Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024
weather-icon 21o
Γιώργος Κουμάντος: Λέγοντας τα πράματα με το όνομά τους

Γιώργος Κουμάντος: Λέγοντας τα πράματα με το όνομά τους

Η επίκληση των κακών συνθηκών της ανώτατης παιδείας χρησιμεύει σαν άλλοθι για τη συγκάλυψη μιας χαλάρωσης που έχει και πολλά γνωρίσματα αυτού που άλλοτε ονομαζόταν τεμπελιά

Όλο το χειμώνα στην είσοδο ενός μεγάλου πανεπιστημιακού κτιρίου της Αθήνας βρίσκονταν τοιχοκολλημένες δίπλα-δίπλα δυο τεράστιες αφίσες, η μια με το σύνθημα «Όχι στην εντατικοποίηση» και η άλλη «Όχι στην υποβάθμιση». Και τα δυο αυτά συνθήματα (που τυχαία προέρχονταν από διαφορετικές φοιτητικές παρατάξεις) έβρισκαν και βρίσκουν μια απήχηση αρκετά πλατιά στο φοιτητικό κόσμο, τόσο που να αναρωτιέται κανείς πόσοι από τους ενδιαφερομένους συνειδητοποιούν την κραυγαλέα αντίφαση που τα χωρίζει. Αλλά ακριβώς η αντίφαση αυτή περικλείει πολλά από τα προβλήματα της ανώτατης παιδείας στον καιρό μας και στον τόπο μας. Γι’ αυτό και αξίζει να επισημανθεί με σαφήνεια και με παρρησία.

Από τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο κι έπειτα, κάτω από την πίεση των ανωμάλων συνθηκών και των φοιτητικών αιτημάτων ή, ακόμα, και χωρίς ειδική πίεση, σαν εύκολη μέθοδος δημαγωγίας και άγρας οπαδών, άρχισαν να εισάγονται «ευεργετικοί» νόμοι που παρείχαν «διευκολύνσεις» στους φοιτητές. Έτσι, εκτός που η φοίτηση έπαψε να θεωρείται υποχρεωτική, καταργήθηκαν μερικές ενδιάμεσες εξετάσεις, περιορίστηκε η ύλη, αυξήθηκαν οι εξεταστικές περίοδοι κ.λπ. Σε τελευταία ανάλυση, «διευκόλυνση» και «ευεργεσία» εσήμαιναν ότι ο φοιτητής μπορούσε να πάρει πτυχίο με λιγότερη κατάρτιση.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 27.8.1978, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το κακό, βέβαια, κορυφώθηκε όπως όλα τα κακά κατά την Επταετία της Δικτατορίας. Για να εξασφαλίσουν την ησυχία τους από την πλευρά των φοιτητών, οι δικτάτορες χρησιμοποιούσαν δυο μεθόδους, την τρομοκρατία και τις εξεταστικές «διευκολύνσεις». Έτσι, ανάμεσα σ’ άλλα, και το σύστημα της «μεταφοράς» των μαθημάτων στις εξετάσεις. Η ελληνική αυτή εφεύρεση, που δικαιούται να πάρει παγκόσμιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, συνίσταται στο εξής: όταν ένας φοιτητής απορρίπτεται τρεις φορές, σ’ ένα ή περισσότερα μαθήματα, κατά τις τμηματικές (ετήσιες) εξετάσεις, δεν χάνει το χρόνο του και δεν αναγκάζεται να ξαναγραφτεί στον ίδιο χρόνο, και το μάθημα το «χρωστάει», «μεταφέροντάς» το για να το εξετασθεί μαζί με τα μαθήματα του επόμενου χρόνου κι από κει στον μεθεπόμενο, προσθέτοντας ίσως κι άλλα «μεταφερόμενα» μαθήματα, ώσπου να φτάσει στο πτυχίο.

Τι σημαίνει το τερατώδες αυτό σύστημα από άποψη επιστημολογική και παιδαγωγική μπορεί εύκολα να το καταλάβει ο καθένας. Φοιτητής μπορεί να εξετάζεται στη νεώτερη ιστορία ενώ έχει απορριφθεί στη βυζαντινή ή να εξετάζεται στους διάφορους ειδικούς κλάδους του δικαίου ενώ αγνοεί την εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου ή, ακόμα, να εξετάζεται στη χειρουργική χωρίς να ξέρει ανατομία! Με το σύστημα της μεταφοράς σε συνδυασμό με το επίσης καθιερωμένο σύστημα της απεριόριστης δυνατότητας επανάληψης όλων των εξετάσεων, τμηματικών και πτυχιακών, το πτυχίο μπορεί να θεωρηθεί περίπου εξασφαλισμένο για τον καθένα, μ’ ελάχιστη εργασία: κι ένα μόνο κεφάλαιο να έχει κανείς κουτσομάθει, κάποτε, με το νόμο των πιθανοτήτων, θα τύχει να εξετασθεί και σ’ αυτό. Η σπουδή μπορεί να αντικατασταθεί από την υπομονή, την αναμονή και λίγη κλάψα στο τέλος.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 27.8.1978, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Η διατήρηση αυτών των «πλεονεκτημάτων» τα «κεκτημένα δικαιώματα»! αποτελεί το πιο σίγουρο δόλωμα για φοιτητικές κινητοποιήσεις, όπου δεξιοί και αριστεροί (και αριστερότατοι) πρόθυμα θα προσκυνούσαν τη θεά της ευκολίας. Από την πλευρά των οργανωμένων φοιτητικών παρατάξεων, που δύσκολα αλλά κι όχι σπάνια αντιστέκονται στον πειρασμό της δημαγωγίας, προβάλλονται βασικά δυο επιχειρήματα σε υποστήριξη της σημερινής κατάστασης. Το πρώτο είναι ότι η ανώτατη παιδεία μας πάσχει από πολλά και οι εξεταστικές επιείκειες δεν είναι παρά συνέπεια άλλων ανεπαρκειών ας διορθωθούν τα προγράμματα, η σύνθεση του διδακτικού προσωπικού, ο τρόπος διδασκαλίας, οι χώροι των μαθημάτων, τα σπουδαστήρια, τα εργαστήρια, οι βιβλιοθήκες, κι ύστερα θα μπορούμε να επιβάλουμε την κανονική αυστηρότητα στις εξετάσεις. Και το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι μέσα στο κοινωνικό σύστημα που επικρατεί, με τα εμπόδια που παρεμβάλλει στη μόρφωση κυρίως για τους λιγότερο ευνοημένους και τους εργαζόμενους, οι αυστηρές εξετάσεις επιτείνουν την κοινωνική αδικία.

Τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι στερημένα από κάποια βαρύτητα. Αλλά τελικά δεν κατορθώνουν να πείσουν. Γιατί οι ανεπάρκειες της ανώτατης παιδείας στον τόπο μας χίλιες φορές έχουν τονισθεί ακόμα κι από το συντάκτη αυτών των γραμμών! δεν αποτελούν την αιτία των εξεταστικών ευκολιών ούτε αρκούν για να τις δικαιολογήσουν. Ακόμα και με τη σημερινή κατάσταση είναι πραγματοποιήσιμο ένα επίπεδο σπουδών κατά πολύ ψηλότερο από κείνο που καθρεφτίζεται στα εξεταστικά συστήματα, κι αυτό το επίπεδο πρέπει να το φτάσουμε τώρα, καταργώντας τις αδικαιολόγητες «διευκολύνσεις», και παράλληλα πρέπει να αγωνιστούμε για τη βελτίωση και των άλλων προϋποθέσεων. Όσο για την επίκληση των αδικιών του κοινωνικού συστήματος σαν δικαιολογία για τα εξεταστικά «πλεονεκτήματα», φανερό είναι ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε την καταστροφή της ανώτατης παιδείας περιμένοντας τη σοσιαλιστική μεταβολή. Οι εργαζόμενοι φοιτητές είναι μια συμπαθής κατηγορία που έχουν έχουν δικαίωμα σε κάθε άλλη συμπαράσταση εκτός από το γενικό κατέβασμα του επιπέδου των σπουδών για χάρη τους.

Ας μην παραβλέπουμε ότι το χαμηλό επίπεδο των σπουδών είναι καταστροφικό για έναν τόπο και για ένα λαό! όποιο κι αν είναι το κοινωνικό του σύστημα. Αν είναι οι «σπουδασμένοι» του τόπου να μη μεταβληθούν σε ανειδίκευτους πνευματικούς εργάτες των πολυεθνικών εταιριών και του μεγάλου κεφαλαίου, πρέπει να είναι σε θέση, πρέπει δηλαδή να έχουν τα αναγκαία μορφωτικά εφόδια (κι όχι μόνο διπλώματα) για να αναλάβουν διευθυντικό ρόλο στις διαδικασίες της παραγωγής, στις συναλλαγές, στο σχεδιασμό της οικονομίας. Ακόμα και ο σχεδιασμός πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών προϋποθέτει ένα ψηλό μορφωτικό επίπεδο, ακόμα κι αυτός υπονομεύεται από τις εξεταστικές ευκολίες.


Η ουσιαστική υποβάθμιση των πτυχίων προκαλείται από τη χορήγησή τους χωρίς το αντίστοιχο επιστημονικό αντίκρυσμα επομένως και χωρίς την αντίστοιχη κοινωνική χρησιμότητα που θάπρεπε να περιμένει κανείς απ’ αυτά. Άλλο και διαφορετικό είναι το θέμα κατά πόσον ένα πτυχίο εξασφαλίζει ή όχι δουλειά αυτό δεν είναι θέμα υποβάθμισης ή εσωτερικής ποιότητας του πτυχίου, είναι αποτέλεσμα των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας σε ορισμένο τόπο και σε ορισμένη εποχή. Και οι συνθήκες αυτές μπορεί να είναι άσχετες με την ποιότητα των σπουδών (κι αυτό ως ένα σημείο: πολλές ευκαιρίες εργασίας δεν δημιουργούνται όταν προβλέπεται αδύνατη η εξεύρεση του κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού).

Πέρα όμως από την ουσιαστική υποβάθμιση υπάρχει και ο κίνδυνος της τυπικής υποβάθμισης, που, αυτός, φαίνεται να ανησυχεί περισσότερο και τους αρμόδιους κρατικούς παράγοντες και τους φοιτητές. Πρόκειται για την ενδεχόμενη άρνηση της αναγνώρισης, από τα ξένα πανεπιστήμια ή τα ξένα κράτη, της ισοτιμίας των ελληνικών πτυχίων προς τα ξένα.

Ίσως θα βρισκόταν κανείς να ρωτήσει ποια σημασία μπορεί να έχει για τον τόπο μας και για το λαό μας αν οι ξένοι αναγνωρίζουν ή δεν αναγνωρίζουν τα πτυχία των πανεπιστημίων μας σαν ισότιμα με τα δικά τους. Μια απάντηση που θα περιοριζόταν στην προσβολή της εθνικής μας φιλοτιμίας, μάλιστα στον πνευματικό τομέα, όπου μας αρέσει να επικαλούμαστε τίτλους ευγενικής καταγωγής, ίσως δεν θα είχε μεγάλη πειστικότητα, καθώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κάπως εξωπρακτική και ιδεαλιστική. Από την άλλη μεριά, οι περιπτώσεις εγκατάστασης ελλήνων επιστημόνων για σταδιοδρομία στο εξωτερικό είναι αρκετά σπάνιες και μάλλον θα παραμείνουν σχετικά σπάνιες, όσες δυνατότητες κι αν δώσει η ένταξη στις ευρωπαϊκές κοινότητες. Παραμένει όμως ένα άλλο θέμα πολύ πρακτικό και πολύ σπουδαίο: η χώρα μας, από τότε που υπάρχει σαν κράτος, εξασφαλίζει ένα σοβαρό αριθμό επιστημόνων υψηλού επιπέδου με τη μετεκπαίδευση πτυχιούχων των πανεπιστημίων της στο εξωτερικό. Αυτό το σύστημα αναπληρώνει πολλές και βαθιές ελλείψεις της ανώτατης παιδείας μας στον τομέα της έρευνας και των μεταπτυχιακών σπουδών, κι έτσι εξασφαλίζεται η στελέχωση πολλών οικονομικών, τεχνικών, παιδευτικών ή κρατικών λειτουργιών. Αυτή η δυνατότητα της αξιοποίησης των μεταπτυχιακών σπουδών που παρέχονται από ξένες χώρες θα εξαφανιζόταν όταν τα ελληνικά πτυχία θα έπαυαν να θεωρούνται ισότιμα με τα ξένα.


Όταν φοιτητικές ή άλλες ομάδες πίεσης προβάλλουν σαν αίτημα προς την ελληνική κυβέρνηση να αποτρέψει τη διεθνή υποβάθμιση των ελληνικών πτυχίων, τι νόημα μπορεί να έχει αυτό το αίτημα; Να προσπαθήσει η ελληνική κυβέρνηση να πείσει τους ξένους, στο όνομα της αρχαίας πνευματικής μας αίγλης ή της σύγχρονης κακομοιριάς, ότι πρέπει να εξακολουθούν να αναγνωρίζουν την ισοτιμία των ελληνικών πτυχίων παρά το χαμηλό επίπεδο των ελληνικών σπουδών όπως προδίνεται κυρίως από τις ατέλειωτες εξεταστικές διευκολύνσεις; Θάπρεπε νάναι κανείς πολύ αφελής για να πιστεύει ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Αντικειμενικά, το μόνο λογικά δυνατό νόημα του αιτήματος για αποτροπή της υποβάθμισης δεν μπορεί παρά να είναι η λήψη των αναγκαίων μέτρων ώστε να εξασφαλισθεί ένα ανέβασμα στο επίπεδο των σπουδών. Βέβαια, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι βαθιά και να καλύπτουν και τις πιστώσεις και τις δομές και τα προγράμματα. Αλλά μέτρο άμεσης απόδοσης, και ικανό να μεταβάλει κακές εντυπώσεις που μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες, είναι η άμεση έναρξη της σταδιακής κατάργησης όλων αυτών των διευκολύνσεων που κάνουν τα πανεπιστήμια κέντρα διανομής πτυχίων μ’ άλλα λόγια η εντατικοποίηση.

Ο συντάκτης αυτών των γραμμών έχει συνηθίσει να γίνεται δυσάρεστος λέγοντας τα πράματα με το όνομά τους: μπορεί οι συνθήκες των σπουδών να είναι γενικά κακές βέβαιο είναι ότι οι περισσότεροι φοιτητές δεν εξαντλούν τα όρια απόδοσης που επιτρέπουν ακόμα κι αυτές οι κακές συνθήκες. Πέρα από μερικούς εκλεκτούς κάθε χρονιάς (που είναι εκλεκτότεροι παρά ποτέ άλλοτε και δείχνουν ότι όποιος θέλει να σπουδάσει σπουδάζει), το κλίμα που επικρατεί είναι η χαλάρωση στη μορφωτική προσπάθεια. Και η επίκληση των κακών συνθηκών της ανώτατης παιδείας χρησιμεύει συχνά σαν άλλοθι για τη συγκάλυψη αυτής της χαλάρωσης που, όποιες κοινωνικές ή υπαρξιακές ρίζες κι αν έχει, έχει και πολλά γνωρίσματα αυτού που άλλοτε ονομαζόταν τεμπελιά.

*Άρθρο του Γιώργου Α. Κουμάντου, που έφερε τον τίτλο «Εντατικοποίηση ή υποβάθμιση» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 27 Αυγούστου 1978.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, ο Κουμάντος υπήρξε διαπρεπής νομικός (καθηγητής Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ) και διανοούμενος, αλλά και ακάματος επιφυλλιδογράφος.

Ο Γιώργος Κουμάντος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 1925 και απεβίωσε στο αγαπημένο του Άστρος Κυνουρίας στις 16 Αυγούστου 2007.

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Γιώργος Κουμάντος (στο μέσον), μαζί με τον Αναστάση Πεπονή (αριστερά, 1924-2011, γνωστό πολιτικό, δικηγόρο και συγγραφέα) και τον Τάκη Παππά (1942-2001, διακεκριμένο ποινικολόγο και πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά τα έτη 1993-1996), εξόριστος στο Κερασοχώρι της Ευρυτανίας κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών (πηγή: οικογένεια Αναστασίου Πεπονή – booksjournal.gr).

Sports in

Super League: Η νέα βαθμολογία μετά την απόφαση του CAS

Επιστρέφει στον Ολυμπιακό ο βαθμός που του αφαίρεσε η ελληνική Αθλητική Δικαιοσύνη.

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ ΜΜΕ Α.Ε.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΦΑΕ ΠΕΙΡΑΙΑ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024