Το τελευταίο γράμμα της Μαρία Στιούαρτ –ένα κείμενο που γράφτηκε κυριολεκτικά στο κατώφλι του θανάτου– θα παρουσιαστεί στο κοινό το 2026, για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια. Η καθαιρεμένη βασίλισσα της Σκωτίας, που εκθρονίστηκε το 1567, έζησε δύο δεκαετίες σε καθεστώς εγκλεισμού, μεταφερόμενη από κάστρο σε κάστρο στη Σκωτία και την Αγγλία. Στις 8 Φεβρουαρίου 1587, θα οδηγηθεί στο ικρίωμα, κατηγορούμενη ότι συνωμότησε εναντίον της ξαδέρφης και δεσμοφύλακά της, της Ελισάβετ Α΄.

Η συγγραφή εκείνης της τελευταίας επιστολής ήταν από τις ύστατες πράξεις της. Και δεν ήταν τυχαίο. Η γραφή υπήρξε για τη Μαρία Στιούαρτ κάτι πολύ περισσότερο από προσωπική ανάγκη: ήταν όπλο, άμυνα και πολιτικό εργαλείο. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της έγραψε εκατοντάδες επιστολές, ποιήματα και πεζά κείμενα, προσπαθώντας –μέσα από τις λέξεις– να επηρεάσει συμμάχους, φύλακες και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά το έργο της, σκιαγραφείται ένα πορτρέτο πολύ πιο σύνθετο από τον ρομαντικό μύθο της «τραγικής βασίλισσας».

«Νομίζω πως ετοιμάζουν το ικρίωμα, για να παίξω την τελευταία πράξη της τραγωδίας»

Η γλώσσα της καρδιάς της ήταν τα γαλλικά

Η Μαρία Στιούαρτ στάλθηκε στη Γαλλία σε ηλικία μόλις πέντε ετών. Εκεί διαμορφώθηκε πνευματικά και συναισθηματικά, αναπτύσσοντας έναν βαθύ, ισόβιο δεσμό με τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Μαθήτευσε κοντά στον μεγάλο ποιητή Πιερ ντε Ρονσάρ, και από πολύ νωρίς έδειξε ιδιαίτερη αγάπη στην ποίηση. Τα πρώτα της ποιήματα τα έγραψε σχεδόν κρυφά, σε βιβλία προσευχών που ανήκαν σε γυναίκες συγγενείς της.

Τα γαλλικά παρέμειναν η βασική της γλώσσα στη γραφή σε όλη της τη ζωή – ακόμη και μετά την επιστροφή της στη Σκωτία το 1561 για να ασκήσει τη βασιλική εξουσία. Κόντρα όμως σε έναν επίμονο μύθο, η Μαρία Στιούαρτ δεν ήταν αποκομμένη από τη μητρική της γλώσσα. Μιλούσε και έγραφε άπταιστα σκωτσέζικα (Scots), τα οποία χρησιμοποιούσε συστηματικά στην αλληλογραφία της ως βασίλισσα.

«Δεν είμαι της φύσεως του βασιλίσκου»

Ποιήματα που έγιναν πολιτικό όπλο

Τον Φεβρουάριο του 1567, ο σύζυγός της, λόρδος Ντάρνλεϊ, βρίσκεται νεκρός. Λίγους μήνες αργότερα, η Μαρία Στιούαρτ παντρεύεται τον κόμη του Μπόθγουελ – τον άνθρωπο που πολλοί θεωρούσαν ηθικό και φυσικό αυτουργό της δολοφονίας. Η πράξη αυτή θα αποδειχθεί μοιραία.

Οι εξεγερμένοι Σκωτσέζοι λόρδοι χρησιμοποίησαν εναντίον της όχι μόνο πολιτικά επιχειρήματα, αλλά και λογοτεχνικά. Στα περίφημα «σονέτα του κιβωτίου», που βρέθηκαν σε μια ασημένια επιχρυσωμένη θήκη, η Μαρία Στιούαρτ φέρεται να εξομολογείται τον έρωτά της για τον Μπόθγουελ όσο ο Ντάρνλεϊ ήταν ακόμη ζωντανός. Τα ποιήματα αυτά παρουσιάστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία στις ακροάσεις που καθόρισαν τη μοίρα της, μετά τη φυγή της στην Αγγλία το 1568.

Μέχρι σήμερα, οι ιστορικοί της λογοτεχνίας διχάζονται: ήταν πράγματι δικά της ή μια επιδέξια πλαστογραφία των εχθρών της; Όποια κι αν είναι η απάντηση, το επεισόδιο δείχνει πόσο επικίνδυνη μπορούσε να γίνει η γραφή σε μια εποχή όπου η ποίηση είχε πολιτικό βάρος.

Από βασίλισσα σε «τέρας» – και η γραπτή της απάντηση

Μετά τον φόνο του Ντάρνλεϊ, η Μαρία Στιούαρτ γίνεται στόχος ανελέητης προπαγάνδας. Σε αφίσες στο Εδιμβούργο απεικονίζεται ως γυμνή γοργόνα, σύμβολο ανηθικότητας. Σε άλλα κείμενα, παρομοιάζεται με τερατώδεις γυναικείες μορφές της αρχαιότητας: τη Μέδουσα, τη Μήδεια, την Κίρκη.

Ακόμη και πίσω από τα τείχη της φυλακής, η Μαρία Στιούαρτ δεν αφήνει αυτή την εικόνα αναπάντητη. Σε επιστολή της προς την Ελισάβετ Α΄, το 1568, γράφει με σαφήνεια: «Δεν είμαι μάγισσα» και «δεν είμαι της φύσεως του βασιλίσκου».

Ο βασιλίσκος –πλάσμα συγγενικό με τη Μέδουσα στη φαντασία της εποχής– σκότωνε, υποτίθεται, μόνο με το βλέμμα. Με αυτά τα λόγια, η Μαρία επιχειρεί να αποδομήσει τον μύθο που χτιζόταν γύρω από το πρόσωπό της και να πείσει την Αγγλίδα βασίλισσα να τη βοηθήσει να επιστρέψει στον θρόνο της.

«Έχω την καρδιά και το στομάχι ενός βασιλιά»

«Βασιλιάς» πριν από γυναίκα

Η ιστορία –και ο κινηματογράφος– συχνά αντιπαραθέτουν τη λογική, «ανδρική» Ελισάβετ στη συναισθηματική, «θηλυκή» Μαρία Στιούαρτ. Όμως τα γραπτά της ίδιας της Μαρίας αφηγούνται μια άλλη ιστορία. Όπως η Ελισάβετ δήλωνε ότι είχε «την καρδιά και το στομάχι ενός βασιλιά», έτσι και η Μαρία αντιλαμβανόταν τον εαυτό της πρωτίστως ως μονάρχη.

Σε δύο ποιήματα που έγραψε και δημοσίευσε κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της, συγκρίνει τον εαυτό της με τους βιβλικούς βασιλείς Σολομώντα και Δαβίδ – πρότυπα εξουσίας, σοφίας και ηθικής νομιμοποίησης. Δεν ήταν τυχαίες αναφορές: ο Ερρίκος Η΄, η Ελισάβετ Α΄ και ο γιος της Μαρία Στιούαρτ, Ιάκωβος ΣΤ΄ της Σκωτίας και Α΄ της Αγγλίας, είχαν χρησιμοποιήσει αντίστοιχους συμβολισμούς. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: μπορεί να της πήραν το στέμμα, αλλά όχι τη βασιλική της ταυτότητα.

Έλεγχος της εικόνας – μέχρι την τελευταία πράξη

Στο τελευταίο της γράμμα, απευθυνόμενο στον γαμπρό της, τον Ερρίκο Γ΄ της Γαλλίας, η Μαρία Στιούαρτ δηλώνει ότι πεθαίνει ως μάρτυρας της καθολικής πίστης. Και αυτό δεν ήταν μια αυθόρμητη διατύπωση. Σε όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της προσπαθούσε συστηματικά να ελέγξει το πώς παρουσιαζόταν δημόσια – φτάνοντας ακόμη και να επιχειρεί να σταματήσει την κυκλοφορία βιβλίων που τη συκοφαντούσαν σε Αγγλία και Γαλλία.

Όσο πλησίαζε το τέλος, η επίγνωση του «σκηνικού» γινόταν εντονότερη. Σε επιστολή της προς τον Ισπανό πρέσβη, μετά την ανακοίνωση της θανατικής της καταδίκης, γράφει ότι ακούει έργα στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου του Φόδερινγκχεϊ: «Νομίζω πως ετοιμάζουν το ικρίωμα, για να παίξω την τελευταία πράξη της τραγωδίας».

Και την έπαιξε όπως ακριβώς την είχε σχεδιάσει: κρατώντας σταυρό, ντυμένη με το κόκκινο της καθολικής μαρτυρίας. Η εικόνα αυτή χαράχτηκε βαθιά στη συλλογική μνήμη. Αν κρίνουμε από το πόσο ανθεκτικός αποδείχθηκε ο μύθος της Μαρία Στιούαρτ ως μάρτυρα στους αιώνες που ακολούθησαν, τότε –τουλάχιστον σε αυτό– κατάφερε να επιβάλει τη δική της αφήγηση.

*Με πληροφορίες από: Έμιλι Χέι, Υποψήφια διδάκτορας στη Σκωτσέζικη Λογοτεχνία, Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης στο The Conversation