Οι ειδικευόμενοι νέοι γιατροί στην Ελλάδα δεν είναι μόνο από τους πλέον κακοπληρωμένους στην Ευρώπη – με τον εισαγωγικό μισθό στο 1/4 των συναδέλφων τους στη Γερμανία – αλλά και οι πλέον εξουθενωμένοι. Σύμφωνα με τη νέα πανευρωπαϊκή μελέτη Rest JD Report, οι ειδικευόμενοι γιατροί στη χώρα μας δουλεύουν κατά μέσο όρο 72 ώρες την εβδομάδα, τις περισσότερες από όλους τους άλλους συναδέλφους τους και 24 ώρες παραπάνω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 48 ωρών.

Σε μια χώρα που είναι ούτως ή άλλως είναι πρωταθλήτρια στην υπερεργασία, οι συνθήκες για τους νέους γιατρούς που εργάζονται σε δημόσιες δομές, μοιάζουν βγαλμένες από δυστοπικό μυθιστόρημα: Εξαήμερα 12ωρα, απανωτές 24ωρες εφημερίες και νυχτερινά, ελάχιστος ως ανύπαρκτος χρόνος ξεκούρασης, υψηλά ποσοστά εργασιακής εξουθένωσης, πολύ χαμηλή ικανοποίηση, απουσία ισορροπίας προσωπικής και επαγγελματικής ζωής. Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νέων Γιατρών (European Junior Doctors Association), για την Ελλάδα είναι σαφής και επείγουσα:  «Απαιτείται άμεση συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις ώρες εργασίας και ανάπαυσης».

Oι ειδικευόμενοι στην Ελλάδα δουλεύουν 72 ώρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο – πηγή: EJD

Πρωτοποριακή μελέτη

Η συγκεκριμένη μελέτη είναι η πρώτη σε πανευρωπαϊκή κλίμακα που εξετάζει συστηματικά τον πραγματικό χρόνο εργασίας, την ανάπαυση και την εργασιακή ικανοποίηση των ειδικευόμενων γιατρών. Βασίζεται σε διατομεακή έρευνα με δομημένο ερωτηματολόγιο, την οποία συμπλήρωσαν 6.165 που πραγματοποιούν μεταπτυχιακή εκπαίδευση ειδικότητας, σε 26 χώρες. Στόχος ήταν να αποτυπωθεί κατά πόσο τηρούνται τα όρια της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας (2003/88/EK, European Working Time Directive – EWTD,) και πώς οι συνθήκες αυτές επηρεάζουν την υγεία των γιατρών, την ποιότητα της εκπαίδευσης και την ασφάλεια των ασθενών.

Αύξηση ιατρικών σφαλμάτων

Η διεθνής βιβλιογραφία έχει αποδείξει ότι η εργασία άνω των 48 ωρών την εβδομάδα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, κατάθλιψης, άγχους, επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) και μειωμένης εργασιακής ικανοποίησης. Παράλληλα, οι παρατεταμένες βάρδιες (≥24 ώρες) και οι εβδομάδες άνω των 50 ωρών σχετίζονται με σημαντικά περισσότερα σοβαρά ιατρικά σφάλματα. Η κόπωση και η στέρηση ύπνου επηρεάζουν την προσοχή, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων, με άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια των ασθενών.

Για τους ειδικευόμενους, οι οποίοι βρίσκονται σε κρίσιμη φάση εκπαίδευσης, οι επιπτώσεις είναι διπλές: υπονομεύεται τόσο η υγεία τους όσο και η ποιότητα της μαθησιακής διαδικασίας.

Στα «κόκκινα» οι ειδικευόμενοι γιατροι στην Ευρωπη

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι ειδικευόμενοι γιατροί δηλώνουν ότι εργάζονται κατά μέσο όρο 57 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή 17 ώρες περισσότερες από τις τυπικές συμβάσεις των 40 ωρών και περίπου 9 ώρες πάνω από το νόμιμο όριο της Eυρωπαϊκής Οδηγίας για την Οργάνωση του Χρόνου Εργασίας.

Οι επτά στους δέκα (71%) δηλώνουν ότι εργάζονται πάνω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 48 ωρών. Το 20% ξεπερνούν τις 70 ώρες την εβδομάδα, ενώ 10% δηλώνουν πάνω από 80 ώρες την εβδομάδα.

Το 88% κάνουν υπερωρίες, από τις οποίες τα δύο τρίτα δεν αποζημιώνονται.  Σχεδόν τρεις στους τέσσερις κάνουν νυχτερινές βάρδιες, ενώ το 62% εργάζεται σε 24ωρες βάρδιες.

Παράλληλα, η ανάπαυση είναι ανεπαρκής: ο μέσος όρος είναι μόλις 6 ημέρες ανάπαυσης τον μήνα, και το 35% δεν έλαβε τις ελάχιστες τέσσερις εβδομάδες ετήσιας άδειας τον προηγούμενο χρόνο.

Όσον αφορά την ικανοποίηση, πάνω από τους μισούς ειδικευόμενους δεν δηλώνουν θετικά δεσμευμένοι με την εργασία τους. Η ισορροπία εργασίας-ζωής είναι το πιο προβληματικό πεδίο: μόνο το 25% δηλώνει ικανοποιημένο, ενώ το 52% δηλώνει δυσαρεστημένο. Η εργασία άνω των 48 ωρών τετραπλασιάζει την πιθανότητα δυσαρέσκειας.

Τι ορίζει η ευρωπαϊκή οδηγία για τους ειδικευόμενους γιατρούς

Από το 2009, η οδηγία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας εφαρμόζεται πλήρως και στους νέους γιατρούς, απαιτώντας από τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν τις διατάξεις της στην εθνική νομοθεσία. Η οδηγία EWTD παρέχει σε κάθε εργαζόμενο στην Ευρώπη τα ακόλουθα δικαιώματα:

  • Περιορισμένες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, με μέσο όρο εργασίας για κάθε περίοδο 7 ημερών που δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.
  • Ελάχιστη ημερήσια περίοδο ανάπαυσης 11 συνεχόμενων ωρών σε κάθε κύκλο 24 ωρών.
  • Ελάχιστη εβδομαδιαία περίοδο ανάπαυσης 24 αδιάλειπτων ωρών για κάθε περίοδο 7 ημερών, επιπλέον της ελάχιστης ημερήσιας περιόδου ανάπαυσης.
  • Δικαίωμα σε διαλείμματα κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας που υπερβαίνουν τις έξι ώρες.
  • Αμειβόμενη ετήσια άδεια τουλάχιστον 4 εβδομάδων ανά έτος.

Η εγγύηση των παραπάνω δικαιωμάτων θεωρείται καθοριστική για τη δημιουργία ενός υγιούς και ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και πέραν αυτού.

Ειδικευόμενοι στα πρόθυρα εργασιακής εξουθένωσης

Με 72 ώρες δουλειάς κατά μέσο όρο την εβδομάδα, κάθε Έλληνας ειδικευόμενος γιατρός δουλεύει όσο δύο ευρωπαίοι εργαζόμενοι – αφού ο μέσος εργάσιμος χρόνος στην ΕΕ είναι 36 ώρες την εβδομάδα.

Το ωράριο αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τόσο το τυπικό 40ωρο όσο και το ανώτατο όριο των 48 ωρών που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τον χρόνο εργασίας. Η απόκλιση αυτή δεν είναι μεμονωμένο ούτε περιστασιακό φαινόμενο, αλλά δομικό χαρακτηριστικό της καθημερινότητας των δημόσιων νοσοκομείων.

Ακόμα πιο τρομαχτικό, είναι ότι οι Έλληνες ειδικευόμενοι μπορεί να συμπληρώσουν και 92 εργάσιμες ώρες την εβδομάδα, όπως καταγράφει η έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι πριν γινει  νόμος του κράτους το 13ωρο, έχει  δοκιμαστεί ακόμα και σε επταήμερη βάση στα δημόσια νοσοκομεία.  Το κατώτερο όριο εβδομαδιαίας εργασίας, ανέρχεται στις 52 ώρες – τέσσερις ώρες πάνω από το νόμιμο όριο και πάνω από 10 ώρες ημερησίως ανά εργάσιμη εβδομάδα των 5 ημερών.

Οι πολύωρες εφημερίες αποτελούν κανόνα. Σχεδόν όλοι οι ειδικευόμενοι γιατροί στη χώρα μας (98%) δηλώνουν ότι πραγματοποιούν 24ωρες βάρδιες, ενώ η συντριπτική πλειονότητα εργάζεται και σε νυχτερινές βάρδιες (96%) με μέσο όρο επτά νύχτες τον μήνα. Οι αριθμοί αυτοί κατατάσσουν τη χώρα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης και ως προς την ένταση της εφημεριακής επιβάρυνσης.

Μόλις τέσσερις ημέρες ανάπαυσης τον μήνα

Η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική σε ό,τι αφορά την ξεκούραση. Οι ειδικευόμενοι στην Ελλάδα δηλώνουν ότι διαθέτουν κατά μέσο όρο μόλις τέσσερις ημέρες ανάπαυσης τον μήνα, επίσης η χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη, μαζί με τη Μάλτα. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε συνεχόμενες εβδομάδες εντατικής εξαήμερης εργασίας με ελάχιστα διαλείμματα αποφόρτισης.

Παρότι η συντριπτική πλειονότητα δηλώνει ότι  λαμβάνει τις τέσσερις εβδομάδες ετήσιας άδειας που προβλέπει ο νόμος, η τυπική χορήγηση άδειας δεν φαίνεται να αντισταθμίζει την καθημερινή και χρόνια κόπωση που προκαλούν εβδομάδες 70 και πλέον ωρών εργασίας και αλλεπάλληλες 24ωρες εφημερίες. Η εξουθένωση δεν προκύπτει από μια μεμονωμένη περίοδο πίεσης, αλλά από μια σταθερή συνθήκη υπερεργασίας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι το 43% των ειδικευόμενων στην Ελλάδα, δηλώνει ότι δεν έχει καν ούτε μια μέρα ρεπό τηνν εβδομάδα. Aντιθέτως, σε Ολλανδία, Εσθονία και Σουηδία, ο μέσος όρος των ημερών ανάπαυσης είναι 8 με 9 το μήνα, όσο δηλαδή ο τυπικός χρόνος που προβλέπεται για όσους δουλεύουν πενθήμερο.

Στα τάρταρα η εργασιακή ικανοποίηση

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην ελληνική ομάδα της μελέτης είναι περίπου 30 ετών, στα πρώτα χρόνια της ειδικότητάς τους. Η ελαφρά υπεροχή των γυναικών (54%) αντανακλά τη σύγχρονη σύνθεση του ιατρικού δυναμικού. Πρόκειται για τη γενιά που καλείται να στελεχώσει το σύστημα υγείας τα επόμενα χρόνια, αλλά ξεκινά την επαγγελματική της πορεία σε συνθήκες που δοκιμάζουν τα σωματικά και ψυχικά της όρια.

Οι Έλληνες ειδικευόμενοι έχουν τη χαμηλότερη εργασιακή ικανοποίηση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μετά τη Μάλτα, με σχεδόν επτά στους δέκα να δηλώνουν δυσαρεστημένοι ως πολύ δυσαρεστημένοι από την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Οι χειρουργικές και κλινικές ειδικότητες είναι οι πλέον επιβαρυμένες, ενώ σε λίγο καλύτερη θέση βρίσκονται όσοι ασκούν ιατρική στην κοινότητα.

Ζήτημα δημόσιας υγείας

Σε μια χώρα που ήδη αντιμετωπίζει μαζική μετανάστευση νέων γιατρών και δυσκολία στελέχωσης κρίσιμων τμημάτων, τα ευρήματα λειτουργούν ως καμπανάκι για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας. Η διαρκής υπερεργασία εντείνει την εξουθένωση, η εξουθένωση ενισχύει την αποχώρηση, και η αποχώρηση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο όσους παραμένουν.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο προβλέπεται έλλειψη εκατοντάδων χιλιάδων γιατρών έως το 2030· χώρες όπως η Ελλάδα, που ήδη αντιμετωπίζουν «διαρροή εγκεφάλων», κινδυνεύουν δυσανάλογα.

Παράλληλα, η ποιότητα της εκπαίδευσης υποβαθμίζεται όταν ο χρόνος καταναλώνεται κυρίως σε παροχή υπηρεσιών υπό πίεση, χωρίς επαρκή εποπτεία και εκπαιδευτικό περιεχόμενο.

Προτάσεις πολιτικής

Η μελέτη προτείνει δράσεις σε πολλά επίπεδα:

  • Σε ευρωπαϊκό επίπεδο: ανάδειξη των ωρών εργασίας ως βασικού δείκτη ποιότητας φροντίδας και ασφάλειας ασθενών, και συστηματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης.
  • Σε εθνικό επίπεδο: ουσιαστικοί έλεγχοι, σύνδεση χρηματοδότησης και διαπίστευσης νοσοκομείων/προγραμμάτων ειδικότητας με τη συμμόρφωση στην Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Οργάνωση του Χρόνου Εργασίας, προστασία όσων καταγγέλλουν παραβιάσεις.
  • Σε νοσοκομειακό επίπεδο: κατάργηση 24ωρων βαρδιών για ειδικευόμενους, ανώτατο όριο βάρδιας ~13 ωρών, αξιόπιστη καταγραφή πραγματικών ωρών εργασίας και εγγυημένος χρόνος ανάπαυσης.