Όταν συζητάμε για τη «νεοφιλελεύθερη επίθεση» στο κοινωνικό κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ειδικά στην Ελλάδα, η εικόνα που συχνά έχουμε στο μυαλό μας είναι αυτή μιας βίαιης κατεδάφισης.

Ωστόσο, η σύγχρονη ακαδημαϊκή έρευνα αποκαλύπτει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: το κοινωνικό κράτος δεν καταργείται, αλλά μεταλλάσσεται. Το κράτος παραμένει παρόν, αλλά οι πόροι και οι δομές του εργαλειοποιούνται ολοένα και περισσότερο για να εξυπηρετήσουν την ιδιωτική κερδοφορία, μεταφέροντας το βάρος και το ρίσκο στις πλάτες των πολιτών.

Στην Ελλάδα, η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε βίαια κατά τη δεκαετία των Μνημονίων, αλλά συνεχίζεται αμείωτη -με πιο «τεχνοκρατικό» μανδύα- τα τελευταία χρόνια.

Εργασία και εισόδημα: Το ευρωπαϊκό χάσμα

Ένας από τους βασικούς πυλώνες του κοινωνικού κράτους είναι η διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης μέσω της ρύθμισης της εργασίας και της αναδιανομής. Τα πρόσφατα στοιχεία, όμως, καταδεικνύουν την πλήρη απορρύθμιση αυτού του πυλώνα.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ (2024-2025), η Ελλάδα αποκλίνει δραματικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα βρίσκεται κάτω από τις 18.000 ευρώ, την ώρα που ο πανευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει τις 38.000 ευρώ.

Παράλληλα, η χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις υψηλότερες θέσεις στην ΕΕ ως προς τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, με το ποσοστό των παιδιών που ζουν σε αυτόν τον κίνδυνο να πλησιάζει το 27%.

Αντί για καθολική κοινωνική προστασία, οι σύγχρονες ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές προκρίνουν το μοντέλο του «workfare» (ανταποδοτική πρόνοια).

Η έμφαση δίνεται στην «απασχολησιμότητα» και στην επιδοματική πολιτική ως εργαλείο ανακούφισης της ακραίας φτώχειας (όπως επισημαίνει και πρόσφατη έκθεση της διαΝΕΟσις), αντί για την οικοδόμηση ενός συμπαγούς διχτυού ασφαλείας που θα αποτρέπει την ίδια τη φτωχοποίηση.

Υγεία: Η ιδιωτικοποίηση εκ των έσω

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάλλαξης. Η στρατηγική δεν είναι πλέον το ευθύ «κλείσιμο» νοσοκομείων, αλλά η συστηματική υποχρηματοδότηση και η απαξίωση, που ωθούν τους πολίτες (και τους κρατικούς πόρους) προς τον ιδιωτικό τομέα.

Πρόσφατη έρευνα του Eteron σε συνεργασία με το ΚΕΠΥ (Δεκέμβριος 2025) για το ΕΣΥ, δείχνει ξεκάθαρα πώς οι διαδοχικές κρίσεις (οικονομική και πανδημική) άφησαν το σύστημα υποστελεχωμένο και δομικά εξαντλημένο.

Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στην εμπιστοσύνη των πολιτών: σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου ΕΝΑ (Σεπτέμβριος 2025), 2 στους 3 πολίτες δηλώνουν δυσαρεστημένοι από το σύστημα υγείας, ενώ το 55% δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται το ΕΣΥ.

Αυτή η δυσαρέσκεια μεταφράζεται σε δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος. Όπως υπογραμμίζει μελέτη του Ιδρύματος Heinrich Böll και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ (2024), πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών δαπανών για την υγεία στην Ελλάδα προέρχεται από άμεσες πληρωμές από τα νοικοκυριά (out-of-pocket expenses) – ένα από τα υψηλότερα ποσοστά σε ολόκληρη την ΕΕ.

Ουσιαστικά, το κράτος αποσύρεται από τον ρόλο του καθολικού παρόχου, μετατρέποντας την υγεία από δικαίωμα σε εμπόρευμα, προσιτό ανάλογα με το πορτοφόλι του καθενός.

Η «ψευδαίσθηση» του Ταμείου Ανάκαμψης

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: «Μα το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) της ΕΕ δεν έφερε τεράστιους πόρους στο κράτος;» Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το «νεοφιλελεύθερο παράδοξο» της μετα-πανδημικής εποχής. Τα χρήματα υπάρχουν, αλλά η κατεύθυνσή τους επιβεβαιώνει την κυριαρχία των αγορών.

Αντί τα δισεκατομμύρια του RRF να κατευθυνθούν μαζικά στην ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, της δημόσιας υγείας (η χρηματοδότηση της οποίας από το Ταμείο παραμένει αποσπασματική) και της δημόσιας παιδείας, διοχετεύονται πρωτίστως στην «πράσινη» και «ψηφιακή» μετάβαση – επιδοτώντας δηλαδή άμεσα, μεγάλα ιδιωτικά επιχειρηματικά σχήματα.

Το κράτος λειτουργεί ως ενδιάμεσος χρηματοδότης του κεφαλαίου, όχι ως προστάτης του πολίτη.

Ένα κράτος δικαίου υπό αίρεση

Πενήντα χρόνια μετά την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1975, το οποίο κατοχύρωνε ρητά τον κοινωνικό χαρακτήρα του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, η πραγματικότητα είναι δυσοίωνη. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν «κατάργησε» το κράτος.

Αντίθετα, δημιούργησε ένα «κράτος της αγοράς», όπου οι βασικές ανάγκες της κοινωνίας (υγεία, ασφάλιση, στέγαση, ενέργεια) αντιμετωπίζονται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ατομικής ευθύνης και της ιδιωτικής κερδοφορίας.

Το διακύβευμα πλέον, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη, δεν είναι η απλή «επιστροφή» στο παρελθόν, αλλά ο επαναπροσδιορισμός και η εκ νέου διεκδίκηση ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους που θα προστατεύει ουσιαστικά τους πολίτες του από τις νέες, πολλαπλές κρίσεις.