Το βλέμμα του Στεφ Κάρι τα έλεγε όλα. Δεν χρειάζονται δηλώσεις, δεν χρειάζονται λέξεις. Ο Τζίμι Μπάτλερ περνά μπροστά του κουτσαίνοντας, το γόνατο κατεστραμμένο, στηριγμένος σε συμπαίκτες, στον δρόμο προς τα αποδυτήρια. Και κάπου εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπηλή στιγμή, γεννιέται μια αίσθηση πιο βαριά από έναν τραυματισμό: η αίσθηση του τέλους.

Όχι ενός αγώνα, όχι μιας σεζόν, αλλά μιας ολόκληρης εποχής. Ο Κάρι τραβά τη φανέλα στο πρόσωπό του, κάνει μια μικρή γκριμάτσα, και στο βλέμμα του υπάρχει η επίγνωση πως αυτό που χτιζόταν όλη τη χρονιά ίσως κατέρρευσε σε ένα «κρακ» στο γόνατο του ανθρώπου που ήταν το στήριγμά του. Ο Ρόμπιν του. Η σκιά του. Ο δεύτερος πυλώνας σε μια ομάδα που ήθελε να πιστέψει ότι μπορεί να ξαναγράψει ιστορία.

Οι Warriors δεν είχαν φτιαχτεί για μια απλή αξιοπρεπή πορεία. Είχαν σχεδιαστεί για κούρσα τίτλου. Για μια τελευταία μεγάλη απόπειρα. Με ηγέτες που κουβαλούν χρόνια, τίτλους, εμπειρίες, αλλά και σώματα που δεν είναι πια άφθαρτα. Μια ομάδα γερασμένη, αλλά συνειδητά γερασμένη. Βετεράνοι με γνώση του πώς κερδίζονται τα μεγάλα παιχνίδια.

Και όταν άρχισαν να βρίσκουν ρυθμό, όταν η ομάδα άρχισε να μοιάζει ξανά επικίνδυνη, όταν οι νίκες άρχισαν να έρχονται με συνέπεια και όχι ως φωτοβολίδες, γεννήθηκε ξανά η ιδέα της επιστροφής. Όχι της νοσταλγίας, αλλά της πραγματικής διεκδίκησης. Όλα αυτά κόπηκαν απότομα. Όχι επειδή χάθηκε ένας παίκτης. Αλλά επειδή χάθηκε ο παίκτης που έδινε νόημα στη δομή. Ο άνθρωπος που μπορούσε να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις, τα βαριά σουτ, τα κρίσιμα λεπτά. Ο παίκτης που έδινε στον Κάρι την πολυτέλεια να μην είναι μόνος.

Γιατί χωρίς τον Μπάτλερ, το πρόβλημα δεν είναι στα νούμερα. Δεν είναι οι πόντοι, τα ριμπάουντ ή οι ασίστ. Είναι το κενό ηγεσίας. Είναι το ψυχολογικό βάρος. Είναι η απώλεια της δεύτερης φωνής στο παρκέ. Του ανθρώπου που μπορούσε να τραβήξει την ομάδα όταν ο Κάρι ασφυκτιούσε. Που μπορούσε να βάλει το σώμα του μπροστά όταν τα παιχνίδια γίνονταν σκληρά. Που μπορούσε να μετατρέψει μια καλή ομάδα σε ομάδα τίτλου.

Η επιστροφή σε λύσεις ανάγκης δεν αλλάζει την ουσία. Κανένας νεαρός με προοπτική δεν μετατρέπεται σε ηγέτη μέσα σε μια νύχτα. Κανένα trade δεν φέρνει προσωπικότητα ισοδύναμη με αυτή που χάθηκε. Και καμία τακτική προσαρμογή δεν αντικαθιστά το ένστικτο του νικητή. Αυτό που λείπει πλέον από τους Warriors δεν είναι το ταλέντο. Είναι η ισορροπία. Η συμμετρία. Η διπλή ηγεσία.

Και κάπου εδώ αρχίζει να πλανάται το μεγάλο ερώτημα: τελειώνει μια δυναστεία όχι με ήττα, αλλά με αδυναμία; Όχι με αποκλεισμό, αλλά με τραυματισμό; Όχι με κατάρρευση στο παρκέ, αλλά με μια σιωπηλή αποδοχή ότι ο χρόνος νικάει πάντα;

Ο Κάρι μένει μόνος. Όχι αγωνιστικά – ακόμη είναι σπουδαίος. Αλλά συμβολικά. Ένας θρύλος χωρίς ισότιμο συνοδοιπόρο. Ένας Μπάτμαν χωρίς Ρόμπιν. Και η εικόνα του, εκείνη η στιγμή με τη φανέλα στο πρόσωπο, μοιάζει περισσότερο με αποχαιρετισμό παρά με θυμό. Με συνειδητοποίηση, όχι με οργή. Σαν να καταλαβαίνει ότι το ρομαντικό φινάλε, η τελευταία μεγάλη κούρσα προς τον τίτλο, ίσως δεν θα γραφτεί όπως ονειρεύονταν.

Ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια του αθλητισμού: οι δυναστείες δεν τελειώνουν πάντα με εκκωφαντικό θόρυβο. Μερικές φορές τελειώνουν σιωπηλά. Με έναν τραυματισμό. Με ένα βλέμμα. Με μια εικόνα που λέει περισσότερα από χίλιες λέξεις. Και αυτή η εικόνα, του Κάρι να κοιτά τον Μπάτλερ να αποχωρεί, μοιάζει ήδη με σύμβολο ενός τέλους. Όχι μόνο μιας σεζόν. Αλλά μιας ολόκληρης εποχής.