Ο κύριος τίτλος του φύλλου των «Νέων» που είχε κυκλοφορήσει το Σάββατο 26 Μαρτίου 1983 ήταν αφιερωμένος στον Μάρκο Βαφειάδη και στην επιστροφή του στην Ελλάδα, ύστερα από παραμονή 34 ετών στη Σοβιετική Ένωση.


«ΤΑ ΝΕΑ», 26.3.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο πάλαι ποτέ αρχιστράτηγος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και εκ των πρωταγωνιστών του Εμφυλίου Βαφειάδης, ο οποίος ήταν πλέον 78 ετών και επέπρωτο να αποβιώσει ύστερα από εννέα χρόνια (στις 22 Φεβρουαρίου 1992), είχε αποπεμφθεί από τους συντρόφους του, από την 5η Ολομέλεια (της ΚΕ του ΚΚΕ), το 1949.

Πολύ νωρίτερα από την επιστροφή του στην πατρίδα, την άνοιξη του 1970, ο Μάρκος Βαφειάδης είχε συναντηθεί στη Μόσχα με το δημοσιογράφο των «Νέων» Γιώργο Γάτο, κατόπιν μεσολαβήσεως του Μίκη Θεοδωράκη. Οι επακολουθήσασες μακρές συνομιλίες των δύο ανδρών (επί πέντε ολόκληρες ημέρες) είχαν καταγραφεί, είχαν μαγνητοφωνηθεί (δώδεκα ηχογραφημένες κασέτες) και είχαν αρχειοθετηθεί.


«ΤΑ ΝΕΑ», 26.3.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Εξίμισι περίπου χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1976, ο Γάτος έκρινε ότι είχε φθάσει το πλήρωμα του χρόνου —παρά το γεγονός ότι ο συνομιλητής του εξακολουθούσε να μην επιθυμεί κάτι τέτοιο— για τη δημοσιοποίηση της προσωπικής μαρτυρίας του Βαφειάδη αναφορικά με μια από τις πλέον δραματικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.


«ΤΑ ΝΕΑ», 13.12.1976, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Από τις καταγραφές του Γάτου, που είχαν κλειστεί έως τότε στο χρονοντούλαπο, προέρχεται το ακόλουθο απόσπασμα, δημοσιευμένο στα «Νέα» τη Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 1976:


Κάπου στο Βίτσι λοιπόν — 15 Νοεμβρίου 1948. Σε μια από τις πολλές προχειροφκιαγμένες καλύβες συνέρχεται το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος, με επικεφαλής τον Ζαχαριάδη.

Είναι κι’ ο Μάρκος εκεί. Μόλις έχει φτάσει από την Αλβανία, με συνοδεία φυσικά. Ο Ζαχαριάδης είναι, τώρα, κηρυγμένος εχθρός του.


Στη συνεδρίαση εκείνη θέμα ένα και μοναδικό: οι αντιρρήσεις του Μάρκου γύρω από τα θέματα στρατηγικής τακτικής και του Δημοκρατικού Στρατού και γενικότερα του ένοπλου αγώνα. Ανυποχώρητος και πάλι ο Μάρκος στις απόψεις και εκτιμήσεις του. Δίνει μάλιστα και τη γνωστή γραφτή «πλατφόρμα». Αλλά και ο Ζαχαριάδης επιμένει πεισματικά:

«Ή τις απόψεις σου τις παίρνεις πίσω, οπόταν και θα παραμείνεις μέλος του Πολιτικού Γραφείου και του Πολεμικού Συμβουλίου και αρχηγός ακόμα του Δημοκρατικού Στρατού, ή θα αποτραβηχτείς και θα εξαφανιστείς».


Όμως ο Μάρκος εξακολουθεί να υποστηρίζει τις θέσεις του. Τον παίρνει τότε παράμερα ο Βλαντάς. Προσπαθεί να τον μεταπείσει, ήρεμα και φιλικά. Ένας τρόπος να συμβιβαστούνε τα πράγματα, με το μαλακό. Αλλά ο Μάρκος επιμένει αμετάθετα:

«Όχι — είναι ζήτημα απόψεων και αρχών. Σε τέτοια ζητήματα δεν υπάρχει είπα-ξείπα. Εδώ δεν πρόκειται για κουραφέξαλα. Πρόκειται για την τύχη του κινήματος, του στρατού μας, του ένοπλου αγώνα που διεξάγουμε. Είμαι ολότελα πεπεισμένος για τις απόψεις που έχω…»


Τότε έγινε η «νίλα του Δράμαλη», συνεχίζει ο καπετάν Μάρκος. Και από τη μια στιγμή στην άλλη αφήνει το βλέμμα του στο άπειρο και θυμάται:

«Αγριέψανε μαζί μου όλοι. Αρχίσανε τις απειλές:

— Θα σε στήσουμε στον τοίχο, μου λέει ο ένας.

— Θα γίνεις προβοκάτορας και χαφιές, λέει ο άλλος.

— Αυτά που κάνεις μόνο ένας εχθρός του Κόμματος τα επιχειρεί, προσθέτει ο τρίτος.

Κράτησα, ωστόσο, την ψυχραιμία μου μπροστά στο πανδαιμόνιο εκείνο και κατάφερα ήρεμα να τους πω:

— Δεν υποχωρώ, στέκομαι στις απόψεις μου. Αν θέλετε τουφεκίστε με, αν θέλετε στείλτε με ακροβολιστή. Το ίδιο μου κάνει.


Ο Νίκος Ζαχαριάδης

Και ξαφνικά μπήκε στη μέση ο Ζαχαριάδης. Ήταν αγριεμένος κι’ άφριζε από το κακό του. Σηκώνεται από τον πάγκο και μου λέει λυσσασμένα:

— Δύο έχεις πια επιλογές: ή να αφήσεις το κεφάλι σου στη Μόσχα ή να γίνεις σκουλήκι και να κυλιστείς μπροστά μας. Άσε που θα πάνε περίπατο και τα 25 χρόνια της κομματικής σου σταδιοδρομίας…

Τότε επεμβαίνει ο Ιωαννίδης και λέει:

— Ναι, μωρέ Νίκο. Εγώ σου τάχα πει από καιρό…

Μου γινότανε ένας ανοιχτός εκβιασμός, το καταλάβαινα. Με τη Μόσχα ήθελε τάχα να παραστήσει ο Ζαχαριάδης ότι η Σοβιετική Ένωση και τα αδελφά κόμματα ήταν μαζί του. Ενώ ξέρω καλά πως ποτές δεν ασχοληθήκανε μ’ αυτόν — ούτε για συμβουλές.

Εκεί σκαρώθηκε και η ατιμία ότι, τάχα, έβρισα τον Στάλιν!»

Και συνεχίζει ήρεμα κι’ ατάραχα, έτσι σα να μονολογεί, ο Μάρκος:

«Δεν έβλεπα γιατί έπρεπε να αλλάξω απόψεις από κείνες που πίστευα. Γύρισα και είπα στον Ζαχαριάδη αγριεμένος κι’ εγώ:

— Γιατί τα λες όλα τούτα; Για να τρομοκρατήσεις εμένα ή τους άλλους εδώ;

Τότε εκείνος φρύαξε (σ.σ. εξοργίστηκε, έγινε έξαλλος). Βγάζει το μαντήλι του και φτύνει αίμα — αίμα πραγματικό. Αναμφίβολα θάχε δαγκώσει τη γλώσσα του από τη μανία του. Κατάγερος ήταν, ούτε κι’ είχε ποτές αρρωστήσει. Ήθελε έτσι να συγκινήσει τους άλλους…

Αλλά το κόλπο φαίνεται νάπιασε. Γιατί ξαφνικά πετάχτηκε ο Ιωαννίδης, κούνησε το κεφάλι του και είπε:

— Μπορείς να μη φτύνεις αίμα με τέτοια πράματα;»


Έτσι έληξε η συνεδρίαση εκείνη, χωρίς αποτέλεσμα. Και την άλλη ο Μάρκος ξαναπήρε το δρόμο της Αλβανίας, αμετάπειστος κι’ ανυποχώρητος. Θα ξαναγυρίσει στα βουνά της Ηπείρου μια ακόμα φορά, το Γενάρη-Φλεβάρη του άλλου χρόνου, στην 5η Ολομέλεια — όπου και επίσημα θα διαγραφεί.

Έγινε στη συνεδρίαση εκείνη οριστική πια η ρήξη του με τον Ζαχαριάδη και τη γραμμή που ακολουθούσε στον εμφύλιο πόλεμο.

Αλλά από καιρό κιόλας, η απομάκρυνσή του από κάθε καθοδηγητική θέση φαίνεται να έχει προηγηθεί.

Ήταν τότε σε μια κρίσιμη φάση του ένοπλου αγώνα, όταν έχει αποφασιστεί ο περίφημος ελιγμός, από τον Γράμμο στο Βίτσι. Την κρίσιμη εκείνη φάση διάλεξε ο Ζαχαριάδης, για να ξεμπλέξει μια και καλή από τον Μάρκο.

Διαφωνίες αγεφύρωτες, γύρω από καίρια ζητήματα στρατηγικής και τακτικής, που οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο από την απόφαση του Ζαχαριάδη να οχυρώσει και να κρατηθεί στατικά στο Βίτσι.

Μέσα Αυγούστου 1948, οι μάχες ακόμα μαίνονται στον Γράμμο από μήνα Ιούνη. Προετοιμασίες για τον ελιγμό. Προετοιμασίες για τον ελιγμό. Ξημεροβραδιαζόμασταν στο πόδι, μου εξομολογείται ο Μάρκος.

[…]


Οι σχέσεις του Μάρκου με τον Ζαχαριάδη και τα άλλα μέλη του Πολιτικού Γραφείου φαίνονται από τότε κιόλας οξυμμένες και έντονες. Τίποτα όμως δεν προδίδει αυτό που θα επακολουθήσει.

«Τα πηγαίναμε τότε μια στο ζεστό και μια στο κρύο με τον Ζαχαριάδη και την παρέα του. Οι συγκρούσεις μας είχανε αυξηθεί και πολλαπλασιαστεί.

Όλη τους, όμως, η προσπάθεια κατευθύνονταν να βρούνε κάποιο πάτημα, για να μου βάλουνε την τρικλοποδιά και να με παραμερίσουν. Δεν αποκλείεται και να με περνούσαν και Ανταρτοδικείο.

[…]

Είδε κι’ απόειδε λοιπόν ο Ζαχαριάδης και αποφάσισε να βάλει το ζήτημα της απομάκρυνσής μου ανοιχτά».

Έγινε αυτό στις 20 Αυγούστου 1948, μια μέρα πριν από την επιχείρηση του ελιγμού — στην τελευταία σύσκεψη κατευθύνσεων. Εκεί ο Μάρκος ανέπτυξε το σχέδιο του ελιγμού, που είχε εκπονήσει μαζί με τον Κικίτσα και δυο άλλους επιτελείς, και ταυτόχρονα προσδιόρισε και τον δικό του ρόλο στην επιχείρηση.


Όταν ξαφνικά μπήκε στη μέση ο Ζαχαριάδης και είπε:

«Απόφαση είναι, αν πας εσύ, νάρθω κι’ εγώ εκεί πέρα…»

Ξαφνιάστηκε ο Μάρκος μπροστά σ’ αυτή την απροσδόκητη επέμβαση. Δεν ήξερε τι να αποφασίσει. Τελικά υποχώρησε. Σκέφτηκε τούτο καθώς μου εξομολογείται:

«Είπα μέσα μου: ποιος ξέρει τι γίνεται με κείνες τις μάχες. Μπορεί να σκοτωθεί και να μου το φορτώσουν…»

Το ίδιο βράδυ ο Μάρκος με τον Ζαχαριάδη φεύγανε για την Αλβανία. Τον ελιγμό πραγματοποιήσανε με επιτυχία ο Κικίτσας και οι άλλοι επιτελείς του Αρχηγείου, και με τυπικό επικεφαλής τον Γούσια, που όρισε ο Ζαχαριάδης.

Μόλις πατήσανε το αλβανικό χώμα, ο Ζαχαριάδης ανυπόμονα και χωρίς κανέναν δισταγμό έβαλε ανοιχτά το ζήτημα στον Μάρκο:

«Είτε θα συμφωνήσεις με τις θέσεις του Κόμματος και του Πολιτικού Γραφείου αναφορικά με τον τακτικό στρατό, την οχύρωση του Βίτσι, την κατάληψη του ελεύθερου χώρου μέσα στα 1949, ή θα δούμε τι θα κάνουμε μαζί σου».


Ο Μάρκος, ωστόσο, ανέπτυξε και πάλι τις αντιρρήσεις του και δήλωσε, για μιαν ακόμα φορά, ότι δεν συμφωνεί. Οπότε ο Ζαχαριάδης, φανερά εκνευρισμένος, έκλεισε απότομα την κουβέντα με τούτα τα λόγια:

«Τότε δεν είσαι καλά. Θα παραμείνεις εδώ. Είσαι άρρωστος!»

Την πολυθρύλητη εκείνη «αρρώστια» του Μάρκου δεν δίστασε ο Ζαχαριάδης, για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του, να την περάσει και σε επίσημο κομματικό κείμενο — σε απόφαση του Πολιτικού Γραφείου, που θα δημοσιευτεί αργότερα, στα 1950:

«Ακριβώς πάνω σ’ αυτή τη δοκιμασία και την κρίση ο Μάρκος Βαφειάδης, μέλος του Π.Γ. της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και της Γραμματείας του Πολιτικού Γραφείου, αρχηγός του Δημοκρατικού Στρατού και πρόεδρος της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, δεν άντεξε, έσπασε και παρουσίασε μια ψυχονευρική κρίση, που τον έκανε ανίκανο να φανεί άξιος της θέσης του και να σταθεί στο ύψος της κατάστασης.

Για το Κόμμα δημιουργήθηκε ζήτημα Μάρκου Βαφειάδη. Το Π.Γ. τον απομάκρυνε τότε από την δουλειά του και τον έστειλε για θεραπεία, με την απόφαση να λύσει οριστικά το ζήτημά του ύστερα από τη θεραπεία που θάκανε. Πάντως, ύστερα από την κρίση που παρουσίασε, το Π.Γ. είχε καταλήξει ότι ο Βαφειάδης δεν μπορούσε να ξαναπάρει όλο το βαρύ φορτίο που είχε πριν. Και σαν πρώτο μέτρο αποφάσισε και ίδρυσε το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο.

Ο Μάρκος Βαφειάδης κατάλαβε πια, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πως στο Κόμμα υπάρχει ζήτημά του…»