Ήταν Δεκέμβριος του 2024 όταν, πληροφορίες που έφτασαν στην Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος αξιολογήθηκαν ως υψηλής αξιοπιστίας, πυροδοτώντας μια από τις μεγαλύτερες αστυνομικές έρευνες των τελευταίων ετών για οικονομικά εγκλήματα στον χώρο των κρυπτονομισμάτων. Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι ομάδα ημεδαπών ανδρών δραστηριοποιούνταν συστηματικά στη διάπραξη απατών, με επιχειρησιακή βάση γραφεία στην περιοχή του Ηρακλείου, προσελκύοντας ανυποψίαστους πολίτες με το δέλεαρ της εύκολης και γρήγορης οικονομικής ανόδου.

Σύμφωνα με το patris.gr, στο διαβιβαστικό της ΕΛ.ΑΣ αναφέρεται ότι η αστυνομική έρευνα που ακολούθησε, διάρκειας άνω του ενός έτους, επρόκειτο να αποκαλύψει μια καλά οργανωμένη εγκληματική οργάνωση με διεθνική δράση, ιεραρχική δομή και διακριτούς ρόλους, η οποία λειτουργούσε συστηματικά τουλάχιστον από το 2019. Το προανακριτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και υποβλήθηκε στην Εισαγγελία περιγράφει ένα δαιδαλώδες δίκτυο απάτης τύπου «πυραμίδας» (Ponzi scheme), το οποίο κατάφερε- σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ- να αποσπάσει εκατομμύρια ευρώ από ανυποψίαστους επενδυτές, αφήνοντας πίσω του ένα τοπίο οικονομικής καταστροφής.

Η έρευνα δεν περιορίστηκε στα αρχικά αναφερόμενα πρόσωπα. Μεθοδικά και υπομονετικά, οι αρχές προχώρησαν σε μια σειρά κρίσιμων ανακριτικών ενεργειών που αποδείχθηκαν καθοριστικές για την αποδόμηση του κυκλώματος. Εκδόθηκαν διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, φέρνοντας στο φως χιλιάδες συνομιλίες που αποτύπωσαν με κινηματογραφική ακρίβεια την εσωτερική λειτουργία της οργάνωσης, τους σχεδιασμούς, τις διαφωνίες και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν τις κρίσεις. Παράλληλα, ήρθη το τραπεζικό και φορολογικό απόρρητο για όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αποκαλύπτοντας έναν κυκεώνα οικονομικών συναλλαγών.

Το οικονομικό αποτύπωμα της οργάνωσης ξετυλίχθηκε μέσα από τραπεζικά ιδρύματα σε Ελλάδα και εξωτερικό. Εκδόθηκαν Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας σε χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Γερμανία και η Μάλτα, αλλά και αιτήματα δικαστικής συνδρομής προς το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και τη Δανία. Οι έρευνες επεκτάθηκαν και σε ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, , όπου τα μέλη της οργάνωσης διατηρούσαν ψηφιακά πορτοφόλια.

Η ανταλλαγή πληροφοριών μέσω των εθνικών μονάδων της Europol και της Interpol παρείχε κρίσιμα στοιχεία για άτομα που διέμεναν στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, η συνεργασία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβεβαίωσε ότι κανένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν είχε την απαιτούμενη άδεια για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, γεγονός που αποτελούσε σαφή παράβαση του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και του Ν. 5193/2025. Ακόμη και το τελωνείο του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» συνέδραμε, δίνοντας αρνητικές απαντήσεις για δηλώσεις μεταφοράς μετρητών, γεγονός που ανέδειξε ότι η διακίνηση των χρημάτων γινόταν κυρίως μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ανταλλακτηρίων.

Η ιεραρχία, οι ρόλοι και οι προσωπικές ιστορίες

Η ανάλυση του συνόλου των στοιχείων ανέδειξε μια οργάνωση με σαφή ιεραρχική δομή και διακριτούς ρόλους, χαρακτηριστικά που πληρούν επακριβώς τον ορισμό της εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα. Πυρήνας της ήταν ένας τετραμελής «ηγετικός πυρήνας», ο οποίος είχε τον απόλυτο έλεγχο και κατεύθυνε τη δράση. Στην κορυφή της πυραμίδας βρισκόταν ένας Ιταλός υπήκοος, ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο ιδρυτής και διευθυντής των εταιρειών από το Ντουμπάι, έχοντας κεντρικό ρόλο σε εκδηλώσεις και παρουσιάσεις και καθορίζοντας το ύψος των προμηθειών για τα υπόλοιπα μέλη. Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξαν οι Αρχές και αναφέρονται στο διαβιβαστικό, σε ένα μόνο από τα ψηφιακά του πορτοφόλια, στο διάστημα 2021-2024, κατατέθηκαν τουλάχιστον 487.000 ευρώ.

Δίπλα στον ηγετικό πυρήνα, βρίσκονταν τρεις ακόμα κατηγορούμενοι. Ένας εξ αυτών, με έδρα πόλη της Κρήτης και κατάστημα που λειτουργούσε με το προκάλυμμα συμβούλων οικονομικής διαχείρισης. Από ιδιόχειρες σημειώσεις του που βρέθηκαν σε έρευνα του 2021, προέκυψε ότι είχε παραλάβει το αστρονομικό ποσό των 5.843.153 ευρώ και 21.000 δολαρίων από «πελάτες» του για επένδυση, ενώ οι τραπεζικές του κινήσεις και οι συναλλαγές σε ανταλλακτήρια ανέρχονταν σε σχεδόν 1,9 εκατομμύρια ευρώ. Αυτός είχε τη ευθύνη να κατανέμει ρόλους και να συντονίζει τα υπόλοιπα μέλη. Ένας δεύτερος είχε ρόλο Global Sales Director σε μια από τις διαφορετικές «μάρκες» της εταιρείας, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις και δίνοντας επενδυτικές συμβουλές. Ο τρίτος, ο οποίος είχε το ρόλο του Country Manager για την Κύπρο, είχε στρατολογήσει ένα δίκτυο 140 ατόμων στην πρώτη γραμμή και συνολικά 6.000 άτομα κάτω από αυτόν, αποκομίζοντας συναλλαγές που ξεπερνούσαν τα 2 εκατομμύρια ευρώ.

Στο αμέσως επόμενο επίπεδο της ιεραρχίας, τρία άτομα είχαν εξέχοντα ρόλο στη στρατολόγηση θυμάτων και τον συντονισμό. Ένας από αυτούς, με γραφείο σε άλλη πόλη του νησιού, είχε, σύμφωνα με την Αστυνομία, προσωπικό τζίρο που του απέφερε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ενώ μέσα από συνομιλίες του αποκαλύφθηκε ότι η καθαρή επιδίωξη των ηγετών ήταν να εισπράττουν χρήματα από τις κατώτερες βαθμίδες επενδυτών. Ένας δεύτερος, με δήθεν ιδιότητα αγρότη, είχε ταξιδέψει επανειλημμένα στο Ντουμπάι και είχε φωτογραφηθεί με άλλα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, ενώ μια αίτηση πτώχευσης που υπέβαλε το 2025 αποδείχθηκε ότι απέκρυπτε μεγάλα εισοδήματα από την παράνομη δράση του. Ένας τρίτος, με μακροχρόνια δράση, ειδικευόταν στη μεταφορά παθόντων από τα παλιά, καταρρεύσαντα σχήματα σε νέα, συνεχίζοντας έτσι τον φαύλο κύκλο της απάτης.

Τη δομή συμπλήρωναν επτά ακόμα επιχειρησιακά μέλη, με συγκεκριμένη γεωγραφική αρμοδιότητα για τη στρατολόγηση. Ανάμεσά τους, ένα άτομο που παρουσιαζόταν ως υπεύθυνος για την Ελλάδα στην A… και είχε εικόνα πολυτελούς ζωής με σπορ αυτοκίνητο, μία γυναίκα που δημιουργούσε εκπαιδευτικά βίντεο στο YouTube προωθώντας το σχήμα, ένας συνταξιούχος στρατού που διακινούσε πάνω από 1,2 εκατομμύρια ευρώ μέσω τραπεζικών λογαριασμών, και άλλοι που λειτουργούσαν σε τοπικό επίπεδο, παραλαμβάνοντας μετρητά και δημιουργώντας λογαριασμούς για τους «επενδυτές». Στον κύκλο της οργάνωσης συμμετείχαν και αρκετοί ακόμα ως συνεργοί ή παθητικοί συμμετέχοντες, που ανά περίπτωση προσέφεραν συνδρομή στην τέλεση των αδικημάτων.

Η μεθοδολογία της απάτης

Η λειτουργία της οργάνωσης βασιζόταν σε ένα καλά μελετημένο επιχειρησιακό σχέδιο. Τα μέλη της, εκμεταλλευόμενα την άγνοια και την ελλιπή γνώση των υποψηφίων επενδυτών γύρω από τον κόσμο των κρυπτονομισμάτων, τους προσέγγιζαν με την υπόσχεση εγγυημένων και υψηλών αποδόσεων (ROI) από επενδύσεις. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ. Τα χρήματα των θυμάτων δεν επενδύονταν ποτέ, αλλά τοποθετούνταν σε άχρηστα, εσωτερικά “tokens”, χωρίς καμία ανταλλακτική αξία, τα οποία δημιουργούνταν από τις ίδιες τις εταιρείες του κυκλώματος.

Κλασική τακτική ήταν η συνεχής μετονομασία (rebranding) των πλατφορμών. Όλες αυτές οι ονομασίες αφορούσαν το ίδιο απατηλό σχήμα. Όταν μια πλατφόρμα κατέρρεε λόγω έλλειψης νέων κεφαλαίων, η οργάνωση δημιουργούσε μια νέα, μεταφέροντας τα υπόλοιπα των θυμάτων σε αυτήν. Με αυτό τον τρόπο, οι παθόντες διατηρούσαν την ψευδαίσθηση ότι τα χρήματά τους ήταν ασφαλή και ότι είχαν μια νέα ευκαιρία να ανακτήσουν τις απώλειές τους, επενδύοντας συχνά ακόμα περισσότερα χρήματα.

Για τη στρατολόγηση νέων μελών, τα μέλη της οργάνωσης λειτουργούσαν ως «ηγέτες» (leaders), δημιουργώντας κλειστές ομάδες σε πλατφόρμες όπως το Telegram και το Viber. Εκεί, καλλιεργούσαν κλίμα εμπιστοσύνης και νομιμοφάνειας, διοργάνωναν διαδικτυακά σεμινάρια (webinars) και παρουσιάσεις, και έδιναν επενδυτικές συμβουλές χωρίς να διαθέτουν καμία σχετική άδεια. Η επιβράβευσή τους ήταν άμεση και οικονομική, καθώς λάμβαναν «μπόνους παραπομπής» (referral bonuses) για κάθε νέο μέλος που ενέτασσαν, καθώς και για τα κεφάλαια που αυτά τοποθετούσαν. Το σύστημα αυτό, γνωστό ως Multi-Level Marketing (MLM), αποτελούσε στην πραγματικότητα μια κλασική πυραμίδα, όπου τα κέρδη των παλαιότερων μελών προέρχονταν αποκλειστικά από τις εισφορές των νεότερων.

Χαρακτηριστική ήταν η τακτική της δημιουργίας τεχνητού αισθήματος επείγοντος και μοναδικής ευκαιρίας. Τα θύματα πιέζονταν να επενδύσουν άμεσα, με το επιχείρημα ότι σύντομα τα πακέτα επένδυσης θα γίνονταν πιο ακριβά ή ότι η δυνατότητα κατάθεσης μετρητών θα καταργούνταν. Η επίδειξη πλούτου από τα μέλη της οργάνωσης, μέσω φωτογραφιών στα social media με πολυτελή αυτοκίνητα και ταξίδια, λειτουργούσε ως ισχυρό ψυχολογικό εργαλείο για να πείσει τους υποψήφιους επενδυτές ότι η επένδυση απέφερε πραγματικά τεράστια κέρδη.

Η περίπτωση της πλατφόρμας A. είναι ενδεικτική. Αποτελούσε ένα ακόμα rebranding, το οποίο προωθήθηκε έντονα από συγκεκριμένα μέλη της οργάνωσης, όπως μία γυναίκα που είχε αναλάβει ρόλο «υπεύθυνης για την Ελλάδα». Αυτή, μαζί με άλλους, διοργάνωναν συνεχή διαδικτυακά σεμινάρια, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση μιας νέας, μεγάλης ευκαιρίας. Τα θύματα, πολλά από τα οποία είχαν ήδη χάσει χρήματα σε προηγούμενα σχήματα, παρασύρθηκαν για άλλη μια φορά, τοποθετώντας χιλιάδες ευρώ, για να διαπιστώσουν λίγους μήνες μετά, τον Δεκέμβριο του 2024, ότι η πλατφόρμα καταρρεύσε και τα χρήματά τους είχαν εξαφανιστεί. Σε μια συνομιλία που αποκαλύφθηκε, ένα από τα από τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης παραδέχτηκε ότι εισέπραττε 2.000 ευρώ ημερησίως από την προώθηση της A.

Παράλληλα με την απάτη, η οργάνωση είχε αναπτύξει ένα πολύπλοκο σύστημα νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα πάντα με την Αστυνομία. Τα χρήματα των θυμάτων διοχετεύονταν σε ένα δίκτυο τραπεζικών λογαριασμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, συχνά με διαδοχικές μεταφορές για να χαθούν τα ίχνη. Σημαντικά ποσά κατέληγαν σε ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων, όπου μετατρέπονταν σε πραγματικά κρυπτονομίσματα, όπως Bitcoin και Ethereum, αυξάνοντας περαιτέρω τη δυσκολία εντοπισμού τους. Παράλληλα, τα μέλη της οργάνωσης δαπανούσαν χρήματα για προσωπικές ανάγκες και για την επίδειξη του πλούτου τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στις φορολογικές δηλώσεις τους εμφάνιζαν μηδενικά ή πολύ χαμηλά εισοδήματα, και σε κάποιες περιπτώσεις δήλωναν ακόμα και «άστεγοι» ή «σκηνίτες», οι τραπεζικές και εξωτραπεζικές συναλλαγές τους ανέρχονταν σε εκατομμύρια ευρώ.

Η ανάλυση των οικονομικών δεδομένων από την το Οργανωμένο Έγκλημα, σε συνεργασία με την ανάλυση της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, αποκάλυψε το τεράστιο μέγεθος της δράσης τους. Μόνο τα μέλη της οργάνωσης που ταυτοποιήθηκαν, φέρονται να αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος που ξεπερνά τα 14,8 εκατομμύρια ευρώ, με βάση τις καταγεγραμμένες κινήσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και ανταλλακτήρια. Η ζημία, ωστόσο, για τα θύματα είναι πολλαπλάσια, όπως εκτιμάται από την αστυνομική έρευνα . Μόνο από τις 19 καταθέσεις παθόντων που εξετάστηκαν, η συνολική ζημία ανέρχεται σε 204.900 ευρώ, ενώ από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες προκύπτει ζημία άνω των 556.000 ευρώ για άλλα 54 άτομα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το δίκτυο της WeWe Global (WEWEX) διακίνησε πάνω από 176 εκατομμύρια δολάρια.

Η αστυνομική επιχείρηση και η αποκάλυψη

Το τελικό χτύπημα στην οργάνωση δόθηκε τα ξημερώματα της 5ης Μαρτίου 2026, με μια συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση ταυτόχρονων ερευνών σε Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Αττική και Ηγουμενίτσα. Συμμετείχαν μεικτά κλιμάκια της Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας, με την υποστήριξη τοπικών αστυνομικών διευθύνσεων και εξειδικευμένων στελεχών του Τμήματος Εξετάσεων Ψηφιακών Πειστηρίων.

Η ανάλυση των οικονομικών δεδομένων από το Οργανωμένο Έγκλημα, σε συνεργασία με την ανάλυση της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, αποκάλυψε το τεράστιο μέγεθος της δράσης τους. Μόνο τα μέλη της οργάνωσης που ταυτοποιήθηκαν, φέρονται να αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος που ξεπερνά τα 14,8 εκατομμύρια ευρώ, με βάση τις καταγεγραμμένες κινήσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και ανταλλακτήρια. Η ζημία, ωστόσο, για τα θύματα είναι πολλαπλάσια. Μόνο από τις 19 καταθέσεις παθόντων που εξετάστηκαν, η συνολική ζημία ανέρχεται σε 204.900 ευρώ, ενώ από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες προκύπτει ζημία άνω των 556.000 ευρώ για άλλα 54 άτομα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το δίκτυο της WeWe Global (WEWEX) διακίνησε πάνω από 176 εκατομμύρια δολάρια.