Οι κοινωνίες στον οικονομικά ανεπτυγμένο κόσμο είναι διαιρεμένες, κομμένες στα δύο. Στους νέους και στους γέρους. Το χειροτέρεψε ο κορωνοϊός με τον ηλικιακό του ρατσισμό – στους γεννημένους μετά το 1960 να ρίχνει ένα χαστουκάκι, ένα μπερντάχι ξύλο το πολύ, ενώ τα παιδιά της Κατοχής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς να τα θερίζει. Οι ηλικιωμένοι ανακηρύχθηκαν κατά την πανδημία προστατευόμενο είδος. Περίσσεψαν όσοι – ως μικροί Τσιόδρες – απευθύνουν γοερές εκκλήσεις να σώσουμε «τη γιαγιά και τον παππού», να σεβαστούμε τους πρεσβύτες «φίλους μας». Δεν ξέρω εσείς, εγώ πάντως εάν με έκανε ο καθένας αφορμή για να παριστάνει τον καλό, θα λαχταρούσα να τον πιάσω στις γρήγορες, έστω με τη μαγκούρα μου. Ο οίκτος, που στις μέρες μας αποκαλείται ευαισθησία, είναι ό,τι πιο αποτρόπαιο για τον αποδέκτη του. Χίλιες φορές προτιμώ να με φοβούνται, να με σιχαίνονται ακόμα – ακόμα, παρά να με λυπούνται και να μου το δείχνουν.

Οχι ότι η δαιμονοποίηση του γήρατος δεν προϋπήρχε του Covid-19. Εδώ και δεκαετίες εκλαμβάνεται σχεδόν σαν αρρώστια. Οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν ό,τι μπορούν για κρύψουν τα συμπτώματά της. Βάφουν-προσθέτουν μαλλιά, σιδερώνουν επιδερμίδες, εμφυτεύουν απαστράπτουσες οδοντοστοιχίες. Γίνονται εμμονικοί με τη γυμναστική ή – αν έχουν το κομπόδεμα πολύ χοντρό – σμίγουν με ταίρια τρεις και τέσσερις δεκαετίες νεαρότερά τους, μεταμορφώνονται σε βαμπίρ που ρουφάνε φρέσκο αίμα… Τα ψέματα τελειώνουν κάποτε. Στα βλέμματα των γύρω σου διαβάζεις ότι είσαι απόμαχος, δείγμα μιας περασμένης εποχής. Σου μένει, αν έχεις τα οδοιπορικά, ο δρόμος της αυτοεξορίας. Οι εύποροι υπερήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταναστεύουν μαζικά στον Νότο. Η Φλόριντα με το γλυκό της κλίμα και τις ιατρικές υποδομές της ψωμίζεται εν πολλοίς ως νεκροταφείο ελεφάντων με λουλουδάτα πουκάμισα. Οι Βορειοευρωπαίοι καταφεύγουν στην Κρήτη και στη Μάνη, στη Σικελία και στη Μαγιόρκα. Βλέπουν τα παιδιά τους μέσω σκάιπ καμιά φορά τον μήνα, ανταλλάσσουν ευχές τα Χριστούγεννα και σε γενέθλια. Τα παιδιά των παιδιών τους αμυδρά τους θυμούνται. Οι γέροντες σε περιβάλλοντα οικονομικά ασθενέστερα είναι εκ πρώτης όψεως πιο τυχεροί. Στην Ελλάδα ιδίως της κρίσης, η σύνταξή τους ανεδείχθη αν όχι στο βασικό εισόδημα του νοικοκυριού, στο χαρτζιλίκι τουλάχιστον των μικρότερων. Εγγόνια τους συνόδευαν στην τράπεζα για να την εισπράξουν, τους τη «φορολογούσαν» έπειτα και τους πάρκαραν μπροστά στην τηλεόραση. Οι περισσότεροι ογδοντάρηδες ξέρουν απέξω κι ανακατωτά κάθε σήριαλ. Τους κοιτάζει συχνότερα και στοργικότερα ο Αδωνις Γεωργιάδης από το γυαλί, παρά οι κατιώντες τους. Οσο βαραίνουν τα χρόνια, πυκνώνει η μοναξιά και θολώνει το μυαλό, τόσο συχνότερα όποτε σου λέει «καλησπέρα» ο εκφωνητής των ειδήσεων τον αντικαλησπερίζεις…

Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν μιλάω μόνο για εμάς που κάποια γιαγιά, κάποιος παππούς μας μεγάλωσε και παραμένει – κι ας έχει τόσα χρόνια συγχωρεθεί – σημείο αναφοράς μας, καντηλάκι μας. Αναφέρομαι στην πορεία σύσσωμης της ανθρωπότητας από την παλαιολιθική εποχή μέχρι την επικράτηση της «πυρηνικής» οικογένειας – ζευγάρι με παιδιά στο δικό του σπίτι και οι λοιποί συγγενείς να κρατιούνται σε αυστηρή απόσταση. Της πυρηνικής, η οποία οδηγεί – νομοτελειακά σχεδόν – στη μονογονεϊκή οικογένεια.

Επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, οι γεροντότεροι έπαιζαν τον πιο κρίσιμο ρόλο. Ενώ οι κόρες και οι γιοι τους μοχθούσαν για τον επιούσιο, εκείνοι διαπαιδαγωγούσαν τα εγγόνια. Το «αφήγημα», οι αξίες και οι αρχές, της φατρίας και της κοινωνίας μεταβιβαζόταν από την κάθε γενιά στη μεθεπόμενή της. Αποσταγμένο συνήθως από εφήμερα πάθη.

Μια από τις παθογένειες του καιρού μας είναι ότι οι άνθρωποι αρνούνται, καθυστερούν έστω πάρα πολύ να τεκνοποιήσουν επειδή το αντιλαμβάνονται ως περισπασμό από τη σταδιοδρομία ή και το ευ ζην τους. Και δικαιολογημένα. Οι άδειες, τα επιδόματα αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, παρηγορητικά και ατελέσφορα μέτρα. Μια λύση βλέπω. Να επανέλθουμε, με σημερινούς βεβαίως όρους, στην παράδοση.

Οι πολύ νέοι να γεννάνε. Και οι γονείς τους – ελαφρυμένοι λόγω ηλικίας από το άγχος της καριέρας – να αναλαμβάνουν την ανατροφή των παιδιών.

Η γιαγιά και ο παππούς αντί να σπρώχνονται στο περιθώριο, αντί να λειτουργούν σαν λύση ανάγκης, να επανέλθουν δυναμικά στο προσκήνιο του οικογενειακού βίου. «Κάντε παιδιά κι εμείς θα σας τα μεγαλώσουμε!» – υπάρχει πιο καθησυχαστική κουβέντα; Ποιος δεν θα ήθελε να καρποφορήσει στα είκοσι, στα είκοσι πέντε, όταν το αίμα βράζει, οι χυμοί ξεχειλίζουν; Ποιος που τα απόλαυσε δεν νοσταλγεί τα χάδια της γιαγιάς, τα αστεία του παππού; Και ποιος στα πενήντα πέντε – ή και στα εβδομήντα του ακόμα – δεν λαχταράει έναν νέο ρόλο, ένα καινούργιο ξεκίνημα; Ο κόσμος στα καλύτερά του δεν είναι άθροισμα ατόμων, ευπαθών και μη ομάδων, που περιχαρακώνονται, αλληλοϋποβλέπονται ή ελεεί η μία την άλλη. Χορωδία είναι. Κοινωνία προσώπων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο