Αιώνια ερωμένη του διεθνούς τζετ σετ και λατρεμένη από ποιητές λέξεων και εικόνων, η Ύδρα είναι σταρ -η παρουσία ενός χολιγουντιανού μεγατόνου όπως ο Μπραντ Πιτ αποτελεί απλώς το τελευταίο κεφάλαιο σε μια μακρά ιστορία έρωτα, τέχνης και κινηματογραφικής μαγείας που ξεκινά δεκαετίες πριν.

Το νησί των καπεταναίων και των καλλιτεχνών, που αγαπήθηκε από δημιουργούς που προστάτεψαν με κάθε κόστος την ιδιωτικότητα τους αλλά και από πρόσωπα που τα ονόματα τους είναι κεφάλαια στη βίβλο του τζετ-σετ αλλοτινών εποχών -από τη Τζάκι Κένεντι Ωνάση στην Όντρεϊ Χέπμπορν και αναρίθμητα άλλα ονόματα-μπράντες-, η Ύδρα δεν αγοράζεται με budget εκατομμυρίων, αλλά κατακτάται με την πάροδο του χρόνου.

Πριν την άφιξη του Πιτ στο λιμάνι, η Ύδρα είχε ήδη προλάβει να αποπλανήσει κινηματογραφιστές και σταρ του 20ού αιώνα, μετατρέποντας την ελληνική εντοπιότητα σε παγκόσμιο αισθητικό κανόνα.

«Εχεις την αίσθηση ότι όλα είναι μέσα στο φως- τίποτε δεν μένει κρυμμένο, ούτε και οι αμαρτίες των ανθρώπων» έλεγε για την Ύδρα ο Δημήτρης Χορν στον Νότη Περγιάλη στο Κορίτσι Με Τα Μαύρα (1956) του Μιχάλη Κακογιάννη με την πάντα συγκινητική Έλλη Λαμπέτη.

Ακόμη και αν ο Κακογιάννης είχε πει ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους είχε επιλέξει την Ύδρα ως φόντο της ταινίας του ήταν επειδή βρισκόταν σχετικά κοντά στην Αθήνα και δεν είχε καθόλου αυτοκίνητα, τα λόγια του Χορν ταιριάζουν περισσότερο στο μύθο του νησιού.

«Το νησί δεν ήταν τουριστικό ακόμη τότε και διατηρούσε την αρχοντιά του και τις παλιές του οικογένειες. Και ο κόσμος ήταν άδολος, αθώος» αναφέρεται στο βιβλίο του Χρήστου Σιάφκου, Μιχάλης Κακογιάννης: Σε πρώτο πλάνο -ναι, εδώ κάπως το έσωσε.

Η Ύδρα μετέτρεψε την ελληνική εντοπιότητα σε παγκόσμιο αισθητικό κανόνα και διεθνή κινηματογραφικό μύθο

Σπάνια φωτογραφία της Έλλης Λαμπέτη από τα γυρίσματα της ταινίας Το Κορίτσι Με Τα Μαύρα από το φωτογραφικό λεύκωμα Ταξιδιώτης φωτογράφος. Φωτογραφίες 1943-1980, ΜΙΕΤ

Η αθωότητα ήταν χαρακτηριστικό των ταινιών που φιλοξενήθηκαν στην Υδρα στα χρόνια του ΄50 και του ΄60.Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στο Ταξίδι με τον Ερωτα (1959) του Ανδρέα Λαμπρινού είχε παρομοιάσει την Ύδρα με «μεγάλο υπαίθριο θέατρο» και η Γεωργία Βασιλειάδου την αποκαλούσε απλά ως «η νήσος Υδρα» στους Γαμπρούς της Ευτυχίας του 1962.

Ως τη στιγμή βέβαια που κατέβηκε από το σκάφος. «Επιτέλους! Πάτησα το πάτριον έδαφος!» είπε τρισευτυχισμένη.

«Μια αυθεντική μικρογραφία της ανόθευτης νησιωτικής Ελλάδας» για το ντοκιμαντέρ Ύδρα Καρέ… Καρέ της ΕΡΤ η Ύδρα προστατεύει το κοσμοπολίτικο, αριστοκρατικό αλλά και δωρικό αέρα της για να είναι ακόμη και σήμερα μια μούσα του Χόλιγουντ.

Η αρχιτεκτονική και η ιδιότυπη ομορφιά της αποπλάνησαν διάσημους και άσημους, στα στενά της γεννήθηκαν κινηματογραφικοί έρωτες και δακρυσμένοι χωρισμοί και το αποτύπωμα της έχει αξιοποιηθεί τα μέγιστα τόσο στον ελληνικό όσο και στον ξένο κινηματογράφο -σε ταινίες κάθε είδους.

Ο Χαράλαμπος Μωρές ήταν ο άνθρωπος που έφερε την κοσμική ζωή στην Ύδρα ανοίγοντας τη Λαγουδέρα, απ΄ όπου πέρασαν οι πάντες και όπου έγιναν γυρίσματα τόσο των Γαμπρών της Ευτυχίας όσο και της ταινίας του Αλκη Παππά, Ψιτ Κορίτσια! (1959), με πρωταγωνίστρια την αδελφή του, Ειρήνη Παπά.

Στα εγκαίνια εκείνο το Μεγάλο Σάββατο, στις 2 Μαΐου 1959, μέσα σε μια αποθήκη όπου οι ντόπιοι ψαράδες επισκεύαζαν και προστάτευαν τις βάρκες τους τον χειμώνα η Λαγουδέρα καλωσορίζει τη νύχτα καθώς το νησί μεταμορφώθηκε από ένα ένδοξο ναυτικό οχυρό με επιβλητικά αρχοντικά σε ένα από τα πιο λαμπερά κοσμοπολίτικα θέρετρα της Μεσογείου. Η Ύδρα ήταν η ελληνική απάντηση στο Κάπρι, το Πόρτο Φίνο ή το Σεν Τροπέ -συχνά αποστομωτική.

Το λιμάνι της Υδρας σήμερα όπως και τότε, έχει γίνει πλατό γυρισμάτων έχοντας παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.

Περισσότερες από 20 ταινίες έχουν γυριστεί στην Υδρα από τότε που ο Φιλοποίμην Φίνος έστησε για πρώτη φορά κινηματογραφική μηχανή στο λιμάνι της με το Τραγούδι του Χωρισμού που σκηνοθέτησε ο ίδιος με τη Λήδα Μιράντα και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στους βασικούς ρόλους στα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Γυρισμένο στα τέλη του 1939, το Τραγούδι είναι και η πρώτη παραγωγή που γυρίστηκε στο πρώτο ελληνικό νησί που αποπλάνησε τον διεθνή κινηματογράφο. Ωστόσο ήταν η Μαρίνα του 1946 -σε παραγωγή του Φίνου και σηκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου- που έκανε την αρχή ώστε να γίνει το νησί ένας από τους ελκυστικότερους κινηματογραφικούς προορισμούς της Ελλάδας.

Εδώ γυρίστηκαν το μελόδραμα του Κώστα Στράντζαλη Θυσιάστηκα Για το Παιδί Μου (1960), αλλά και η υπερπαραγωγή του Γιάννη Δαλλιανίδη, το Γοργόνες και Μάγκες.

Το Μαντράκι, τα Καμίνια, η σπηλιά στα Κανόνια, το νησί έχει φιλοξενήσει τα πάντα, από μελοδράματα (Μόνο Για Μια Νύχτα του 1959 ή το Εσένα Μόνον Αγαπώ του 1970) σε κωμωδίες (Τρελοπενηντάρης του 1971 και Μπλοφατζής του 1969, και οι δύο με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα) σάτιρες, ή μιούζικαλ.

Το 1967 το Γοργόνες και Μάγκες του Δαλιανίδη φέρνει τους πρωταγωνιστές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου στο νησί για τρεις εβδομάδες.

«Οποτε δεν είχαμε γυρίσματα, περπατούσαμε διαρκώς ξυπόλυτοι, τρώγαμε,χορεύαμε και τραγουδούσαμε με πολύ κέφι. Κάναμε περίπου αυτά που βλέπουμε στο Γοργόνες και Μάγκες και στα υπόλοιπα μιούζικαλ της εποχής εκείνης. Μέναμε στο Ξενία της Υδρας, όπου το φαγητό ήταν καταπληκτικό. Στην ουσία ήταν ένας πανέμορφος συνδυασμός σκληρής δουλειάς- γιατί δουλεύαμε από τα ξημερώματα ως το απόγευμα – και ευχάριστων διακοπών. Περιμένοντας να έρθει η ώρα του πλάνου σου, όλο και μια βουτιά μπορούσες να κάνεις για να δροσιστείς» είχε πει η Νόρα Βαλσάμη, μόλις 17 ετών τότε, στο ΒΗΜΑ.

Μια αέναη πρωταγωνίστρια που αρνείται να συμβιβαστεί με τη νεωτερικότητα, η Ύδρα παραμένει η απάντηση της Ελλάδας στο Κάπρι ή το Πόρτο Φίνο

Εδώ είναι και το μέρος όπου δύο Φαίδρες αποπλάνησαν το κινηματογραφικό κοινό.

Φαίδρα ήταν το όνομα της Υδραίας σφουγγαρού, της ηρωίδας που υποδύθηκε η Σοφία Λόρεν στη διασημότερη ξένη παραγωγή που γυρίστηκε ποτέ στο νησί. Φαίδρα όμως ήταν και το όνομα της Μελίνας Μερκούρη στην ομότιτλη ταινία του 1962, γυρισμένη από τον Ζυλ Ντασσέν.

Το 1957 όταν η βασίλισσα της Ιταλίας, Σοφία Λόρεν, αναδύθηκε από τα κρυστάλλινα νερά της Ύδρας στην ταινία Το Παιδί και το Δελφίνι (Boy Οn Α Dolphin), είχε γυριστεί και η καλύτερη τουριστική καμπάνια του νησιού για το διεθνές κοινό.

Η πρώτη αμερικανική υπερπαραγωγή που γυρίστηκε στην Ελλάδα, εισάγοντας την τεχνολογία Σινεμασκόπ 55, η ταινία για τη νεαρή σφουγγαρού Φαίδρα που ανακαλύπτει ένα αρχαίο άγαλμα στον βυθό, ανέδειξε την αρχαιολογική αίγλη της χώρας, αλλά και την ανόθευτη καθημερινότητα ενός νησιού που τότε ανακάλυπτε τον κοσμοπολιτισμό.

Για τη Σοφία Λόρεν, η Ύδρα δεν ήταν απλώς ένα πλατό. Όπως είχε δηλώσει στους New York Times, το νησί παραμένει ένα από τα ομορφότερα μέρη παγκοσμίως, συνδεδεμένο με τις πιο καθοριστικές στιγμές της ζωής της. Εκεί έκανε το ντεμπούτο της στον αμερικανικό κινηματογράφο και εκεί ξεκίνησε ο μεγάλος έρωτας με τον σύζυγό της, Κάρλο Πόντι.

Η συναισθηματική της σύνδεση είναι βαθιά, κάτι που φάνηκε και στην ερμηνεία του τραγουδιού Τι ’Ναι Αυτό Που Το λένε Αγάπη. Συνοδευόμενη από την κιθάρα του Τώνη Μαρούδα, η Λόρεν τραγούδησε σε σπαστά ελληνικά, χαρίζοντας στο κομμάτι των Μωράκη και Στρατηγοπούλου μια μοναδική χάρη που το έκανε αθάνατο.

Η παραγωγή της ταινίας ήταν ένας άθλος για τα δεδομένα της εποχής. Τα φιλμ μεταφέρονταν καθημερινά στην Αθήνα με το ταχύπλοο «Εριέττα» του εφοπλιστή Γιάννη Λάτση, ο οποίος στήριξε έμπρακτα τα γυρίσματα παραχωρώντας ακόμη και το γιοτ του. Οι διορθώσεις και οι οδηγίες από τα στούντιο επέστρεφαν στην Ύδρα με τηλεγραφήματα, σε μια διαρκή γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στο Χόλιγουντ και τον Σαρωνικό.

Δεκαετίες μετά, ο Δήμος Ύδρας ανακήρυξε τη Σοφία Λόρεν σε επίτιμη δημότη τόσο ως τιμητική διάκριση όσο και επισημοποίηση ενός δεσμού που καθόρισε τη σύγχρονη ταυτότητα του νησιού κλείνοντας έναν κύκλο ιστορικής συνεργασίας.

«Εχεις την αίσθηση ότι όλα είναι μέσα στο φως- τίποτε δεν μένει κρυμμένο, ούτε και οι αμαρτίες των ανθρώπων»

View this post on Instagram

A post shared by ArtCinema (@artcinemasocial)

Αν η Λόρεν σύστησε την Ύδρα στον κόσμο ως έναν εξωτικό παράδεισο, η Μελίνα Μερκούρη ήταν εκείνη που της χάρισε την πνευματική και καλλιτεχνική της ταυτότητα.

Πέντε χρόνια μετά, το 1962, ο Ζυλ Ντασέν μεταφέρει την τραγωδία του Ευριπίδη στη σύγχρονη εποχή, τοποθετώντας τη δράση της Φαίδρας στο αρχοντικό περιβάλλον μιας εφοπλιστικής οικογένειας. Η Ύδρα, με τα επιβλητικά πέτρινα οικοδομήματα και τη δωρική της λιτότητα, αποτέλεσε το ιδανικό σκηνικό για να ξετυλιχθεί το απαγορευμένο πάθος ανάμεσα στη σύζυγο του εφοπλιστή και τον πρόγονό της.

Η ταινία υπήρξε μια από τις πιο φιλόδοξες παραγωγές της εποχής, συγκεντρώνοντας ένα διεθνές καστ που περιλάμβανε τον Άντονι Πέρκινς και τον Ραφ Βαλόνε. Η Μελίνα, στο απόγειο της διεθνούς της καριέρας, ταύτισε την προσωπική της αύρα με το νησί.

Οι σκηνές των περιπλανήσεών της στο λιμάνι και οι εμβληματικές λήψεις στα Καμίνια προσέδωσαν στην Ύδρα έναν σοφιστικέ και αριστοκρατικό αέρα, κάνοντάς την πόλο έλξης για το διεθνές τζετ σετ. Δεν ήταν πια μόνο ένας τόπος διακοπών, αλλά ένα «μεγάλο υπαίθριο θέατρο», όπου η τέχνη συναντούσε την αληθινή ζωή.

Από τις ένδοξες ναυμαχίες του 1821 μέχρι τα κοσμοπολίτικα σαλόνια του 20ού αιώνα, η Ύδρα είναι ένας τόπος μυστικιστικής σχεδόν σαγήνης

Η Φαίδρα δεν θα είχε την ίδια επίδραση χωρίς τη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη. Το τραγούδι Αγάπη μου (Σε πότισα ροδόσταμο), ερμηνευμένο από τη Μελίνα Μερκούρη, έγινε παγκόσμια επιτυχία, μεταφέροντας το μελαγχολικό αλλά και παθιασμένο κλίμα της Ύδρας στα πέρατα της γης.

Η ταινία προβλήθηκε με τεράστια επιτυχία στο εξωτερικό, καθιερώνοντας την Ύδρα ως το απόλυτο καταφύγιο των διανοουμένων και των καλλιτεχνών, μια φήμη που διατηρεί αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, καθώς οι σκιές της Μελίνας και του Ντασέν πλανιούνται ακόμα στα σοκάκια του νησιού.

Η Ύδρα είναι περισσότερα από κινηματογραφικά καρέ. Είναι ιστορία, ναυτιλία, ποίηση.

Το 1960, ένας νεαρός και άγνωστος τότε Καναδός, ο Λέοναρντ Κοέν, αγόρασε ένα σπίτι στο νησί για 1.500 δολάρια. Εκεί, κάτω από το φως του Σαρωνικού και χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, έζησε τον απόλυτο έρωτα με τη Μαριάν Ιλέν.

Η Μαριάν έγινε η μούσα του, η γυναίκα που του πρόσφερε το περιβάλλον για να γράψει το So Long, Marianne και το Bird on the Wire. Η Ύδρα των ’60s ήταν ένας τόπος όπου οι μποέμ της εποχής, μακριά από τη σύμβαση της Δύσης, αναζητούσαν την αλήθεια τους.

Το μοναδικό νησί στην Ελλάδα όπου απαγορεύεται πλήρως η κυκλοφορία τροχοφόρων, διατηρώντας την ηρεμία μιας άλλης εποχής η Ύδρα είναι πιο σταρ από κάθε τοτέμ του σελιλόιντ.

«Ναυτική μητρόπολη» της Επανάστασης του 1821, προσφέροντας τον πανίσχυρο στόλο της στον αγώνα για την ανεξαρτησία, λαξευμένη στο βράχο και ποτισμένη με την άλμη της ιστορίας, η Ύδρα μοιάζει να αρνείται πεισματικά να συμβιβαστεί με τη νεωτερικότητα, προσφέροντας ένα καταφύγιο αυθεντικότητας στην καρδιά του Αργοσαρωνικού.

Από τις ένδοξες ναυμαχίες του 1821 μέχρι τα κοσμοπολίτικα σαλόνια του 20ού αιώνα, η Ύδρα είναι ένας τόπος μυστικιστικής σχεδόν σαγήνης.

Η γεωγραφική της θέση στον Αργοσαρωνικό και η ιδιαίτερη μορφολογία της την κατέστησαν, από την αρχαιότητα, έναν τόπο στρατηγικής σημασίας, αν και η πραγματική της ακμή ήρθε μέσα από τη θάλασσα και τους αγώνες των κατοίκων της. Παρά το γεγονός ότι σήμερα τη γνωρίζουμε ως έναν άνυδρο βράχο, το όνομά της μαρτυρά ένα παρελθόν πλούσιο σε πηγές, μια αντίθεση που ενισχύει το μυστήριο και τη γοητεία της.

Αποπλανώντας εικαστικούς, συγγραφείς, σταρ και ποιητές, εκεί όπου η πέτρα και ο ουρανός παντρεύονται, η Ύδρα είναι ένα καταφύγιο για τους εραστές της αυθεντικότητας

Το 1955 αποτελεί μια χρονιά-ορόσημο για την πολιτιστική ιστορία της Ύδρας. Είναι η χρονιά που ο σπουδαίος ζωγράφος και ακαδημαϊκός Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας φιλοξενεί στο οικογενειακό του αρχοντικό τον Βρετανό συγγραφέα και ήρωα του πολέμου, Πάτρικ Λι Φέρμορ. Μέσα στις αίθουσες του αρχοντικού, το οποίο ο Γκίκας είχε μετατρέψει σε έναν «ναό» του κυβισμού και της ελληνικής παράδοσης, ο Φέρμορ βρήκε την απαραίτητη απομόνωση και έμπνευση για να συγγράψει το μνημειώδες έργο του Μάνη, ένα από τα σημαντικότερα ταξιδιωτικά βιβλία του 20ού αιώνα. Αρχείο Μουσείο Μπενάκη

Η Ύδρα υπήρξε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Οι Υδραίοι καραβοκύρηδες, με τη δεινότητα και τον πατριωτισμό τους, μετέτρεψαν τα εμπορικά τους πλοία σε πολεμικές μηχανές, πρωταγωνιστώντας σε κρίσιμες ναυμαχίες.

Προσωπικότητες όπως ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Λάζαρος Κουντουριώτης και η Μπουμπουλίνα (που είχε υδραίικη καταγωγή) σφράγισαν τη μοίρα του έθνους. Είναι εντυπωσιακό ότι το νησί αυτό ανέδειξε πέντε Πρωθυπουργούς της Ελλάδας και τον Παύλο Κουντουριώτη, τον πρώτο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η Ύδρα έχει ανακηρυχθεί ολόκληρη ως διατηρητέο μνημείο. Η πόλη της, χτισμένη αμφιθεατρικά γύρω από το λιμάνι, αποτελείται από επιβλητικά πέτρινα αρχοντικά που χτίστηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα από Ιταλούς και Γενουάτες τεχνίτες.

Η αυστηρή προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και η απόλυτη απαγόρευση των αυτοκινήτων και των μοτοσικλετών την καθιστούν μοναδική παγκοσμίως. Οι μετακινήσεις γίνονται αποκλειστικά με τα πόδια, τα παραδοσιακά γαϊδουράκια ή τα θαλάσσια ταξί, διασφαλίζοντας μια ατμόσφαιρα που ταξιδεύει τον επισκέπτη αιώνες πίσω.

Πέρα από την ιστορία και την αρχιτεκτονική, η Ύδρα υπήρξε ανέκαθεν μαγνήτης για τις τέχνες.

Η ίδρυση της Σχολής Καλών Τεχνών στο αρχοντικό Τομπάζη το 1936 ήταν μόνο η αρχή. Το νησί φιλοξένησε και ενέπνευσε προσωπικότητες διεθνούς βεληνεκούς, από τον Πάμπλο Πικάσο και τον Μαρκ Σαγκάλ μέχρι τον Κοέν. Ενα «ανοιχτό εργαστήρι» τέχνης, αυτή η Μούσα του Σαρωνικού έγινε από ναυτικό οχυρό καλλιτεχνικό ορμητήριο, όχι τυχαία.

Το φως της Ελλάδας, η δωρική λιτότητα του τοπίου και η «ιερή» σιωπή που επιβάλλει η απουσία των τροχοφόρων, δημιούργησαν το ιδανικό περιβάλλον για την άνθηση των τεχνών φέρνοντας στο νησία μια πνευματικότητα που λειτούργησε ως μαγνήτης, ελκύοντας δημιουργούς που αναζητούσαν την επιστροφή στις ρίζες της αισθητικής.

Η επίσημη θεσμοθέτηση της Ύδρας ως καλλιτεχνικού κέντρου ήρθε το 1936, με την ίδρυση του παραρτήματος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στο επιβλητικό αρχοντικό του Εμμανουήλ Τομπάζη.

«Στην Ελλάδα επιθυμείς να κολυμπήσεις στον ουρανό. Θέλεις να πετάξεις τα ρούχα σου, να πηδήξεις τρέχοντας και να βουτήξεις στο γαλάζιο. Θέλεις να αιωρηθείς στον αέρα σαν άγγελος, να ξαπλώσεις στο χορτάρι και να χαρείς με αυτό τον καταπληκτικό τρόπο την έκσταση»

Η κίνηση αυτή μετέτρεψε ολόκληρο το νησί σε ένα υπαίθριο εργαστήρι. Γενιές Ελλήνων ζωγράφων, όπως ο Παναγιώτης Τέτσης –ο οποίος λάτρεψε και αποθανάτισε την Ύδρα όσο κανείς άλλος–, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και ο Γιάννης Μόραλης, συνδέθηκαν οργανικά με τον τόπο, ενσωματώνοντας την υδραίικη πέτρα και το γαλάζιο στα έργα τους.

Η φήμη του νησιού ξεπέρασε γρήγορα τα ελληνικά σύνορα. Η Ύδρα έγινε το σημείο συνάντησης της διεθνούς διανόησης. Ο Πάμπλο Πικάσο και ο Μαρκ Σαγκάλ επισκέφθηκαν το νησί, γοητευμένοι από την αυθεντικότητά του, ενώ ο Χένρι Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού περιέγραψε την Ύδρα με λέξεις σαν προσευχή.

Ο Γιώργος Σεφέρης φωτογραφίζει τον Χένρι Μίλερ στην Ύδρα. © Αρχείο Γιώργου Σεφέρη/Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Έγραφε ο Μίλερ, προσκεκλημένος του Γιώργου Σεφέρη στην Ελλάδα το 1939:

«Στην Ελλάδα επιθυμείς να κολυμπήσεις στον ουρανό. Θέλεις να πετάξεις τα ρούχα σου, να πηδήξεις τρέχοντας και να βουτήξεις στο γαλάζιο. Θέλεις να αιωρηθείς στον αέρα σαν άγγελος, να ξαπλώσεις στο χορτάρι και να χαρείς με αυτό τον καταπληκτικό τρόπο την έκσταση. Πέτρα και ουρανός εδώ παντρεύονται. Είναι η αέναη αυγή της αφύπνισης του ανθρώπου».

Ο Κοέν, ο τραγουδοποιός-ποιητής του νησιού απλά συνέχισε όσα είχαν προηγηθεί.

Η καλλιτεχνική παράδοση της Ύδρας δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Σήμερα, το νησί συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στη σύγχρονη τέχνη. Το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ του Δάκη Ιωάννου, με τις ετήσιες εκθέσεις στα παλαιά Σφαγεία, φέρνει κάθε καλοκαίρι στην Ύδρα την αφρόκρεμα της παγκόσμιας εικαστικής σκηνής, από τον Τζεφ Κουνς μέχρι τον Mαουρίτσιο Κατελάν.

Παράλληλα, δεκάδες γκαλερί και ιδιωτικές συλλογές στεγάζονται στα αναπαλαιωμένα αρχοντικά, διατηρώντας ζωντανό τον διάλογο ανάμεσα στην παράδοση και την πρωτοπορία.

Η Ύδρα παραμένει ένας τόπος όπου ο κοσμοπολιτισμός δεν αναιρεί την κατάνυξη, και όπου κάθε γωνιά του λιμανιού μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για ένα νέο αριστούργημα. Η άφιξη του Μπραντ Πιτ είναι ένα ακόμη μικρό κεφάλαιο στην ιστορία της Ύδρας που είναι μεγαλύτερη από κάθε σταρ, αέναη πρωταγωνίστρια που δεν χρειάζεται φίλτρα για να λάμψει.