματά μας δι’ αντεπιθέσεων ανακατέλαβον σημεία τινά της τοποθεσίας εφ’ ων κατώρθωσε να θέση χείρα προσωρινώς ο εχθρός.
Εις το αριστερόν πλευρόν της τοποθεσίας μας τεθωρακισμένη Γερμανική Μεραρχία εισχωρήσασα μέσω του Γιουγκοσλαυϊκού εδάφους κατώρθωσε να φθάση χθες την εσπέραν εις το ύψος των Ελληνογιουγκοσλαυϊκών συνόρων καταλαβούσα την ΔΟΪΡΑΝΗΝ. Η μεραρχία αύτη σήμερον από της έω εισέβαλεν εις το ημέτερον έδαφος διά του ανατολικώς ΑΞΙΟΥ πεδινού διαδρόμου· τα Ελληνικά λίαν περιωρισμένα ελαφρά μηχανοκίνητα μέσα διεξήγαγον άνισον αγώνα κατά των ποσοτικώς και ποιοτικώς ασυγκρίτως ανωτέρων μέσων του εχθρού· η προσπάθεια αύτη επιβραδύνσεως του αντιπάλου παρετάθη επί πολλάς ώρας, τελικώς όμως ο αντίπαλος επέτυχε να προωθηθή επικινδύνως προς την κατεύθυνσιν της ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, αποκόπτων τας συγκοινωνίας τών εν τη Ανατολική Μακεδονία δυνάμεών μας μετά της λοιπής χώρας.
[…]»
Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στη μνήμη των ανδρών που, μένοντας σταθεροί στις αρχές τους μέχρις εσχάτων, έχασαν τη ζωή τους στα βορειοανατολικά σύνορα της χώρας μας τον Απρίλιο του 1941.
Στην κεντρική φωτογραφία εικονίζονται τάφοι Γερμανών στην περιοχή του Ρούπελ (φωτογραφία ληφθείσα τη 14η Μαΐου 1941, πηγή: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 21.2.1980, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»).
Στις 10 Μαΐου, το jazz trio των Camila Nebbia, Gonçalo Almeida και Sylvain Darrifourcq καταλαμβάνει τη σκηνή του θεάτρου Baumstrasse, ως «ζέσταμα» για τα φετινά Φ Hill Sessions