Τραμπ: Η απάντησή του στον πολυπολικό κόσμο και ο «χάρτης» των αυριανών συγκρούσεων
Όταν η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθούσε την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η επικρατούσα εκτίμηση ήταν σχεδόν μονοδιάστατη, όμως η στάση του απέναντι στα πράγματα την διαψεύδει
Η συζήτηση γύρω από την άνοδο των BRICS και τις τάσεις αποδολαριοποίησης συχνά καταλήγει στο βιαστικό συμπέρασμα περί του τέλους της αμερικανικής ηγεμονίας. Ωστόσο, μια προσεκτική ματιά στη στρατηγική των ΗΠΑ του Τραμπ αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η Ουάσινγκτον μοιάζει να εγκαταλείπει τις ιδεολογικές διαμάχες του παρελθόντος, υιοθετώντας μια προσέγγιση ωμού ρεαλισμού. Ο στόχος πλέον δεν είναι η νίκη στο πεδίο των ιδεών, αλλά ο απόλυτος έλεγχος περιοχών όπου υπάρχει αφθονία πλουτοπαραγωγικών πηγών.
Η στρατηγική των ΗΠΑ του Τραμπ δεν ενδιαφέρεται να αλλάξει τα πολιτικά συστήματα των ανταγωνιστών της
Αυτή η νέα στρατηγική εστιάζει σε τέσσερις κρίσιμους πυλώνες:
1. Η Μέση Ανατολή ως ενεργειακό εργαλείο
Σε αντίθεση με παλαιότερες δεκαετίες, όπου η «προώθηση της δημοκρατίας» αποτελούσε κεντρικό άξονα, η Μέση Ανατολή αντιμετωπίζεται πλέον στυγνά ως μια κρίσιμη ενεργειακή αποθήκη. Η αμερικανική πολιτική στην περιοχή δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην ειρήνευση, αλλά στην αποτροπή ανταγωνιστικών δυνάμεων από το να αποκτήσουν ηγεμονικό ρόλο.
Η πίεση σε κράτη-κλειδιά και η διαχείριση των εντάσεων στοχεύουν στη δημιουργία μιας ζώνης επιρροής που ελέγχει τις οδούς μεταφοράς ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, οι μεγάλες οικονομίες της Ασίας καθίστανται εξαρτημένες από την αμερικανική ανοχή για τον ενεργειακό τους εφοδιασμό, εμποδίζοντας τη ουσιαστική διασύνδεσή τους με αντίπαλους συνασπισμούς.
2. Η επιστροφή στο Δόγμα Μονρόε
Στο δυτικό ημισφαίριο, παρατηρείται μια αναβίωση του ελέγχου της «γειτονιάς» των ΗΠΑ, όχι πλέον με «ανθρωπιστικό» μανδύα, αλλά ως ζήτημα «εθνικής ασφάλειας». Η στόχευση σε χώρες της Λατινικής Αμερικής με πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ενεργειακής και βιομηχανικής αυτάρκειας της Βόρειας Αμερικής.
Ελέγχοντας ή επηρεάζοντας αυτές τις πηγές, η Ουάσιγκτον ακυρώνει τη στρατηγική διείσδυση άλλων υπερδυνάμεων στην περιοχή, προτάσσοντας την προστασία των συμφερόντων της έναντι της συμμετοχής σε διεθνείς θεσμούς συνεργασίας.
3. Η μάχη της Αρκτικής και των σπανίων γαιών
Το ενδιαφέρον για περιοχές όπως η Γροιλανδία δεν είναι τυχαίο ούτε παράδοξο, παρά εδράζεται σε βαθιές γεωπολιτικές ανησυχίες. Καθώς η Αρκτική αναδεικνύεται στο νέο σύνορο του παγκόσμιου εμπορίου και ανταγωνισμού, η αμερικανική στρατηγική απαντά με κινήσεις εδαφικού και οικονομικού αποκλεισμού.
Το κεντρικό διακύβευμα είναι ο έλεγχος των σπανίων γαιών -υλικών απαραίτητων για την κατασκευή από smartphones μέχρι προηγμένων πυραυλικών συστημάτων- ώστε να σπάσει το υφιστάμενο μονοπώλιο της Ανατολής σε αυτούς τους κρίσιμους πόρους.
4. Οικονομικός πόλεμος φθοράς
Τέλος, η στρατιωτική ισχύς πλαισιώνεται από έναν αμείλικτο οικονομικό πόλεμο. Αντί για δαπανηρές στρατιωτικές εκστρατείες, χρησιμοποιούνται το νόμισμα και οι δασμοί ως όπλα μαζικής οικονομικής επιρροής.
Η απειλή υψηλών δασμών λειτουργεί ως φραγμός για τις χώρες που επιθυμούν να απομακρυνθούν από το αμερικανικό σύστημα, καθιστώντας το κόστος της «αποστασίας» απαγορευτικό. Μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων οδών και των πόρων, οι ΗΠΑ μπορούν να στραγγαλίσουν την οικονομική ανάπτυξη των ανταγωνιστών τους στην πηγή, χωρίς να χρειαστεί να ρίξουν ούτε μία σφαίρα.
Εν κατακλείδι, βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου ιμπεριαλιστικού «ρεαλισμού». Οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν ενδιαφέρονται να αλλάξουν τα πολιτικά συστήματα των χωρών που τις ανταγωνίζονται (πλην Ιράν;), αλλά να ελέγξουν τις πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την επιβίωση αυτών των χωρών.
Η μετάβαση από την «ήπια ισχύ» (soft power) στην «ωμή ισχύ των πόρων» σηματοδοτεί μια νέα εποχή: Η υπερδύναμη δεν προσπαθεί πλέον να πείσει τον κόσμο να την ακολουθήσει, αλλά επιδιώκει να έχει στην κατοχή της όλα όσα χρειάζεται ο κόσμος για να λειτουργήσει.
Η απάντησή της στον πολυπολικό κόσμο, το λοιπόν, δεν είναι η οδός της διπλωματίας, αλλά η μάχη για επικράτηση στα πιο σκοτεινά παιχνίδια κυριαρχίας από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.
Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κολομβίας βρίσκονται σε οριακό σημείο μετά από τις απειλές του Τραμπ
Οι «κόκκινες» περιοχές
Από το νέο αυτό μοντέλο δεν εκλείπει η μιλιταριστική προσέγγιση. Το επίκεντρο του αμερικανικού παρεμβατισμού εντοπίζεται αναμφίβολα στο δυτικό ημισφαίριο. Στο Μεξικό, η αμερικανική ρητορική περί συνεργασίας έχει αντικατασταθεί από την απειλή ευθείας στρατιωτικής δράσης. Η κατηγοριοποίηση των καρτέλ ως τρομοκρατικών οργανώσεων και η προαναγγελία χρήσης ειδικών δυνάμεων και πυραυλικών συστημάτων εντός της μεξικανικής επικράτειας, ερήμην της τοπικής κυβέρνησης, συνιστούν de facto αμφισβήτηση της μεξικανικής κυριαρχίας στο όνομα της αμερικανικής «εθνικής ασφάλειας».
Νοτιότερα, η στρατηγική της «Μέγιστης Πίεσης» έχει λάβει χαρακτηριστικά υπαρξιακής απειλής για τις κυβερνήσεις της Αβάνας και του Καράκας. Μετά από τις ραγδαίες εξελίξεις στη Βενεζουέλα, η αμερικανική ηγεσία δεν αρκείται στην πολιτική αλλαγή, αλλά προκρίνει την παρατεταμένη παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων για την «εκκαθάριση» θυλάκων αντίστασης. Παράλληλα, η Κούβα αντιμετωπίζει το φάσμα ενός ναυτικού αποκλεισμού (quarantine), μια ενέργεια που παραπέμπει ευθέως σε συνθήκες πολέμου, με στόχο την οριστική κατάρρευση του πολιτικού της συστήματος.
Στον ίδιο γεωγραφικό άξονα, η περίπτωση του Παναμά αναδεικνύει την οικονομική διάσταση της στρατιωτικής απειλής. Η επίκληση της ασφάλειας της Διώρυγας ως αιτιολογία για πιθανή στρατιωτική ανακατάληψη του ελέγχου της, λειτουργεί ως σαφές μήνυμα κατά της κινεζικής οικονομικής διείσδυσης στην περιοχή.
Εν τω μεταξύ, οι σχέσεις ΗΠΑ-Κολομβίας βρίσκονται σε οριακό σημείο μετά από τις απειλές του Τραμπ περί αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στη λατινοαμερικανική χώρα. Ο πρόεδρός της, Γουστάβο Πέτρο, αντέδρασε σθεναρά, με την Μπογκοτά να ζητεί πλέον τη παρέμβαση του ΟΗΕ προκειμένου να αποτραπεί μια εισβολή.
Ίσως η πιο ανησυχητική πτυχή του νέου δόγματος είναι η αναβίωση του ζητήματος της Γροιλανδίας. Η μετάβαση από την «πρόταση αγοράς» στην απειλή μονομερών ενεργειών για τη «διασφάλιση της περιοχής», θέτει σε δοκιμασία τις διατλαντικές σχέσεις. Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον τη Γροιλανδία όχι ως έδαφος της Δανίας, αλλά ως απαραίτητο γεωστρατηγικό ανάχωμα έναντι της Ρωσίας και της Κίνας, νομιμοποιώντας κατά την κρίση της την προληπτική προβολή ισχύος.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι απειλές προς το Ιράν για «ολοκληρωτική καταστροφή» των υποδομών του δεν αποτελούν απλώς διαπραγματευτικό χαρτί, αλλά προαναγγελία χειρουργικών πληγμάτων σε περίπτωση υπέρβασης των πυρηνικών ορίων. Ταυτόχρονα, η ρητορική για την Υεμένη και η επιμονή στον έλεγχο των πετρελαϊκών πόρων σε Συρία και Ιράκ μέσω «θανάσιμης βίας», επιβεβαιώνουν ότι η απόσυρση από τους «ατέρμονους πολέμους» δεν σημαίνει αποχή από τη στρατιωτική δράση, αλλά μετάβαση σε στοχευμένα, τιμωρητικά χτυπήματα για τη διασφάλιση πόρων.
- Εργατικά δυστυχήματα: Δουλεύοντας μέχρι θανάτου…
- Τραπεζικές απάτες: Η τεχνητή νοημοσύνη δίνει προβάδισμα στους επιτήδειους
- Πώς ζεσταίνονταν οι μοναχοί στον Μεσαίωνα – Τα θερμαινόμενα δωμάτια και η αξία της φωτιάς
- Εννέα μυστικά για να σπάσεις την «κατάρα» του single μετά τα 30
- Άλλαξαν χέρια ακίνητα 4,2 δισ. ευρώ το 2025
- Πενία τέχνας κατεργάζεται – Τι θα τρώμε στο μέλλον;







