Γιώργος Κουμάντος: Ήταν ένα ιστορικό λάθος η Ελληνική Επανάσταση;
Το Εικοσιένα κάπως, κάποτε θα γινόταν
Στις 12 Φεβρουαρίου 1925 γεννήθηκε στην Αθήνα ο Γιώργος Κουμάντος, μια προσωπικότητα πραγματικά πολυσχιδής, που ενσάρκωσε το ιδεώδες του ενεργού πολίτη και κατέλιπε μια σημαντική κληρονομιά σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής.
Γιος του νομικού Αναστασίου Κουμάντου, ο Γιώργος Κουμάντος φοίτησε στο Λεόντειο Λύκειο, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία (εκεί αναγορεύτηκε και διδάκτωρ).
Υπήρξε διαπρεπής νομικός (καθηγητής Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ), λαμπρός διανοούμενος, αλλά και ακάματος επιφυλλιδογράφος, με κύρια γνωρίσματα τη συνέπεια και τη σταθερότητα σε επίπεδο αξιών, τη στέρεη πίστη στη δημοκρατία που συνδυάζεται με κοινωνική δικαιοσύνη.
Πέραν τούτων, ο Κουμάντος φυλακίστηκε επί Κατοχής και εκτοπίστηκε επί χούντας (προηγουμένως είχε απολυθεί από το Πανεπιστήμιο Αθηνών λόγω των δημοκρατικών φρονημάτων του), ενώ συνέβαλε με την επιστημονική του κατάρτιση στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση επί Γεωργίου Παπανδρέου (στο νομοτεχνικό της σκέλος, ως ειδικός σύμβουλος του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων).
Ο Γιώργος Κουμάντος απεβίωσε στο αγαπημένο του Άστρος Κυνουρίας στις 16 Αυγούστου 2007.
Στο φύλλο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει την Κυριακή 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα της εθνικής επετείου, είχε δημοσιευτεί μια επιφυλλίδα του Κουμάντου, που έφερε τον τίτλο «Τι θα γινόμαστε χωρίς Εικοσιένα».
Ιδού όσα είχε γράψει ο αείμνηστος αστικολόγος και διανοητής:
Οσμή ανίας αναδίνεται από την κλασική διαμάχη γύρω από το επίκαιρο ερώτημα, αν η Επανάσταση του ’21 ήταν εθνική ή κοινωνική, αν ήταν κυρίως εθνική ή κυρίως κοινωνική. Ενδιαφέρον θα μπορούσε να παρουσιάσει όχι το ίδιο το πρόβλημα, αλλά οι συνθήκες που προκάλεσαν και συνόδεψαν τη θέση του: Μόλις φτασμένος από την Εσπερία στον τόπο μας, ένας νηπιακός μαρξισμός ανακάλυψε κατάπληκτος ότι η Ελληνική Επανάσταση μπορεί να έχει κοινωνικά αίτια, κατάλληλα να απομυθοποιήσουν έναν επιδερμικό πατριωτισμό που στηριζόταν επάνω της. Ακόμα πιο αφελής, η αστική διανόηση της εποχής έσπευσε να εμπλακεί στην ανόητη παγίδα, ξεφωνίζοντας πως όχι, η Ελληνική Επανάσταση δεν έγινε παρά για να ζωντανέψει το Βυζάντιο και η Αρχαία Ελλάδα, χωρίς ταπεινά ταξικά συμφέροντα. Σαν να υπήρχαν ποτέ κοινωνικά αίτια που να μη φιλτράρονται σε ιδεολογίες και οράματα πριν γίνουν πράξη. Και σαν να υπήρχαν ιδεολογίες και οράματα άσχετα από κοινωνικά ερεθίσματα. Δυο σκοπιές κοιτάγματος θεμιτές, μια σύνθεση αυτονόητη — αυτό απομένει από το πρόβλημα.
Εκείνο όμως που ξαφνιάζει είναι πόσο λίγο τονίζεται ο τρίτος παράγοντας της Ελληνικής Επανάστασης, οι ξένοι. Μέσα στις κοινωνικοοικονομικές αναλύσεις και τις πατριωτικές εξάρσεις, εύκολα λησμονούμε ποιοι κίνησαν, ξεκίνησαν, βοήθησαν, εμπόδισαν, προώθησαν, σταμάτησαν, εξακολούθησαν και τέλειωσαν αυτόν τον απελευθερωτικό αγώνα της εθνικής μας παλιγγενεσίας και της ταξικής μας πάλης.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.3.1979, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Οι Ρώσοι υπουργοί, οι γαλλικές στρατιωτικές αποστολές, οι Άγγλοι τραπεζίτες, τα ανακτοβούλια, οι τρεις ναύαρχοι στο Ναυαρίνο — όλα αυτά κι άλλα πολλά δύσκολα μπορούν να ερμηνευθούν σαν απλές συνέπειες μιας επιδημίας φιλελληνισμού που θαυματουργά ξεσήκωσε τις καρδιές της Ευρώπης. Η επιστροφή στην αρχαιότητα με την Αναγέννηση (μερικούς αιώνες πριν), η Γαλλική Επανάσταση με τις ιδέες της για ελευθερία και ισότητα και εθνικά κράτη (σε ναπολεόντεια ήδη διαστροφή και με παλινορθωμένη τη μοναρχία), οι ρωμαντικοί και τα ιδανικά τους (αρκετά πονηροί σε πεζούς συμφεροντολογικούς υπολογισμούς) δεν αρκούν σαν ιστορικές ερμηνείες. Κρίσεις τόσο επιφανειακές δεν είναι πια κατάλληλες ούτε για τους καθιερωμένους πανηγυρικούς της ημέρας αυτής.
Μήπως η πατριωτική εξέγερση των Ελλήνων υπήρξε ένα από τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι ξένες Δυνάμεις για να πετύχουν τους δικούς τους σκοπούς; Μήπως η επιτυχία της Επανάστασης και το πρακτικό αποτέλεσμά της, η ίδρυση ενός ελληνικού κράτους ανεξάρτητου από την Τουρκία αλλά εντονότατα εξαρτημένου από τις ξένες Δυνάμεις, καθορίστηκε από εξωελληνικούς παράγοντες για εξωελληνικά συμφέροντα; Καλά να δυσκολευόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία να καταπνίξει την Επανάσταση —αυτό ας λογαριαστεί στο ενεργητικό του ελληνικού πατριωτισμού—, αλλά αν η Ευρώπη ολόκληρη αντί να βοηθήσει τους επαναστατημένους Έλληνες βοηθούσε την Τουρκία; Μήπως τα παραλέμε με τον ισχυρισμό ότι και τότε οι Έλληνες θα ήσαν ακαταμάχητοι; Και μήπως, από ένα σημείο κι έπειτα, ύστερα από τις πρώτες αντιδράσεις, άρχισαν κάποιοι ισχυροί να έχουν συμφέρον στην επικράτηση της Επανάστασης;
Φυσικά μπορεί κανείς να απαντήσει ότι, όποιο κι αν ήταν αυτό το συμφέρον των ξένων, πάντως συμπορευόταν ταιριαστά με το συμφέρον του ελληνισμού: να αποκτήσει δική του κρατικήν υπόσταση, που θα ήταν η έκφραση της εθνικής του ταυτότητας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο στο επίπεδο της εθνικής ιδεολογίας και της εθνικής ψυχολογίας. Όταν όμως ο λόγος είναι για τα συμφέροντα, μοιραία είναι η προσγείωση σε εκτιμήσεις πιο πραγματικές. Και μέσα σ’ αυτές τις εκτιμήσεις δεν μπορεί βέβαια να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος που ιδρυόταν ήταν οικονομικά ανίκανο να ζήσει αυτοδύναμα, μάλιστα απέναντι σ’ έναν γείτονα πάντα ισχυρό και πάντα επίφοβο. Έτσι, το νέο κράτος καταδικαζόταν σε απόλυτη εξάρτηση από τις «προστάτιδες» Δυνάμεις και η «ανεξαρτησία» του έμοιαζε με μετακίνηση (και εξωραϊσμό) της εξάρτησης.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.3.1979, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Σκεφθήτε, τώρα, να είχαν κάνει κάνει τέτοιους πεζούς λογαριασμούς και οι ήρωες του Εικοσιένα. Τι θα είχε συμβεί αν τα έβαζαν κάτω και αποφάσιζαν να μην κάνουν την Επανάσταση; Κρίμα που δεν υπάρχει τρόπος να γραφτεί και μια ιστορία των εξελίξεων που δεν έγιναν. Γι’ αυτό δεν μπορεί κανείς παρά να επιδοθεί σε ανεύθυνες υποθέσεις — ανέλεγκτα παιχνίδια της φαντασίας σε μέρα σχόλης, σαν αντι-εορτασμός της επετείου που θάφερνε την ισορροπία με τις μάταιες ρητορείες.
Χωρίς την Επανάσταση μπορεί κανείς να υποθέσει ότι θα είχε συνεχισθεί η διαδικασία της διείσδυσης του ελληνικού στοιχείου στις θέσεις-κλειδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έτσι και της διάβρωσης του τουρκικού κρατικού μηχανισμού από Έλληνες. Ο ελληνισμός θα γινόταν ίσως μια άρχουσα τάξη μέσα στην Αυτοκρατορία — διέθετε πνευματική και οικονομική υπεροχή, κρατούσε στα χέρια του τις τέχνες και τα γράμματα, το εμπόριο, τις μεταφορές, τις διασυνδέσεις με το ξένο κεφάλαιο. Κιόλας η Πόλη χρησιμοποιούσε Έλληνες για τη διακυβέρνηση της Αυτοκρατορίας και στις κεντρικές της υπηρεσίες και στις επαρχίες της.
Και η εθνική μας συνείδηση; Μα η εθνική μας συνείδηση, ανύπαρκτη κατά το Βυζάντιο, διαμορφώθηκε ακριβώς μέσα στην Τουρκοκρατία και εξαιτίας της Τουρκοκρατίας. Ποτέ δεν άνθισε τόσο όσο τότε. Κι είναι φυσικό: η μειονοτική θέση μιας εθνικής ομάδας πάντα ενισχύει τα εθνικά της αισθήματα, προπάντων όταν η εθνική συνοχή τής επιτρέπει να καταλάβει άρχουσα θέση. Ο εθνισμός μας δεν κινδύνευε από την Τουρκοκρατία. Ύστερα, μετά τα πρώτα μηνύματα της λευτεριάς, γινήκαμε όλοι υποψήφιοι πράκτορες των ξένων Δυνάμεων και ζήτουλες της ξένης «προστασίας».
Αυτή η εθνική συνείδηση θα εμπόδιζε ασφαλώς την απορρόφησή μας από τον πολυάριθμο σύνοικο. Οι επιμιξίες θα οδηγούσαν, τις περισσότερες φορές, στην αφομοίωση προς το ελληνικό στοιχείο. Κι άλλωστε οι επιμιξίες θάταν έτσι κι αλλιώς σπάνιες, καθώς θα αντιμετώπιζαν, σαν πρόσθετο φραγμό, τη θρησκευτική διαφορά. Γι’ αυτό μεριμνούσε η Εκκλησία — ένας ακόμα θεσμός που κατά την Τουρκοκρατία στεκόταν ψηλότερα από ό,τι μετά.
Έτσι, μέσα στο πλαίσιο της ανεύθυνης φαντασιολογίας, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η εξέλιξη θα οδηγούσε από την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα σε μιαν ουσιαστικά ελληνοκρατούμενη Τουρκία. Μήπως έτσι κάπως δεν είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στη Σμύρνη, πριν μας καταλάβει η καταστροφική μανία να την απελευθερώσουμε κι αυτήν; Αφού είμαστε πολύ λίγοι για μια μόνιμη σύγκρουση και αρκετά ικανοί για μιαν εκπόρθηση από τα μέσα, με τον πιο θεμιτό δούρειο ίππο, τον δούρειο ίππο της πνευματικής υπεροχής.
Ήταν λοιπόν ένα τεράστιο ιστορικό λάθος η Ελληνική Επανάσταση; Θα ρίξουμε το φταίξιμο για τις εθνικές μας περιπέτειες στους Κολοκοτρώνηδες και τους Παπαφλέσσηδες, γιατί μας ελευθέρωσαν και προκάλεσαν έτσι όλα τα κατοπινά δεινά του τόπου; Φταίνε οι ήρωες του Εικοσιένα για τις επεμβάσεις των Δυνάμεων, για τις ξένες δυναστείες, τα τοκογλυφικά δάνεια, τις πτωχεύσεις και τον διεθνή οικονομικό έλεγχο, τους πολέμους, τις δικτατορίες;
Μια τέτοια άποψη θα ήταν ανόητη. Κι αυτό για έναν απλούστατο λόγο: γιατί, σε μακροπρόθεσμη θεώρηση της ιστορίας, δεν υπάρχουν ιστορικά λάθη. Στις μεγάλες ιστορικές εξελίξεις η νομοτέλεια είναι ισχυρότερη από την ανθρώπινη θέληση — άρα κι από την ανθρώπινη πλάνη. Το Εικοσιένα κάπως, κάποτε θα γινόταν. Η ιστορία θα έφτιαχνε ακόμα και τους ήρωες που χρειαζόταν για να πραγματοποιηθεί. Ζήτω, λοιπόν, και τρεις φορές ζήτω που έγινε. Αλλά είναι χρήσιμο να ξέρουμε το τι, το πώς και το γιατί, πέρα από τους εξωραϊσμένους μύθους. Σαν απόθεμα προσγειωμένης σοφίας για το μέλλον. Γιατί από τότε ως τώρα, με τις άπειρες αλλαγές, ένα παραμένει το σταθερότερο γνώρισμα της ιστορίας μας — τόσο σταθερό που γίνεται πια μοίρα: οι εθνικές μας εξάρσεις που γίνονται κλωτσοσκούφι στα πόδια κάποιων ξένων…
- Θεσσαλονίκη: 40χρονος έκανε δέκα διαρρήξεις καταστημάτων σε ένα βράδυ – Βίντεο ντοκουμέντο
- Στο χειρουργείο ο Γιώργος Μαζωνάκης – Η κατάσταση της υγείας του
- Ο Παναθηναϊκός ανακοίνωσε την απόκτηση του ο Χέιζ-Ντέιβις
- «Otome»: Παιχνίδια προσομοίωσης του έρωτα έρχονται να σας σαγηνέψουν
- Ολομέλεια: Εκτός ελέγχου Άδωνις – Ζωή στη Βουλή
- Το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, μια ιστορική ευκαιρία που δεν επιτρέπεται να χαθεί



