Στο πένθος βυθίστηκε το απόγευμα της Πέμπτης (22/7) ο καλλιτεχνικός χώρος από τον θάνατο της Μάγιας Λυμπεροπούλου. Η σπουδαία ηθοποιός του Ελληνικού θεάτρου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών αφήνοντας πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό.

Το όνομά της έχει συνδεθεί με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, καθώς διετέλεσε πρώτη καλλιτεχνική διευθύντριά του από το 1988 ως το 1992. «Το Θέατρο της Πάτρας και το «Θέατρο Τέχνης» είναι οι δυο «τόποι» με τους
οποίους είμαι άμεσα συνδεδεμένη, δυο κομμάτια της ζωής μου. Με χαρά μου είμαι εδώ. Και χαρά μου θα είναι αν, κάποια μέρα, γίνει και μια συμπαραγωγή μεταξύ τους», δήλωνε το 2002 στα «Νέα».

Είχε συμμετάσχει, μεταξύ άλλων, στις παραστάσεις «Ο θείος Βάνιας», «Οι δούλες», «Ιλιάδα», «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», «Πάθος», «Φάουστ», «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης».  Για εκείνη το θέατρο ήταν ο τελευταίος χώρος που ο άνθρωπος – θεατής και καλλιτέχνης – έρχεται αντιμέτωπος
με μια τρομερή αλήθεια.

Το 2008 η ηθοποιός επέστρεψε στην Πάτρα και ερμήνευσε τον Μεφιστοφελή στον «Φάουστ».

Για τον ρόλο της αυτό είχε πει στο «Βήμα»: «Στον μύθο του Φάουστ και στον Γκαίτε ο Μεφιστοφελής συμβολίζει βέβαια τον Διάβολο, τον Εωσφόρο, το Κακό σε αντίστιξη με το Θείο, τον Θεό. Στις μεταγενέστερες εκδοχές αλλά και στην παράσταση ο Μεφίστο αντιμετωπίζεται ως η «σκοτεινή» πλευρά, το «άλλον» του Φάουστ αλλά και κάθε ανθρώπου. Είναι ντυμένος αντρικά αλλά δεν παριστάνει τον «άνδρα». Θα έλεγα ότι συνιστά και τη «θηλυκή» εκδοχή του καθενός».

Άραγε θα πουλούσε την ψυχή της στον Διάβολο για να κερδίσει χρόνια: «Να ξαναγίνω νέα, δεν θα με ενδιέφερε. Να παρέμενα νέα, θα μου άρεσε… φευ όμως: «Πουλάω την ψυχή μου» σημαίνει χάνω την ανθρώπινη υπόστασή μου, γίνομαι «πράγμα» ή και ζώον. Μπορεί ο άνθρωπος να μην αντέχει τη γνώση ότι θα πεθάνει αλλά το θνητό είναι απόλυτα συνυφασμένο με το ανθρώπινο. «Γεννιόμαστε καβάλα στον τάφο» λέει ο Μπέκετ», είχε πει σχετικά στο περιθώριο του συγκεκριμένου έργου.

Ο χαρακτηρισμός που την ακολουθούσε ήταν αυτός της «απόλυτης». «Ναι, συνεχίζω να είμαι απόλυτη. Διαφορετικά, δεν έχει νόημα αυτή η δουλειά. Δεν είμαι ποτέ απόλυτη στις κρίσεις μου για τους ανθρώπους, αλλά πάνω στη δουλειά, ως προς το ζητούμενο είμαι», είχε σχολιάσει επ’ αυτού στα «Νέα».

Ο Κάρολος Κουν, η επικοινωνία με το κοινό και η «υπόθεση» θέατρο:

H Μάγια Λυμπεροπούλου γεννήθηκε στα Πατήσια το 1940 όπου και έμεινε για πολλά χρόνια. Σε μία δύσκολη εποχή και έχοντας ξεκινήσει να σπουδάζει Νομική, κρυφά από τους γονείς της, έγινε δεκτή στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. «Ο Κάρολος Κουν είναι ανεπανάληπτο έμβλημα μιας εποχής που μοιάζει ήδη πολύ μακρινή», είχε πει η ίδια σε συνέντευξή της στα «Νέα» για τον μεγάλο θεατρικό σκηνοθέτη.

Επίσης, είχε σημειώσει ότι αγαπάει τους ανθρώπους «σαν να ήταν βιβλία» και «τα βιβλία σαν να ήταν άνθρωποι». Της άρεσε να διδάσκεται από τους πάντες και τα πάντα. Το θεατρικό της όνειρό ήταν να  «ευδοκιμώ πάντα σε μέρη όπου τα λεξικά αρνούνται επίμονα την ύπαρξή μου».

Όσο για το τι φοβόταν; «Ο φόβος και η αγωνία του ηθοποιού είναι η τρομοκρατία του σουξέ. Να αρέσει και όταν δεν είναι καλός», είχε αποκαλύψει. Παράλληλα, είχε μιλήσει και για την επικοινωνία με το κοινό χαρακτηρίζοντας την από «άμεση»,  «τηλεκατευθυνόμενη», αλλά και για την απόσταση που χωρίζει το θέατρο από τη ζωή. «Υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι να είναι κανείς άνθρωπος», είχε αναφέρει σχετικά.

Η διακεκριμένη ηθοποιός μάλιστα είχε κάνει ειδική μνεία στους νέους ανθρώπους και στο αν είναι γι’ αυτούς εύκολη υπόθεση το θέατρο. Σε σχετική ερώτηση είχε απαντήσει με στίχους της Κικής Δημουλά και συγκεκριμένα με τους εξής: «Η ευχέρεια αποσυνθέτει, η δυσχέρεια συνθέτει ή «Ευλογημένο και τρισευλογημένο το εμπόδιο. Ελάχιστα διαρκεί το ανεμπόδιστο».

Υπήρχε άραγε κάτι που να την πλήγωνε στο θέατρο το μακρινό 2001; «Με πληγώνει η απόπειρα μετάλλαξής του σε μίντια. Και το «απεμπλουτισμένο» κοινό», είχε πει και η απάντησή της είχε προβληματίσει.

Η σκηνοθεσία, οι συνεργασίες και η… συνεχής επαγρύπνηση:

H Μάγια Λυμπεροπούλου στις συνεντεύξεις της δεν δίσταζε να εκφράσει τα συναισθήματά της και να πει τα πράγματα με το όνομά της. Όταν λοιπόν, είχε ερωτηθεί αν μετάνιωσε για όσα άφησε να περάσουν από τη ζωή της χωρίς να τα κρατήσει, είχε απαντήσει σχετικά: «Μοναξιά αισθάνομαι πολλές φορές. Κάποια στιγμή, στην πρόβα, τους έλεγα, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, ότι κάθε ρόλος που παίζω είναι και ένα αντίο. Όχι ότι δεν θα ξαναπαίξω, αλλά δεν θα παίζω συστηματικά. Από κούραση. Πλησιάζει σιγά σιγά. Έχω πλήρη επίγνωση. Αλλά, όπως ήρθαν τα πράγματα, μπορεί να μην είμαι πάνω στη σκηνή, αλλά δεν θα είμαι έξω από το θέατρο. Μπορεί να μεταφράζω, να έχω επαφή με τους νέους, να σκηνοθετώ. Να σκηνοθετώ, μπορώ και ξαπλωτή».

Η σπουδαία ηθοποιός μπορεί να ήταν απόλυτη ήταν όμως και ευθύς χαρακτήρας. «Όσο καιρό διαρκεί η δουλειά, ακόμα κι αν δεν την αγαπούν πραγματικά, να κάνουν πως την αγαπούν. Όχι με δηλώσεις, αλλά με πράξεις. Η γνησιότητα των προθέσεων, εκείνο το διάστημα, δεν με αφορά», είχε πει στα «Νέα» αναφορικά με τους συνεργάτες της και τι ζητούσε από αυτούς.

Τέλος, πιο επίκαιρη από ποτέ είχε δηλώσει για τα πράγματα γύρω της: «Δεν είμαι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη. Αισθάνομαι, απλώς, ότι πρέπει να είμαστε σε συνεχή επαγρύπνηση. Και καμιά φορά αισθάνομαι μια απέραντη έγνοια και, στις δύσκολες στιγμές, έως λύπη για τα παιδιά. Δεν ξέρω πόσα εφόδια έχουν για να παλέψουν εναντίον τόσων πραγμάτων. Την γνώρισα, σαν νέα, αυτή την πάλη, μέσω του Κουν. Αλλά, εκείνη η πάλη μοιάζει, σήμερα, ειδυλλιακή».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο