Η διαλεύκανση της υπόθεσης των υποκλοπών περνάει μέσα από πολιτικές αποφάσεις και ενεργοποίηση της δικαιοσύνης

Περίμενε κανείς ότι θα γινόταν κάτι διαφορετικό στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής;

Δηλαδή, σε αυτή τη φάση με την κυβέρνηση ακόμη να αρνείται μια ουσιαστική πολιτική ευθύνη για τις υποκλοπές και την έρευνα της δικαιοσύνης να είναι ακόμη σε εξέλιξη, θα πήγαινε ο Γρηγόρης Δημητριάδης να κάνει κάτι διαφορετικό από το απλώς να αρνηθεί να αυτοενοχοποιηθεί;

Για τον ίδιο λόγο απέφυγαν να εμφανιστούν οι επιχειρηματίες που φέρονται εμπλεκόμενοι.

Διαβάστε επίσης: Οι υποκλοπές δεν είναι μια νέα Novartis

Και βεβαίως απόλυτα αναμενόμενη ήταν και η στάση των κομμάτων.

Η κυβερνητική παράταξη ήταν αναμενόμενο πως θα επέμεινε στον απόρρητο χαρακτήρα της διαδικασίας και πως αμέσως μετά θα υποστήριζε ότι δικαιώθηκε, αφού η επίσημη γραμμή παραμένει ότι «δεν έχουμε καμία σχέση», όπως έχει φανεί και από την αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου στις αλλεπάλληλες δημοσιογραφικές αποκαλύψεις.

Και η αντιπολίτευση θα διαμαρτυρόταν και θα κατέθετε προτάσεις, που γνώριζε εκ των προτέρων ότι δεν θα γίνονταν δεκτές.

Είμαι ο τελευταίος που θα υποστηρίξει ότι δεν είναι σημαντικές οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες και οι ακροάσεις στη Βουλή.

Όμως, αυτή τη στιγμή η διαλεύκανση της υπόθεσης περνάει πρωτίστως μέσα από πολιτικές αποφάσεις και από την ενεργοποίηση της δικαιοσύνης.

Διαβάστε επίσης – Υποκλοπές: επιχειρηματική-βιομηχανική κατασκοπεία με πολιτικό πέπλο

Ή για να το πω διαφορετικά: εάν υπήρχε η πολιτική βούληση όντως η Βουλή θα ήταν ένα πεδίο όπου θα αποκαλύπτονταν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης.

Το έχω γράψει πολλές φορές: η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρέπει με μεγαλύτερη τόλμη να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί και με αυτόν τον τρόπο να βοηθήσουν στο να καταλάβουμε τι ακριβώς έγινε.

Το «δεν ξέραμε τίποτα» δεν είναι απάντηση. Και ενέχει τον κίνδυνο να συνάγει κανείς ότι «τα ξέρετε, επειδή τα οργανώσετε». Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος, χρειάζεται αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών και των ευθυνών.

Γιατί όλοι γνωρίζουμε ότι η υπόθεση αυτή «ακουμπά» το Μαξίμου και την κυβέρνηση. Το πώς και το σε ποιο βαθμό είναι υπό διερεύνηση, ιδίως σε μια υπόθεση που έχει και χαρακτηριστικά «βιομηχανικής – επιχειρηματικής κατασκοπείας». Όμως, την ακουμπά.

Καλύτερα το κόστος της παραδοχής σε συνδυασμό με την αλήθεια, παρά η αποσιώπηση που απλώς παγιώνει την αντίληψη μιας ενοχής.

Από εκεί και πέρα προφανώς υπάρχει και η Δικαιοσύνη. Είναι σαφές ότι εδώ χρειάζεται να αναζητηθούν όχι μόνο οι εμπλεκόμενοι αλλά και κάθε είδους στοιχεία. Δεν είναι εύκολο, γιατί στο σκοτεινό κόσμο των υπηρεσιών (και των επιχειρήσεων που συναλλάσσονται μαζί τους) ξέρουν να «καλύπτουν τα ίχνη τους». Όμως, είναι αναγκαίο.

Καταλαβαίνω ότι κάποιοι στην κυβέρνηση πιστεύουν ότι αντί για μεγαλύτερη τόλμη για την αποκάλυψη των στοιχείων, είναι προτιμότερο το θέμα να μείνει στο επίπεδο των «δύο αφηγημάτων». Δηλαδή, το «δεν έχουμε καμιά σχέση» να συγκρούεται επ’ αόριστον με το «εσείς είστε πίσω από όλα».

Όμως, αυτό είναι μια επικίνδυνη τακτική.

Όχι μόνο γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να προκύψει κάποια μη αμφισβητήσιμη απόδειξη που θα γκρεμίσει το κυβερνητικό «αφήγημα».

Αλλά και γιατί έτσι απλώς εθίζεται η κοινή γνώμη σε μια εικόνα γενικευμένης παραβατικότητας και τελικά ανυποληψίας του πολιτικού συστήματος, μια εικόνα που λειτουργεί υπονομευτικά με έναν βαθύτερο τρόπο και πολύ πέρα από τις όποιες «δημοσκοπικές τάσεις».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr