Το ότι ο Καναδάς δεν διάγει την… καλύτερη περίοδο στις σχέσεις που με τις ΗΠΑ επί Ντόναλντ Τραμπ το ξέρουν πια και οι πέτρες.

Από τον εμπορικό πόλεμο και τις συνεχείς απειλές προσάρτησης, μέχρι το νατοϊκό bullying και νέο εκφοβισμό με δασμούς για την πρόσφατη εμπορική συμφωνία με την Κίνα, ο Αμερικανός πρόεδρος ασκεί τεράστιες πιέσεις στην Οτάβα.

Ο δε πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, έχει αφήσει εποχή με την ιστορική πια ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, στο Νταβός, κατακεραυνώνοντας τον αναθεωρητισμό του Τραμπ για τη ρήξη στην μεταπολεμική παγκόσμια τάξη.

Όμως οι πρόσφατες αποκαλύψεις στους Financial Times και σε καναδικά ΜΜΕ για τις μεθοδεύσεις της Ουάσιγκτον καταδεικνύουν ότι το επίπεδο των διμερών σχέσεων μεταξύ των δύο όμορων κρατών πλησιάζει το ναδίρ.

Προς επίρρωση της ευθείας αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας του Καναδά, οι ΗΠΑ αναμοχλεύουν τα αυτονομιστικά πάθη στην νατοϊκή σύμμαχο και στη δεύτερη μεγαλύτερη σε έκταση χώρα του πλανήτη.

Όχι τώρα, που ο Λευκός Οίκος θέτει σε εφαρμογή το νέο «Δόγμα Ντονρόε», αλλά από τον περασμένο Απρίλιο, ήτοι λίγο μετά την επίσημη έναρξη της δεύτερης προεδρίας Τραμπ.

Μέσα στους τελευταίους δέκα μήνες, αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχουν συναντηθεί τρεις φορές με στελέχη του αυτονομιστικού-αποσχιστικού κινήματος στην πετρελαιοπαραγωγό Αλμπέρτα: την πιο πλούσια επαρχία του Καναδά.

Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν διέψευσαν τις συναντήσεις. Τις υποβάθμισαν ωστόσο ως «ρουτίνας» και «μη δεσμευτικές», στο πλαίσιο των επαφών με «ομάδες της κοινωνίας των πολιτών».

O Τζέφρι Ραθ, ηγετικό στέλεχος και νομικός σύμβουλος του αποκαλούμενου «Σχεδίου Ευημερίας της Αλμπέρτα» (Alberta Prosperity Project-APP) έχει ωστόσο προαναγγείλει στο X και τέταρτη συνάντηση, εντός του Φεβρουαρίου.

Αυτή τη φορά «με αξιωματούχους του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ», ανέφερε, «για να συζητήσουμε τη μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με μια πιστωτική γραμμή, ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προς στήριξη της μετάβασης σε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Αλμπέρτα».

Θεωρητικά, το σχέδιο προχωρά…

«Τροφοδοτώντας» το αυτονομιστικό κίνημα

Με έκταση σχεδόν τετραπλάσια από αυτή της Ελλάδας και πληθυσμό περίπου όσο ο μισός δικός μας, η αγγλόφωνη Αλμπέρτα βρίσκεται στον δυτικό Καναδά.

Στο νότο, συνορεύει με τις ΗΠΑ.

Εκεί κατευθύνεται το 70% των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα άφθονα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της Αλμπέρτα.

Την καθιστούν μία από τις «ατμομηχανές» της καναδικής οικονομίας (παράγει περίπου το 15% του ΑΕΠ), αλλά και επίκεντρο των εγχώριων συζητήσεων για το κλίμα και την ενεργειακή μετάβαση.

Ούσα περίκλειστη, βασίζεται σε άλλες καναδικές επαρχίες για πρόσβαση στις ακτές στον Ειρηνικό και στις εξαγωγικές αγορές.

Γεγονός που έχει οδηγήσει σε τεταμένες σχέσεις κυρίως με τη γειτονική Βρετανική Κολομβία, τη δυτικότερη επαρχία του Καναδά, όπου η τοπική κυβέρνηση και οι αυτόχθονες πληθυσμοί αντιδρούν στην κατασκευή ενός νέου αγωγού, ένεκα περιβαλλοντικών και όχι μόνο λόγων.

Για τους φιλοτραμπικούς αυτονομιστές της Αλμπέρτα, αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για την επιδίωξη μεγαλύτερης αυτονομίας ή απόσχισης από τη Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία του Καναδά.

Ως μέλος της Κοινοπολιτείας, η χώρα υπάγεται τυπικά στο Βρετανικό Στέμμα, με τον εκάστοτε Βρετανό μονάρχη (σήμερα τον Κάρολο Γ΄) να είναι ο επίσημος αρχηγός του κράτους, ενόσω ο Καναδάς διατηρεί πλήρη αυτοκυριαρχία και ανεξαρτησία στη διακυβέρνησή του.

Σε αυτό το φόντο, οι αυτονομιστές του APP έχουν πια θέσει σε εφαρμογή σχέδιο διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την «ευημερία, αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία» της Αλμπέρτα.

Έχουν προθεσμία μέχρι τις 2 Μαΐου να συγκεντρώσουν πάνω από 177.000 υπογραφές, προκειμένου να εξεταστεί η διεξαγωγή ψηφοφορίας.

Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, οι κάλπες ίσως να στηθούν ακόμη και το φθινόπωρο.

Προσώρας, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις το 25-30% των κατοίκων της  παραδοσιακά συντηρητικής Αλμπέρτα θα ψήφιζαν «ναι» στην ανεξαρτησία.

Η δυσπιστία προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Οτάβα ωστόσο όλο και μεγαλώνει, με την κυβέρνηση Τραμπ να την υποδαυλίζει.

Πόσο πιθανή είναι η ανεξαρτησία της Αλμπέρτα;

Αν και οι αυτονομιστές του «Σχεδίου Ευημερίας της Αλμπέρτα» (APP) αυτοπροσδιορίζονται ως μια «μη κομματική» οργάνωση,  αναλυτές, πολιτικοί και ΜΜΕ τους συγκαταλέγουν στο χώρο της άκρας Δεξιάς.

Έχουν σκληρή ρητορική για τη μετανάστευση, προτείνοντας ένα αυστηρό σύστημα «επαναξιολόγησης» για όσους έφτασαν στην καναδική επαρχία μετά το 2015.

Μιλούν για πιθανές απελάσεις όσων δεν πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια, ενώ υπάρχουν δημόσιες καταγγελίες ότι σε εκδηλώσεις τους αναπαράγουν θεωρίες που είναι δημοφιλείς σε ακροδεξιά και συνωμοσιολογικά δίκτυα, όπως π.χ. για την ανάγκη ανάσχεσης ενός σχεδίου «αντικατάστασης του λευκού πληθυσμού».

Παράλληλα, η οργάνωση εκφράζει έντονη αντίθεση σε διεθνείς οργανισμούς.

Η ιδεολογική συγγένεια με το τραμπικό κίνημα MAGA και η σύμπλευση προγράμματος με αυτό της κυβέρνησης Τραμπ είναι πέρα από εμφανής.

Τώρα, το APP προφανώς υπολογίζει στη στήριξη αμφότερων για την επικράτηση του «ναι», σε περίπτωση διεξαγωγής δημοψηφίσματος.

Υποστηρίζει ότι θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση της Αλμπέρτα απέναντι στην Οτάβα, δεδομένου ότι η καναδική νομοθεσία δεν επιτρέπει σε μια επαρχία να αποχωρήσει μονομερώς από την ομοσπονδία.

Υπάρχει σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά, μετά το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας του Κεμπέκ το 1995.

Ως εκ τούτου, προβλέπεται μια μακρά διαδικασία διαπραγμάτευσης με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και άλλες επαρχίες για τους όρους ενός πιθανού διαχωρισμού.

«Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να δώσουμε ελπίδα στους κατοίκους της Αλμπέρτα», προειδοποιεί η πρωθυπουργός της επαρχίας, Ντανιέλ Σμιθ, θέτοντας την ενεργειακή ανάπτυξη ως βασική προτεραιότητα.

Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ έχει υιοθετήσει πιο διαλλακτική στάση στο θέμα, συγκριτικά με τον προκάτοχό του, Τζάστιν Τριντό.

Για πολλοστή φορά εν τω μεταξύ τους τελευταίους μήνες κάλεσε «την κυβέρνηση των ΗΠΑ να σεβαστεί την καναδική κυριαρχία».

Ήταν στον απόηχο των δηλώσεων του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Σκοτ ​​Μπέσεντ, ότι η Αλμπέρτα αποτελεί «φυσικό εταίρο» των ΗΠΑ.

Φωτογραφία προϊόν τεχνητής νοημοσύνης που δημοσίευσε προ ημερών στο Truth Social ο Ντόναλντ Τραμπ, δείχνοντάς τον περιστοιχισμένο στο Οβάλ Γραφείο από Ευρωπαίους ηγέτες και τον γ.γ του ΝΑΤΟ και στο φόντο έναν χάρτη που δείχνει τον Καναδά, τη Γροιλανδία και τη Βενεζουέλα ως τμήμα των ΗΠΑ (Πηγή: @realDonaldTrump)

Ο Καναδάς στη «μέγγενη» του Τραμπ

Οι πολυεπίπεδες πιέσεις που ασκεί στον Καναδά η Ουάσινγκτον της εποχής Τραμπ 2.0 εξελίσσονται σε τεστ αντοχής για την ενότητα και τη συνοχή μιας χώρας μέλους των G7, του ΝΑΤΟ και του Αρκτικού Συμβουλίου.

Παρότι το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας στην Αλμπέρτα εξακολουθεί να κινείται στα όρια της μειοψηφίας, οι κινήσεις για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος και η πολιτική ή ρητορική ενθάρρυνση των αυτονομιστών από κύκλους της κυβέρνησης των ΗΠΑ αναζωπυρώνουν τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στην Οτάβα μπορεί να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με τον ισχυρό αμερικανικό γείτονα.

Ο κίνδυνος ενός κατακερματισμένου Καναδά δεν περιορίζεται στη δυτική επαρχία.

Οι αυτονομιστικές τάσεις παραμένουν ισχυρές στο γαλλόφωνο Κεμπέκ, ακόμη κι αν δεν υπάρχει σήμερα στον ορίζοντα κάποιο νέο δημοψήφισμα.

Για την κυβέρνηση Κάρνεϊ, το διακύβευμα είναι υψηλό και σύνθετο.

Το σκιαγράφησε στην ομιλία του στο Νταβός, προειδοποιώντας ότι στην υπό διαμόρφωση νέα διεθνή τάξη πραγμάτων «οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δράσουν από κοινού, γιατί αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού».

Ο ίδιος ήδη προσπαθεί να αμβλύνει τις διαφωνίες στο εσωτερικό της χώρας του, να συμβαδίσει με τις τραμπικές αξιώσεις για ενίσχυσης της νατοϊκής παρουσίας στην Αρκτική σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και, ταυτόχρονα, να υφάνει ένα νέο πλέγμα συμμαχιών -από την Ευρώπη έως την Κίνα.

Είναι ένα μακροπρόθεσμο στοίχημα, με την Ουάσιγκτον να δείχνει διατεθειμένη να «ποντάρει» στο «πείραμα» της Αλμπέρτα.

Η ΕΕ θα πρέπει να το παρακολουθήσει στενά, δεδομένης της απέχθειας του Τραμπ στο ευρωπαϊκό πολιτικό εγχείρημα και τη ρητά διατυπωμένη πρόθεση της κυβέρνησής του, στη νέα «Στρατηγικής Εθνικής Άμυνας», να «βοηθήσουμε» την Ευρώπη «να διορθώσει την τρέχουσα πορεία της», με την «καλλιέργεια αντίστασης», τονίζοντας ότι «η αυξανόμενη επιρροή των πατριωτικών ευρωπαϊκών κομμάτων να αποτελεί πράγματι λόγο μεγάλης αισιοδοξίας»…