Στην προηγηθείσα θεματική ενότητα, η οποία αφορούσε τις μαρτυρίες που έχουμε στη διάθεσή μας αναφορικά με την ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, επισημάνθηκε ότι τα μέλη της οικογένειας αυτής κατάγονται από μια αρχική κοινή γλώσσα που υπήρξε στο απώτερο παρελθόν, την αποκαλούμενη «πρωτοϊνδοευρωπαϊκή». Με άλλα λόγια, υπήρχαν κάποτε άνθρωποι που μιλούσαν την αφετηριακή γλώσσα ή «πρωτογλώσσα» της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας.

Τούτου δοθέντος, πολλοί ήταν εκείνοι που επιχείρησαν στο πέρασμα του χρόνου να εντοπίσουν την κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων και, κατ’ επέκταση, να χαρτογραφήσουν τη διασπορά των διαφόρων γλωσσών και γλωσσικών ομάδων μέσα στις ιστορικές έδρες τους. Οι μέχρι τούδε προσπάθειες δεν έχουν οδηγήσει σε μια καθολικά αποδεκτή λύση στο πρόβλημα τόσο της αρχής όσο και της διασποράς της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας. Έτσι, ειδικοί και μη έχουν κατά καιρούς τοποθετήσει την κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων από τον Βόρειο έως το Νότιο Πόλο και από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό ωκεανό. Στο ίδιο πλαίσιο, έχουν αναζητήσει τους πρώτους Ινδοευρωπαίους μέσα σε ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, περίπου 100.000 ετών.

Η σημαντικότατη αυτή απόκλιση απόψεων εξηγείται εάν ληφθεί υπόψη η πολυπλοκότητα του προβλήματος. Η απάντηση στο ερώτημα πού βρίσκονταν οι ομιλητές της «πρωτογλώσσας» της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, αμέσως πριν αυτή αρχίσει να διασπάται στις ιστορικά μαρτυρημένες γλώσσες και γλωσσικές ομάδες της, αφορά στην πραγματικότητα όχι μόνο τη γλωσσική οντότητα αυτήν καθαυτήν αλλά και την ύπαρξή της στην προϊστορία, πριν δηλαδή από την εμφάνιση οιασδήποτε γραπτής μαρτυρίας.

Εκκινώντας από αυτήν την παραδοχή, αντιλαμβανόμαστε ότι οι μελετητές της γλώσσας, ανεξάρτητα από τη γλωσσολογική μέθοδο που χρησιμοποιούν, δεν είναι ικανοί από μόνοι τους να τοποθετήσουν μετά βεβαιότητας μια προϊστορική γλώσσα σε ένα γεωγραφικό χώρο, ήτοι να εξασφαλίσουν τον απαιτούμενο βαθμό γεωγραφικής αλλά και χρονολογικής ακρίβειας. Και τούτο, διότι στην περίπτωση των προϊστορικών γλωσσών ελλείπουν τα γραπτά τεκμήρια, και το μόνο διαθέσιμο στοιχείο είναι τα υλικά κατάλοιπα των Προϊστορικών Χρόνων.

Οι επιστήμονες που ασχολούνται με τη μελέτη των καταλοίπων αυτών, οι αρχαιολόγοι και οι ανθρωπολόγοι, κάνουν ασφαλώς τη δουλειά τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει ασφαλής σύνδεση ανάμεσα στη γλώσσα, από τη μια πλευρά, και στα πολιτισμικά συστήματα που προσδιορίζουν οι αρχαιολόγοι ή στους ανθρωπολογικούς τύπους που εντοπίζουν οι ανθρωπολόγοι, από την άλλη.

Επομένως, μολονότι ορισμένες τουλάχιστον από τις προτεινόμενες λύσεις στο πρόβλημα της απαρχής της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας είναι όντως δελεαστικές, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι σε οποιαδήποτε σχετική θεωρία, όσο ευρέως αποδεκτή κι αν είναι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο