«Είμαι ζωγράφος, πρέπει πια να το παραδεχτώ» αναφέρει ο Γιώργος Ρόρρης κατά τη διάρκεια ξενάγησης στην έκθεση του «Η Ευγένεια του Απέριττου» που παρουσιάζεται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Άνδρο και όλοι ξεσπούν σε γέλια.

Ο ζωγράφος για πάνω από δύο ώρες κινείται ανάμεσα στα 60 έργα του που εκτίθενται, θυμάται στιγμές δημιουργίας, μας εξηγεί λεπτομέρειες που ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε και ακούει με υπομονή απορίες και τοποθετήσεις.

Με την ταπεινότητα που τον διακρίνει ο Γιώργος Ρόρρης λίγες ώρες πριν τα μεγάλα εγκαίνια της έκθεσης, που παρουσιάζει το Ίδρυμα Βαίλης και Ελίζας Γουλανδρή, χαρίζει στους δημοσιογράφους μια ξενάγηση που μοιάζει περισσότερο με μάθημα ζωγραφικής. Με μάθημα τέχνης για την ακρίβεια.

H έκθεση, την οποία έχει επιμεληθεί η Μαρία Κουτσομάλλη – Μορώ, παρουσιάζει όλο το φάσμα της ζωγραφικής του Ρόρρη και η σκηνογραφία που επιμελήθηκε ο –μαθητής του- Ανδρέας Γεωργιάδης και η Παρασκευή Γερολυμάτου από την Μικρή Άρκτο δίνει στον επισκέπτη τον απαραίτητο αέρα για να μπορέσει να απολαύσει τα κατά κύριο λόγο μεγάλα και επιβλητικά έργα.

Η ζωγραφική του Ρόρρη είναι πολύ δύσκολο να χωριστεί σε ενότητες, τόνισε η κ. Κουτσομάλλη – Μορώ στην αρχή της ξενάγησης, ωστόσο έχει γίνει μια προσπάθεια να χωριστούν τα έργα του σε αυτά που αφορούν το εργαστήριο του, σε αυτά που φανερώνουν πιο έντονα την επιρροή του από μεγάλους δασκάλους και σε αυτά που τοποθετούν στο κέντρο την ανθρωπότητα, μέσω της γυναίκας.

Η σύνδεση του ζωγράφου με το Ίδρυμα μετράει πάνω από 35 χρόνια, καθώς στα 23 του έκανε την πρώτη του έκθεση στη Νέα Πτέρυγα του μουσείου της Άνδρου. Μάλιστα ο Βασίλης Γουλανδρής ήταν από τους πρώτους συλλέκτες έργων του, καθώς αγόρασε εμβληματικές δημιουργίες του

Γοητευτικό ταξίδι στο παρελθόν

Όλες οι πληροφορίες που είχαμε στο μυαλό μας ξεκινώντας αυτό το εικαστικό ταξίδι στον κόσμο του Ρόρρη χάνονται σιγά σιγά εξαιτίας του γοητευτικού του λόγου. Από την ανάλυση των πρώτων έργων του, εκεί στις αρχές τη δεκαετίας του ’80 μέχρι και σήμερα, οι λεπτομέρειες που μοιραζόταν μαζί μας ήταν κάτι παραπάνω από πολύτιμες.

Η επιρροή από τον Τσαρούχη το καλοκαίρι του ’83 στο αγόρι με τα λευκά μπορεί να είναι εμφανής, ωστόσο ο δρόμος που τον οδήγησε εκεί όπως και η αντεστραμμένη εικόνα στο βάθος είναι κρυμμένα μυστικά που καλείται ο επισκέπτης να ανακαλύψει.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη μανιάτισσα γιαγιά του που μπορεί να τον ταλαιπώρησε αλλά τελικά επιτέλεσε το ρόλο της. «Ήμουν στο χωριό και δεν είχα άλλο μοντέλο. Τελικά δέχτηκε» ανέφερε ο ίδιος και συνέχισε: «Δεν ήμουν ελεύθερος να κάνω αυτό που θέλω. Δεν μπορούσα να της πω ‘ανέβα στο τραπέζι’. Δυσκολεύτηκα αρκετά με αυτόν τον πίνακα κυρίως γιατί πρώτη φορά ζωγράφιζα κάποιον που σεβόμουν. Τελικά σκηνογραφήθηκε για να τελειώσει, κάτι που αργότερα απέφυγα τελείως ή το επανέφερα επίτηδες».

Μέσα και έξω από το εργαστήριο

Αυτά τα πρώτα χρόνια, με τη μανιάτισσα γιαγιά, το κορίτσι στο Παρίσι και την ερημένη σκιά είναι και αυτά που δείχνουν το τεράστιο ταλέντο του. Στοιχεία ενός εικαστικού έργου που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα συναντήσουμε σε πρώιμες δουλειές πολλών ζωγράφων. Ο Γιώργος Ρόρρης είχε τις επιρροές τους, τις παραδέχτηκε από την αρχή, τις εξήγησε σε εμάς και σε πολλές περιπτώσεις τις ξεπέρασε.

Πήρε από τους προηγούμενους τα καλύτερα δυνατά στοιχεία και τα έμπλεξε με την ψυχή του, με τη δική του μοναδική ματιά.

Αυτό ακριβώς έκανε και στην ενότητα με το εργαστήριο του. Από την πρώτη στιγμή διάλεξε έναν χώρο κοντά στη Λιοσίων και συνειδητά απέφυγε ότι είχαν ήδη υμνήσει οι προηγούμενοι. Κεραμίδια, όμορφα μπαλκόνια, το ΝΕΟΝ, η γοητεία της Ομόνοιας, ο Λυκαβηττός. Όλα αυτά που και ο ίδιος θαύμαζε αλλά θεωρούσε ότι έχουν εκτεθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εκείνος ήθελε να δείξει τα βιομηχανικά κτήρια της Λιοσίων, τους κενούς λευκούς τοίχους, τις πολυκατοικίες.

Έτσι ξεκίνησε να ζωγραφίζει το εξωτερικό τοπίο του εργαστηρίου του και μετά ήρθε το εσωτερικό που δεν το εγκατέλειψε ποτέ.

Ο Ρόρρης ζωγραφίζει πάντα με μοντέλα στον χώρο του. Το εργαστήριο του έχει πάντα το ρόλο που ο ήρωας του που επιβάλει. Άλλες φορές απόλυτα ρεαλιστικό, άλλες φορές αφηρημένο. Αλλά είναι πάντα εκεί. Τα γοητευτικά παράθυρα, οι αφίσες στους τοίχους ακόμα και το μπουκάλι με το νερό που εμφανίζεται σε πολλά έργα.

«Το δωμάτιο παίρνει άλλη μορφή ανάλογα με το ποιος ποζάρει. Έχει επειδή έχω καταλήξει από την αρχή. Δεν συζητάμε πολλά με τα μοντέλα μου, δεν θέλω να ξέρω τι νιώθουν. Έρχεται η αύρα τους να διαποτίσει τα πράγματα καθώς μένουν τόσους μήνες στην ίδια πόζα. Μπαίνουν σε μια αντίληψη εγκλωβισμού» εξηγεί ο ζωγράφος.

Παρενθέσεις του βλέμματος

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο έργο του Ρόρρη έχει ένα στοιχείο που δεν το συναντάμε σε κανέναν άλλο εικαστικό. Τα έργα του έχουν δημιουργηθεί όχι από ένα, αλλά πολλά τελάρα. Κάποιες φορές δύο, άλλες τρία και τέσσερα και πέντε.

Ο ίδιος εξηγεί με ειλικρίνεια ότι αυτό προκύπτει πολλές φορές από το… θράσος του. «Αν δεν πάει καλά ένα έργο, δεν θέλω να το πετάξω. Προτιμώ να επεκτείνω τα όριά του. Πιο σωστά να ανοίγω τις παρενθέσεις του βλέμματος».

O ζωγράφος μας βοηθάει να κατανοήσουμε σε βάθος αυτή την έννοια. «Το βλέμμα καδράρει, ορίσει το χώρο του. Πρέπει α καθορίσει ένα πλαίσιο γιατί το τελάρο που έχεις διαθέσιμο είναι συγκεκριμένο. Έχει δύο οριζόντιες και δύο κάθετες γραμμές. Από τη στιγμή που αυτό που φτιάχνεις σε πνίγει και δεν εξελίσσεται πρέπει να του δώσεις άμεσα λύση. Πρέπει να του δώσεις αέρα, δηλαδή επέκταση. Είναι σαν να κόβω μια φράση από τον κόσμο και να την βάζω ανάμεσα σε δύο παρενθέσεις. Όταν υπάρχει ανάγκη ανοίγεις τι μία και μετά ανοίγεις και την άλλη».

Γυναίκες ενδεδυμένες στην γυμνότητά τους

Κατά τη γνώμη μου η πιο ενδιαφέρουσα ενότητα και συνάμα η πιο όμορφη αίθουσα της έκθεσης είναι αυτή με τους πίνακες γυμνών γυναικών.

«Τα γυμνά έργα του Ρόρρη διακατέχονται από ερωτισμό και όχι πορνογραφία» εξηγεί ο κ. Κουτσομάλλης πριν αρχίσει το βλέμμα να στέκεται σε σώματα γυμνά, απόλυτα εκτεθειμένα στον ζωγράφο.

Ο Ρόρρης είναι από τους λίγους έλληνες ζωγράφους που τόλμησαν να ζωγραφίζουν γυμνά έργα και μάλιστα σε τέτοια έκταση. «Ήθελα να κάνω πορτρέτα γυναικών που είναι ενδεδυμένες στην γυμνότητά τους» διευκρινίζει ο καλλιτέχνης και μας εξηγεί με ποιο τρόπο το μοντέλο όσο περνούσε ο καιρός έδειχνε όλο και περισσότερο εμπιστοσύνη.

«Τα μοντέλα δεν νιώθουν αμηχανία και ντροπή. Επειδή ενεδίδοντο στην γυμνότητά και την ακινησία τους» λέει ο ίδιος. Και όσον αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο έργο, αλλά και κάθε έργο, ο Ρόρρης εξηγεί ότι στην αρχή έχει απόλυτη ελευθερία και είναι πολύ χαρούμενος. Στην πορεία όμως μπαίνουν πλαίσια από τα οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις. Η τέχνη σου λέει πώς να ζωγραφίσεις, εσύ όμως πρέπει να ψάξεις μέσα σου και να βρεις τα κατάλληλα μέσα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο