Ο μεγαλύτερος και πιο πολυσύχναστος αερολιμένας της χώρας, το διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας «Ελευθέριος Βενιζέλος», βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά σοβαρή κρίση που προκάλεσε έντονη ανησυχία στο επιβατικό κοινό και αλυσιδωτές καθυστερήσεις στο πρόγραμμα των πτήσεων.

Μια σημαντική τεχνική βλάβη στο σύστημα μεταφοράς δεδομένων ραντάρ «τύφλωσε» εν μέρει την Προσέγγιση Αθηνών, αναδεικνύοντας για ακόμη μια φορά -και με τον πλέον εμφατικό τρόπο- τις παθογένειες και τις τραγικές ελλείψεις στις κρίσιμες υποδομές της αεροναυτιλίας στην Ελλάδα.

Το περιστατικό έθεσε σε συναγερμό τις αρμόδιες αρχές, ενώ παράλληλα προκάλεσε την έντονη και οργισμένη αντίδραση των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι οποίοι κάνουν λόγο για επαναλαμβανόμενα, εξαιρετικά επικίνδυνα φαινόμενα.

Η βλάβη και η επίσημη θέση της ΥΠΑ

Το πρόβλημα προέκυψε νωρίς το πρωί και εντοπίστηκε στο σύστημα μεταφοράς δεδομένων από το ραντάρ που βρίσκεται στον λόφο της Μερέντας, στην ευρύτερη περιοχή του Μαρκόπουλου Αττικής, προς το Κέντρο Ελέγχου του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών.

Όσο πλησιάζουμε στους μήνες αιχμής, το σημερινό περιστατικό λειτουργεί ως ηχηρό καμπανάκι

Η ξαφνική απώλεια αυτών των ζωτικών δεδομένων σήμανε άμεσα μείωση της χωρητικότητας του αεροδρομίου, καθώς, για λόγους ασφαλείας, αυξήθηκαν υποχρεωτικά οι αποστάσεις μεταξύ των αεροσκαφών.

Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει το κοινό και να περιορίσει τον αντίκτυπο της κρίσης, εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση, επιβεβαιώνοντας το γεγονός:

«Στις 19 Φεβρουαρίου 2026 παρουσιάστηκε τεχνική βλάβη στην τροφοδοσία του συστήματος μεταφοράς δεδομένων στη θέση “Μερέντα” προς τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, προκαλώντας δυσλειτουργία του εν λόγω συστήματος και προσωρινή μείωση χωρητικότητας εξυπηρέτησης αεροσκαφών στο αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος”».

Η διοίκηση της ΥΠΑ τόνισε ότι «άμεσα εξειδικευμένο προσωπικό της ΥΠΑ προχώρησε σε διαγνωστικές και διορθωτικές κινήσεις και η τεχνική βλάβη αποκαταστάθηκε», προσθέτοντας χαρακτηριστικά πως «η παροχή υπηρεσιών Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας συνεχίζεται απρόσκοπτα».

Ωστόσο, στην πράξη, η βλάβη ήταν ικανή να «φρενάρει» δραστικά τον ρυθμό των προσγειώσεων. Από τις 22 αφίξεις που εξυπηρετούνται κανονικά, ο αριθμός έπεσε στις 17 ανά ώρα, προκαλώντας σημαντική ταλαιπωρία και καθυστερήσεις που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπέρασαν κατά πολύ τα 20 λεπτά.

Οργή εργαζομένων: «Στο ίδιο έργο θεατές»

Στον αντίποδα των καθησυχαστικών τόνων της διοίκησης της ΥΠΑ, οι εργαζόμενοι -και ειδικότερα η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας- εξέφρασαν την απόλυτη αγανάκτησή τους, ρίχνοντας φως στο δυσάρεστο παρασκήνιο αυτών των συνεχών αστοχιών.

Με μια ανακοίνωση καταπέλτη, ανέδειξαν την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού, επισημαίνοντας ότι το σημερινό black out δεν προέκυψε απρόσμενα.

Οι ελεγκτές κατήγγειλαν ανοιχτά ότι η Προσέγγιση Αθηνών, η οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την ασφαλή καθοδήγηση των αεροσκαφών στον μεγαλύτερο αερολιμένα της χώρας, αναγκάστηκε να λειτουργήσει κάτω από εξαιρετικά επισφαλείς συνθήκες, έχοντας στη διάθεσή της μόνο ένα από τα τρία ραντάρ που προβλέπονται κανονικά, και μάλιστα χωρίς τις απαραίτητες εφεδρικές συχνότητες.

«Στο ίδιο έργο θεατές βρεθήκαμε σήμερα το πρωί, αφού χάθηκε ξανά η επικοινωνία με τον λόφο Μερέντα, όπως και τον περασμένο Αύγουστο, όταν αστόχησε το ανταλλακτικό, που η Υ.Π.Α. “αξιολογούσε” από τον Μάιο του 2024 αν θα έπρεπε να αποκτήσει και έως σήμερα δεν έχει παραδοθεί», ανέφεραν στην αιχμηρή ανακοίνωσή τους οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, στηλιτεύοντας την εγκληματική καθυστέρηση στην προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού.

«Καμπανάκι» εν όψει θερινής περιόδου

Η σημερινή κρίση αποτελεί, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, απλώς άλλον έναν κρίκο σε μια αλυσίδα επικίνδυνων δυσλειτουργιών. Υπενθύμισαν, μάλιστα, ακόμη ένα σκοτεινό περιστατικό, όταν μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, στις 4 Ιανουαρίου 2026, σημειώθηκε ολική απώλεια επικοινωνιών στον εναέριο χώρο, συμβάν για το οποίο εξακολουθούν να περιμένουν επίσημη ενημέρωση για τα ακριβή αίτια.

Ο κόμπος, όπως φαίνεται, έχει φτάσει στο χτένι. Η απογοήτευση, σε συνδυασμό με την εργασιακή εξουθένωση του προσωπικού που καλείται να διαχειριστεί τις τεχνικές ελλείψεις, μεταφράζεται πλέον σε προειδοποιήσεις προς πάσα κατεύθυνση.

Οι ελεγκτές ξεκαθάρισαν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες επισφάλειας, δεν προτίθενται να παράσχουν υπερεργασία κατά την επερχόμενη θερινή περίοδο του 2026.

Πρόκειται για μια δήλωση με τεράστιο ειδικό βάρος, αφού το καλοκαίρι η τουριστική κίνηση εκτινάσσεται στα ύψη και η πίεση στα απαρχαιωμένα συστήματα πολλαπλασιάζεται γεωμετρικά. Η θέση τους είναι ξεκάθαρη: η ασφάλεια των πτήσεων, των επιβατών και των πληρωμάτων είναι αδιαπραγμάτευτη.

Τα αναπάντητα ερωτήματα και η επόμενη μέρα

Μπορεί η ΥΠΑ να διαβεβαιώνει πως η σημερινή βλάβη αποκαταστάθηκε γρήγορα, όμως τα ερωτήματα παραμένουν αμείλικτα. Πώς γίνεται ένα νευραλγικό σύστημα ενός ευρωπαϊκού κόμβου αερομεταφορών να «κρέμεται» από τη γραφειοκρατία ενός ανταλλακτικού που εκκρεμεί από το 2024;

Το ελληνικό τουριστικό προϊόν και η διεθνής εικόνα της χώρας εξαρτώνται άμεσα από το επίπεδο της αεροναυτιλίας μας. Η αεροπλοΐα απαιτεί απόλυτη τεχνική ακρίβεια και μηδενική ανοχή σε εκπτώσεις συντήρησης.

Όσο πλησιάζουμε στους μήνες αιχμής, το σημερινό περιστατικό λειτουργεί ως ηχηρό καμπανάκι. Ο «κόκκινος συναγερμός» έχει ήδη χτυπήσει και οι αρμόδιοι φορείς καλούνται να δώσουν οριστικές λύσεις πριν ένα αντίστοιχο πρόβλημα στην καρδιά του καλοκαιριού προκαλέσει ανεπανόρθωτο χάος στον ελληνικό εναέριο χώρο.