Δύο τραγούδια της άνοιξης

I

Μου φαίνεται, πως η άνοιξη
Σαν κελαηδά με τρέμει
Μην της ζητήσω ένα σκοπό
Να δώσει του έρωτά μου
Μην της ζητήσω ένα φιλί
Να σου φιλήσω την καρδιά
Να σου χαρίσω δυο φτερά
Και να σε δω δικιά μου

II

Έλα να δεις την άνοιξη που περπατάει
Που με τα σύννεφα αγκαλιά μάς χαιρετάει
Έλα να δεις την κόρη μου πώς έγινε μεγάλη
Και τραγουδάει με μια φωνή που δεν ήταν δικιά της

Και τραγουδάει μ’ ένα παλμό που είναι του κόσμου όλου
Σαν να βρέχει τα χείλια της στη βρύση τ’ ουρανού
Σαν να πετάει η καρδούλα της με κάθε χελιδόνι
Και να μην ξέρει η άνοιξη αν είν’ δικιά της κόρη!

Της ύπαρξης

Ύπαρξη,
Δώρο στην αγνή μας ουσία
Γέλιο που χαράζει
Την παντοτινή νύχτα
Πάνω στις λεύκες
Απαράτησε το στεφάνι σου

Φέρε στο κοιμισμένο δάσος
Το θρόισμα του ονείρου,
Που εμάς τους σιωπηλούς
Εξύπνησε

*Γιώργος Σαραντάρης, «Σαν πνοή του αέρα», εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1999 (επιμέλεια και ανθολόγηση: Μαρία Ιατρού).

 
 

Ο ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Απριλίου 1908.

Οι γονείς του, ο βιοτέχνης και έμπορος Δημήτρης Σαραντάρης και η Ματθίλδη Σωτήρου, κατάγονταν από το Λεωνίδιο Κυνουρίας.

Ο Σαραντάρης έζησε από το 1912 έως το 1931 στην Ιταλία, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του.

Φοίτησε σε ιταλικά σχολεία και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Ματσεράτα.

Από νεαρή ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες.

Ο Σαραντάρης έγραψε τους πρώτους στίχους του (στα ιταλικά και στα ελληνικά) στην Ιταλία, ενώ δημοσίευσε ποιήματα στην ιταλική και τη γαλλική γλώσσα.

Το 1931 ήλθε στην Ελλάδα, προκειμένου να υπηρετήσει στο στρατό και να εργαστεί.

Τελικά, ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα γράμματα και διήγαγε φτωχικά το βραχύ όπως αποδείχθηκε βίο του, αξιοποιώντας ένα μικρό εισόδημα που του είχε παραχωρήσει η οικογένειά του.

Ο Σαραντάρης εισήλθε στους λογοτεχνικούς κύκλους τόσο της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης, έχοντας ενεργό συμμετοχή στις πνευματικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ’30.

Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940 υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού Μετώπου, όπου δεν άντεξε τις κακουχίες και προσεβλήθη από κοιλιακό τύφο.

Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου και έμελλε να αποβιώσει, στις 25 Φεβρουαρίου 1941, σε ηλικία μόλις 33 ετών.

Ο Σαραντάρης πρωτοεμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία το 1933, ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Αγάπες του χρόνου».

Ακολούθησαν  τα «Ουράνια» (1934), τα «Αστέρια» (1935) και τα «Γράμματα σε μια γυναίκα» (1936), καθώς και δημοσιεύσεις πολλών μεμονωμένων ποιημάτων και ποιητικών ενοτήτων, κριτικών δοκιμίων και μεταφράσεων από την ξένη λογοτεχνία σε γνωστά περιοδικά της εποχής εκείνης.

Η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο «Στους φίλους μιας άλλης χαράς», δημοσιευμένη στις αρχές του 1940, έγινε ενθουσιωδώς δεκτή από τον κριτικό Μήτσο Παπανικολάου.

Ο Γιώργος Σαραντάρης υπήρξε ένας από τους πρώτους ανανεωτές έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου και ένας από τους πρώτους εισηγητές του υπαρξισμού στη χώρα μας.

Χρησιμοποιώντας μια εντελώς καινούρια γλώσσα, μια γραφή ρηξικέλευθη, μια έκφραση βαθύτατα προσωπική και συγχρόνως βαθύτατα μεταφυσική, ο Σαραντάρης συνδύασε την ποίηση με τη φιλοσοφία, και μάλιστα με ροπή προς το χριστιανικό υπαρξισμό.

Το ωραίο αυτό ποιητικό πνεύμα, που πίστευε στον πνευματικό προορισμό του ανθρώπου, αντιμετώπισε τα προβλήματα του υπαρξισμού με πρωτότυπη σκέψη.

Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Σαραντάρη, που χαρακτηρίστηκε ο πρώτος μεταφυσικός λυρικός ποιητής της νεότερης Ελλάδας, κινήθηκε στο πλαίσιο της αναζήτησης του απολύτου ενάντια στη φθορά της ανθρώπινης υπόστασης.

Ο Σαραντάρης ασχολήθηκε επίσης με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις ποιητικές μεταφράσεις.

*Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το Λογοτεχνικό Ημερολόγιο των εκδόσεων Γαβριηλίδη.

Πηγή: Αρχείο ΕΛΙΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο