Ακόμα και αν ο πόλεμος στο Ιράν τελείωνε αύριο, οι επιπτώσεις θα διαρκέσουν καιρό, προειδοποιούν ενεργειακοί αναλυτές και οικονομολόγοι.

Οι ανατιμήσεις στα καύσιμα είναι ήδη τσουχτερές και οι πληθωριστικές πιέσεις φουντώνουν εκ νέου. Σε αυτό το έκρυθμο κλίμα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανακοίνωσε έκτακτα μέτρα για την καταπολέμηση της αισχροκέρδειας, τα οποία έχουν δοκιμαστεί στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, με αμφιλεγόμενη επιτυχία: πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών και στα πρατήρια βενζίνης (αλλά όχι στις εταιρείες διύλισης) και σε 61 κωδικούς τροφίμων και αγαθών ευρείας κατανάλωσης, ως τις 30 Ιουνίου.

Υπενθυμίζεται ότι το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους εφαρμόστηκε αρχικά την περίοδο της πανδημίας, σε υγειονομικά κυρίως αγαθά. Επανήλθε διευρυμένο το 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ίσχυσε με διαδοχικές ανανεώσεις και παραλλαγές ως τις 30 Ιουνίου 2025.

Το διάστημα αυτό τα τρόφιμα ακρίβυναν σωρευτικά τουλάχιστον 35%. Τα ενεργειακά αγαθά για στέγαση (ηλεκτρικό ρεύμα-φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα) ακρίβυναν μεσοσταθμικά πάνω από 45%, παρά τη μερική αποκλιμάκωση μετά το ζενίθ του 2022. Το πετρέλαιο κίνησης και η βενζίνη ανατιμήθηκαν σωρευτικά κατά 30% και 20% αντίστοιχα.

Αν δεν υπήρχε πλαφόν, πόσο περισσότερο θα ακρίβαιναν;

Νέα κατάσταση, παλιά μέτρα

Ο ορισμός της τρέλας είναι να κάνεις κάθε φορά το ίδιο πράγμα, αναμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα, λέει ένα διάσημο ρητό που αποδίδεται λανθασμένα στον Αϊνστάιν. Η κυβέρνηση εφαρμόζει και τώρα το ίδιο μείγμα μέτρων που δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει την ακρίβεια όλο το προηγούμενο διάστημα. Περιμένει να συμβεί κάτι διαφορετικό ή γνωρίζει  ότι πρόκειται για ανεπαρκή μέτρα και απλώς δεν θέλει να προβεί σε πιο δραστικές λύσεις;

Ζητήσαμε από δύο οικονομολόγους, τον Σπύρο Λαπατσιώρα και τον Δημήτρη Λιάκο και από τον πολιτικό επιστήμονα Σταμάτη Βαρδαρό, διοικητικό διευθυντή του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, να σχολιάσουν τα μέτρα της κυβέρνησης και να καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις.

Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, υπάρχει ένα κοινό συμπέρασμα: Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους από μόνο του, και με τον τρόπο που εφαρμόζεται, δεν αρκεί για να καταπολεμήσει ούτε την ακρίβεια ούτε τον πληθωρισμό.

Πού βρισκόμαστε σήμερα;

Όπως εξηγεί ο Σπύρος Λαπατσιώρας, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, «μετά την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και τον πόλεμο που ξεκίνησε, έχουμε μια κατάσταση ανοιχτής σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο.

Δεν ξέρουμε ακόμα την έκταση των οικονομικών επιπτώσεων. Μπορούμε να εικάσουμε, όπως εικάζουν αυτή τη στιγμή σε όλο τον κόσμο διάφοροι χρηματοοικονομικοί αναλυτές, τι θα συμβεί όχι μόνο με τις τιμές πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά και σε άλλα αγαθά, μέσα από τις παγκόσμιες διασυνδέσεις των εμπορικών ροών».

Ο ίδιος θεωρεί ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο οι τιμές. «Το ζήτημα είναι η ακρίβεια, η οποία δεν προέρχεται μόνο από τον πληθωρισμό. Η ακρίβεια είναι η σχέση μεταξύ των αυξήσεων των τιμών, του ύψους που έχουν οι τιμές και του ύψους των μισθών».

Πώς αξιολογούνται τα μέτρα της κυβέρνησης;

Ο οικονομολόγος και πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργό Δημήτρης Λιάκος, αναγνωρίζει ότι οι έκτακτες καταστάσεις, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, απαιτούν και έκτακτα μέτρα. «Με αυτήν την οπτική οτιδήποτε μέτρο λαμβάνεται οφείλουμε να το κρίνουμε ως θετικό. Το ερώτημα είναι άλλο. Είναι επαρκή τα μέτρα; Σαφέστατα δεν είναι. Εκείνο που επιδιώκεται με το πλαφόν κέρδους είναι η συγκράτηση των τιμών ή έστω ο περιορισμός της τάσης ανόδου των τιμών».

Ο Σπύρος Λαπατσιώρας θεωρεί ότι τα μέτρα της κυβέρνησης πρέπει να κριθούν σε τρεις κατευθύνσεις. «Η μία είναι κατά πόσο μπορούν να επηρεάσουν τον εγχώριο πληθωρισμό. Η δεύτερη είναι αν μπορούν να επιδράσουν στο ύψος των τιμών. Μην ξεχνάμε ότι η ελληνική κοινωνία, όπως και άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, έχει βιώσει από το 2022 μεγάλες ανατιμήσεις που έχουν φτιάξει ένα πολύ υψηλό επίπεδο τιμών. Ακόμα και μηδενικός να είναι ο πληθωρισμός, οι τιμές θα παραμένουν σε αυτό το επίπεδο. Το ζήτημα είναι αν υπάρχουν πολιτικές οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε μια μείωση των τιμών. Η τρίτη κατεύθυνση είναι οι μισθοί και αν το ύψος των μισθών μπορεί να ανταποκριθεί στο ύψος των τιμών».

Τα μέτρα απέτυχαν πριν, γιατί να πετύχουν σήμερα;

Για το αν θα αποδώσουν τα μέτρα ο καθηγητής πολιτικής οικονομίας είναι κατηγορηματικός:«Όπως τα μέτρα δεν απέδωσαν το 2022, παρά τις συνεχείς παρατάσεις και καμπάνιες, όπως το καλάθι του νοικοκυριού, έτσι δεν θα αποδώσουν και τώρα. Δεν στοχεύουν να μειώσουν την ακρίβεια, ούτε καν τον πληθωρισμό, αλλά να μειώσουν την αισχροκέρδεια, αυτό διατείνονται. Δηλαδή στη βάση των αυξήσεων που θα γίνουν ούτως ή άλλως, να μην υπάρχουν υπερβολικές αυξήσεις στο ποσοστό κέρδους, πάνω στην αναμπουμπούλα».

Ο Σταμάτης Βαρδαρός, διευθυντής του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας χαρακτηρίζει τα κυβερνητικά μέτρα ως «τα ελάχιστα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν» και εκτιμά ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, ακολουθώντας τις διεθνείς εξελίξεις.

Ο ίδιος αποκαλεί «ατελή» την προσπάθεια συγκράτησης του κόστους των καυσίμων όσο παραμένει εκτός της ρυθμιστικής προσπάθειας της κυβέρνησης το σκέλος των διυλιστηρίων.

Στο ζήτημα των τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης τονίζει ότι ο δείκτης τιμών ήταν ήδη υψηλός, ενώ οι προηγούμενες διαδοχικές κρίσεις «έχουν εξαντλήσει κάθε περιθώριο αντοχής των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων».

Ποια μέτρα θα μπορούσαν να αποδώσουν άμεσα;

Σε μια έκτακτη κατάταση όπως η σημερινή, ποια μέτρα θα μπορούσαν να αποδώσουν άμεσα;

«Αν ήθελε κάποιος να ελέγξει τις αυξήσεις των τιμών, πέρα από το να θέσει πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα διυλιστήρια, θα μπορούσε να πάρει και άλλα μέτρα. Για παράδειγμα να πει στις μεγάλες επιχειρήσεις διύλισης πετρελαίου, ότι όπως είχατε υπερκέρδη τα προηγούμενα χρόνια, θα πρέπει τώρα σε αυτή την έκτακτη κατάσταση που διαμορφώνει ο πόλεμος, να απορροφήσετε με κάποια ζημία ή και χωρίς ζημία αλλά χωρίς περιθώριο κέρδους, τις ανατιμήσεις, ούτως ώστε να είναι χαμηλότερες οι τιμές», απαντά ο κ. Λαπατσιώρας.

Γιατί δεν μειώνουμε τους έμμεσους φόρους;

Ένα πάγιο αίτημα επαγγελματικών φορέων, ενώσεων καταναλωτών, αλλά και της αντιπολίτευσης είναι η μείωση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης σε βασικά αγαθά και καύσιμα, ώστε να μειωθούν άμεσα οι τιμές. Το αντεπιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι το δημοσιονομικό κόστος θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από τα αναμενόμενα προσωρινά οφέλη. Τι ισχύει;

«Η μείωση των έμμεσων φόρων, έστω για ένα περιορισμένο διάστημα – όσο διαρκεί η γεωπολιτική ένταση – και η εντατικοποίηση των ελέγχων θα επέφεραν καλύτερα αποτελέσματα μείωσης των τιμών, βραχυπρόθεσμα», απαντά ο κ. Λιάκος. «Η εντατικοποίηση των ελέγχων έχει διττό στόχο. Αφενός την αποφυγή -και την τιμωρία- ενδεχόμενων φαινομένων κερδοσκοπίας και αφετέρου -στην περίπτωση μείωσης των έμμεσων φόρων- την εξασφάλιση ότι αυτή η μείωση θα περνούσε στις τελικές τιμές».

«Δεν είναι της παρούσης» – ή μήπως είναι;

Ο κ. Λιάκος παραδέχεται ότι η σημαντική μείωση του ΦΠΑ και του ΕΦΚ δεν ενδείκνυται μακροπρόθεσμα, γιατί θα είχε μεγάλο δημοσιονομικό κόστος. «Σε σταθερή μεσομακροχρόνια βάση, απαιτούνται άλλα μέτρα, πιο θεσμικά,  μεταρρυθμιστικού  χαρακτήρα, ένα άλλο αναπτυξιακό υπόδειγμα, διαφορετικό μίγμα πολιτικής οικονομίας».

Καταλήγει ότι «η δυσαναλογία έμμεσων – άμεσων φόρων, με τη συνεχώς αυξανόμενη βαρύτητα των έμμεσων στο φορολογικό μίγμα, προϋποθέτει μια άλλου είδους συζήτηση και προσέγγιση, που δεν μπορεί να γίνει υπό τις παρούσες συνθήκες μιας πιθανής νέας ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης».

Διαφορετική οπτική έχει ο Σπύρος Λαπατσιώρας, θεωρώντας ότι ακριβώς στη σημερινή συγκυρία πρέπει να εξετάσουμε την αλλαγή και του φορολογικού συστήματος.

«Οι έμμεσοι φόροι κατανάλωσης, που είναι πολύ υψηλοί στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες, υπάρχουν ακριβώς διότι έτσι στηρίζεται το μείγμα των δημοσίων εσόδων τις τελευταίες δεκαετίες. Ειδικά μετά τα μνημόνια, το φορολογικό σύστημα στηρίζεται μονομερώς στο να πληρώνουν οι πλατιές λαϊκές μάζες το ίδιο με τους πολύ λίγους πλούσιους.  Παραδείγματος χάριν, για να πάρει κανείς μια σοκολάτα, είτε είναι πλούσιος είτε φτωχός, πληρώνει τον ίδιο φόρο. Γι’αυτό και ο έμμεσος φόρος είναι ένας άδικος φόρος.

Αντί να υπάρχει ένα αίτημα προοδευτικής φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων, που είναι αυτή τη στιγμή ένα διεθνές αίτημα, η κυβέρνηση στην Ελλάδα υποστηρίζει την εντελώς αντίθετη διαδικασία: να οδηγηθούν ακόμα και οι άμεσοι φόροι σε ένα καθεστώς όπως της έμμεσης φορολογίας, με έναν flat -επίπεδο φόρο, ούτως ώστε όλοι να πληρώνουν το ίδιο.

Κι αν φορολογούσαμε τους πλούσιους;

«Μια λύση που θα μπορούσε να καλύψει τη μείωση των δημοσίων εσόδων λόγω της κατάργησης του ΦΠΑ σε είδη ευρείας κατανάλωσης, αλλά είναι εκτός του πολιτικού ορίζοντα αυτής της κυβέρνησης, θα ήταν μια ενδυνάμωση του προοδευτικού χαρακτήρα της φορολογίας. Ακριβώς όπως συζητιέται αυτή τη στιγμή διεθνώς. Οπότε δεν νομίζω ότι είναι έγκυρο το επιχείρημα ότι αν καταργηθεί ο ΦΠΑ ή ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης θα έχουμε κατάρρευση των δημοσίων εσόδων. Αυτό θα συμβεί μόνο αν επιλέξουμε τα πολύ υψηλά εισοδήματα και οι επιχειρήσεις οι οποίες έχουν μεγάλα υπερκέρδη, να μην πληρώνουνε τους αντίστοιχους φόρους», μας λέει ο κ. Λαπατσιώρας.

Ο καθηγητής  επιμένει ότι «υπάρχει διαφορετική λύση, στη κατεύθυνση ενός συστήματος προοδευτικής φορολόγησης, που θα δίνει τη δυνατότητα για τη μείωση του ΦΠΑ και άρα τη μείωση των τιμών. Αυτή είναι και μια ευκαιρία λόγω της κρίσης να συνειδητοποιήσουμε τις επιλογές που έχουν γίνει τόσα χρόνια στο φορολογικό σύστημα, ούτως ώστε να οργανώσουμε ένα πιο δίκαιο αλλά και πιο αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα».

Θα αντέξουν οι ΜμΕ;

Θα άντεχαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να απορροφήσουν τις ανατιμήσεις, ή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα βιωσιμότητας;

«Από τα επίσημα στοιχεία της κατανάλωσης – όπως τα εκδίδει η ΕΛΣΤΑΤ – δεν διαπιστώνεται κίνδυνος στις ΜμΕ. Ωστόσο είχαν και έχουν προβλήματα, τα οποία τα αντιμετωπίζουν με σημαντική δυσκολία και με την καταβολή μεγάλης προσπάθειας από την πλευρά των επιχειρηματιών και των εργαζόμενων σε αυτές. Ως εκ τούτου μέτρα όπως η μείωση του ενεργειακού κόστους ή/και η μείωση του μη μισθολογικού κόστους ή/και οι διευκολύνσεις στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους, έστω για βραχυχρόνιο διάστημα, χωρίς αμφιβολία θα συνέβαλαν θετικά στη λειτουργία και τη βιωσιμότητα τους», απαντά ο κ. Λιάκος.

Ειδικά για τις μεγάλες επιχειρήσεις θεωρεί ότι έχουν δυνατότητες απορρόφησης του αυξημένου κόστους και ότι «σε συνθήκες κρίσεις το φορτίο πρέπει να μοιράζεται αναλόγως των αντικειμενικών δυνατοτήτων του εκάστοτε συντελεστή».

Τι προτείνουν οι μικρομεσαίοι;

O Σταμάτης Βαρδαρός, μας παραπέμπει στο πλαίσιο πέντε πυλώνων, που προτείνει η ΓΣΕΒΕΕ, κατόπιν εισήγησης του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων:

1) Συγκράτηση των τιμών των καυσίμων, με αποκλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών και ενίσχυση των ελέγχων για αποφυγή αισχροκέρδειας.

2)Έλεγχος τιμών ενέργειας, με μέτρα όπως πλαφόν στην κιλοβατώρα και περιορισμός επιπλέον χρεώσεων.

3)Ενίσχυση ρευστότητας επιχειρήσεων, φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις και πιθανά εργαλεία στήριξης όπως η επιστρεπτέα προκαταβολή.

4) Στήριξη αγοραστικής δύναμη με μείωση ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και στην εστίαση για να μειωθεί το κόστος ζωής.

5) Προτεραιότητα στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της οικονομίας και της απασχόλησης.