Η πολιτική της «Πρώτα η Ιαπωνία» αποτελεί εκδοχή του τραμπισμού στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Η ίδια, πρώτη γυναίκα στον πρωθυπουργικό θώκο της ασιατικής χώρας, προβάλλεται ως το ιαπωνικό αντίστοιχο της «Θάτσερ».

Μετά τις πρόωρες εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή (ένα προσωπικό της στοίχημα, έπειτα από μόλις τέσσερις μήνες στην εξουσία), η εθνικο-συντηρητική Σανάε Τακαΐτσι χαρακτηρίζεται πλέον από πολλούς ως η ισχυρότερη γυναίκα πολιτικός στον πλανήτη.

Το σίγουρο είναι ότι υπό την ηγεσία της και την ισχυρή λαϊκή εντολή που έλαβε -παρά την υποτονική συμμετοχή στις κάλπες- η πλέον υπερχρεωμένη οικονομία του ανεπτυγμένου κόσμου και τέταρτη μεγαλύτερη διεθνώς οδεύει προς ριζικές αλλαγές, με μείζονες γεωπολιτικές προεκτάσεις.

Η ευρεία πλειοψηφία δύο τρίτων που εξασφάλισε το κυβερνητικό μπλοκ φέρνει την Τακαΐτσι σε μια θέση ισχύος άνευ προηγουμένου εδώ και δεκαετίες, χωρίς σαφές κοινοβουλευτικό αντίβαρο.

Στο φόντο είναι μια κατακερματισμένη, αδύναμη όσο ποτέ μεταπολεμικά αντιπολίτευση, σε μια κρίσιμη διεθνή συγκυρία.

Με πρωτοφανές πολιτικό περιθώριο για να προωθήσει την εθνικιστική ατζέντα της, η Τακαΐτσι έχει τώρα το «κλειδί» για την αποδόμηση του ακρογωνιαίου λίθου της μεταπολεμικής Ιαπωνίας: την αναδιαμόρφωση του ειρηνιστικού Συντάγματος.

Η ιδέα δεν είναι εντελώς καινούργια. Την προωθούσε εδώ και χρόνια ο δολοφονηθείς το 2022 πρώην πρωθυπουργός της Ιαπωνίας και πολιτικός μέντοράς της, Σίνζο Άμπε.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, οι συνθήκες δείχνουν ευνοϊκές.

Αφενός, γιατί η συντριπτικά κυρίαρχη στην Κάτω Βουλή συντηρητική κυβέρνηση μπορεί να υπαγορεύσει τις θέσεις της στην κατακερματισμένη Άνω Βουλή.

Αφετέρου, επειδή οι γεωπολιτικές συνθήκες φαντάζουν πλέον ώριμες στην εποχή Τραμπ 2.0.

Σε αυτό το πλαίσιο, στην Ιαπωνία επαναπροσδιορίζεται όχι μόνο η εσωτερική πολιτική ισορροπία, αλλά και ο γεωπολιτικός ρόλος της στην ανατολική Ασία.

Πολλώ μάλλον όταν το μήνυμα από τις κάλπες είναι στήριξη στην ιδιαίτερα σκληρή στάση του Τόκιο απέναντι στην Κίνα, ιδίως όσον αφορά την Ταϊβάν.

Ένα «γεράκι» εδραιώνεται στο Τόκιο

Το Σύνταγμα της Ιαπωνίας συντάχθηκε τη δεκαετία του 1940, μετά τη συντριπτική ήττα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και καθ’ υπαγόρευση από τις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις.

Θεμελιωμένος στο Άρθρο 9 -που αποκηρύσσει τον πόλεμο- ο ιαπωνικός πασιφισμός βρίσκεται πια σε κρίσιμο σταυροδρόμι.

Εν μέσω απειλών από την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα, η χώρα ενισχύει τις στρατιωτικές δαπάνες της και αναθεωρεί την αμυντική πολιτική της.

Μεταξύ άλλων, η συντριπτική εκλογική νίκη των Φιλελεύθερων Δημοκρατών υπό τη Σαναέ Τακαΐτσι αναμένεται τώρα να «μεταφραστεί» σε αλλαγή στο Σύνταγμα, στο όνομα του μιλιταρισμού.

Η ενισχυμένη κυβερνητική πλειοψηφία δεν υποδηλώνει άμεση ρήξη, εδραιώνει ωστόσο μια σταδιακή στρατηγική που ομαλοποιεί τον επανεξοπλισμό και επεκτείνει τον ρόλο των Δυνάμεων Αυτοάμυνας.

Αν και η κυβέρνηση Τακαΐτσι παραμένει μειοψηφία στην κατακερματισμένη Άνω βουλή, το εύρος της πλειοψηφίας που διαθέτει πλέον στην Κάτω βουλή θεωρείται επαρκής μοχλός πίεσης για την άρση των εμποδίων.

Στο φόντο είναι οι δηλώσεις της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας στα τέλη Οκτωβρίου, που άφηναν ορθάνοιχτη τη στρατιωτική εμπλοκή της χώρας σε περίπτωση επίθεσης της Κίνας στην Ταϊβάν.

Ερωτηθείς για την επανεκλογή της Τακαΐτσι, ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιαν, δήλωσε ότι η Ιαπωνία θα πρέπει «να ακολουθήσει την πορεία της ειρηνικής ανάπτυξης, αντί να επαναλαμβάνει τα λάθη του παρελθόντος», προτρέποντας την ηγεσία του Τόκιο να ανακαλέσει τα σχόλια για την Ταϊβάν.

Δεν το έχει πράξει.

Αντίθετα, η Τακαΐτσι  είχε ήδη προτείνει διπλασιασμό των ετήσιων αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ, υπό την πίεση των ΗΠΑ.

Επιδιώκει επίσης μεταρρυθμίσεις στις ιαπωνικές υπηρεσίες πληροφοριών, άρση των περιορισμών στις εξαγωγές αμυντικού εξοπλισμού και των εισαγωγών πυρηνικών όπλων στην Ιαπωνία, εν μέσω αποδυνάμωσης όσων υπευθύνων χάραξης πολιτικής ζητούσαν αυτοσυγκράτηση σε θέματα εθνικής άμυνας.

Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σαναέ Τακαΐτσι, σε συνέντευξη Τύπου μετά την εκλογική νίκη της, στις 9 Φεβρουαρίου (FRANCK ROBICHON/Pool via REUTERS)

Θρέφοντας τον ιαπωνικό εθνικισμό

Στην λογική της ενίσχυσης του ιαπωνικού εθνικισμού στρέφεται και η οικονομική πολιτική της εγχώριας «Θάτσερ».

Γνωστή ως «Sanaenomics», εστιάζει σε υποσχέσεις για γενναιόδωρη δημοσιονομική πολιτική, με στόχο την τόνωση της οικονομίας.

Καθησυχάζει μεν τα νοικοκυριά, που υποφέρουν από το αυξημένο κόστος ζωής, το ασθενές γιεν και τον πληθωρισμό, πλην όμως αντιμετωπίζεται επιφυλακτικά από τις κεφαλαιαγορές.

Στις πρώτες δηλώσεις της μετά την επανεκλογή της, η Σαναέ Τακαΐτσι ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή της εξετάζει σημαντική αύξηση των δημόσιων δαπανών και την έγκριση συμπληρωματικού προϋπολογισμού, επιχειρώντας παράλληλα να καθησυχάσει τους φόβους για περαιτέρω εκτίναξη του ιαπωνικού χρέους.

Σε μια εποχή έντονων δημογραφικών πίεσων, εν τω μεταξύ, με έναν γηράσκοντα πληθυσμό, ακολουθεί ακραία εθνικιστική ρητορική, που χαϊδεύει τα ώτα των ανασφαλών ψηφοφόρων, και δη των νέων.

Παρά την αυξανόμενη ανάγκη για ξένο εργατικό δυναμικό προς διατήρηση βασικών τομέων της ιαπωνικής οικονομίας, η κυβέρνηση επιλέγει την πολιτική αμφιθυμία, με οικονομικό άνοιγμα χωρίς πλήρη κοινωνική ενσωμάτωση όσων το τροφοδοτούν.

Η πολιτική επένδυση στο αφήγημα περί εθνικής ασφάλειας, εθνικής ταυτότητας, σταθερότητας και ενίσχυσης του ρόλου της Ιαπωνίας στο διεθνές γίγνεσθαι έχει γίνει το κυρίαρχο πλαίσιο του νέου πολιτικού κύκλου.

Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις θα αργήσουν να γίνουν ορατές.

Προς το παρόν, σημείο των καιρών αποτελεί το λεγόμενο «Sanakatsu» -μεταφραζόμενο χονδρικά στα ελληνικά ως «Σανομανία»- που περιγράφει το κύμα δημοφιλίας της Σαναέ Τακαΐτσι, με ώθηση τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη λαϊκιστική επικοινωνιακή στρατηγική της, που την επαναβεβαίωσε πανυγυρικά στο αξίωμα της πρωθυπουργού.

Οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι, αναλόγως των δημοσιονομικών επιλογών, η προσγείωση στην πραγματικότητα θα μπορούσε να αποδειχθεί ανώμαλη.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο πλευρό της Σανάε Τακαΐτσι, κατά την επίσκεψή του στη βάση Γιοκοσούκα του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στην Γιοκοσούκα της Ιαπωνίας, τον περασμένο Οκτώβριο (REUTERS/Kim Kyung-Hoon/File Photo)

«Πρώτα η Ιαπωνία», στη σκιά του Τραμπ

Είτε οφειλόταν στη σφοδρή κακοκαιρία, είτε στην εκλογική κόπωση, η προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες της Κυριακής στην Ιαπωνία ήταν ελαφρώς πάνω από 56%.

Κυμάνθηκε περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές, τον Οκτώβριο του 2025.

Εκ των πραγμάτων, κάθε άλλο παρά ωφέλησε την αντιπολίτευση.

Ρεαλιστικά, ωστόσο, μετριάζει και τον εκλογικό θρίαμβο της Σανάε Τακαΐτσι.

Πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η νίκη της δεν μεταφράζεται σε «λευκή επιταγή» για τις ριζικές αλλαγές που προωθεί.

Λίγο φαίνεται να την απασχολεί.

Έχοντας ήδη λάβει προεκλογικά τη δημόσια στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ -πράγμα σπάνιο για εκλογική αναμέτρηση στην Ιαπωνία- η Τακαΐτσι προετοιμάζεται τώρα για την πρώτη επίσημη επίσκεψή της στον Λευκό Οίκο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιηθεί στις 19 Μαρτίου, βλέποντας πλέον στο Τόκιο τον ισχυρότερο σύμμαχο στον Ινδο-Ειρηνικό απέναντι στην Κίνα.

Σε μια εποχή ωστόσο που η συμμαχική δέσμευση των ΗΠΑ είναι κυρίως ρητορική, εν μέσω ασφυκτικών πιέσεων για αύξηση των αμυντικών δαπανών προς τους εταίρους τους, τα βλέμματα μοιραία στρέφονται στην προγραμματισμένη για τον Απρίλιο επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο.

Ο ίδιος προανήγγειλε, δε, επίσκεψη του Κινέζου προέδρου Σι φέτος τις ΗΠΑ, στο φόντο των αυξομειούμενων εντάσεων μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων του πλανήτη, με την κυβέρνηση Τραμπ να κατηγορεί τις προάλλες το Πεκίνο ότι διεξάγει κρυφά πυρηνικές δοκιμές και την Κίνα να προειδοποιεί κατ’ ιδίαν, σύμφωνα με τους Financial Times, ότι οι πωλήσεις αμερικανών όπλων στην Ταϊβάν «θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν την επίσκεψη» του Απριλίου.