Γράφει η Βάσω Μιχοπούλου

Η πανδημική κρίση που προκλήθηκε από την COVID-19 ανέδειξε για μια ακόμη φορά, μαζί με την ανάγκη μιας ισχυρής δημόσιας λογοδοσίας των εθνικών κυβερνήσεων για τον τρόπο διαχείρισής της, την ανάγκη προστασίας των whistleblowers (μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος). Η επίπληξη αρχικά και αργότερα ο τραγικός θάνατος του Κινέζου οφθαλμίατρου Li Wenliang, ο οποίος στα τέλη του Δεκέμβρη του 2019 επιχείρησε να σημάνει συναγερμό για τη φονική επιδημία του νέου κορωναϊού στην Κίνα έδειξε στον κόσμο πόσο σημαντικό είναι για τους επαγγελματίες να καταγγέλλουν παράνομες δραστηριότητες που βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, αλλά ακόμη περισσότερο πόσο ζωτικής σημασίας είναι το να μην φιμώνονται.

Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες οι εργαζόμενοι του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα είναι η πιο σημαντική, έγκυρη, ταχύτερη και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, η μοναδική πηγή αποκάλυψης παρανομιών και δυσλειτουργιών που θίγουν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, τη δημοσιονομική ακεραιότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το περιβάλλον και το κράτος δικαίου. Ειδικότερα όταν λαμβάνονται αποφάσεις σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συχνά μακριά από δημοκρατικό έλεγχο, οι καταγγέλλοντες μπορούν να διαδραματίσουν ζωτικό ρόλο στην έγκαιρη προειδοποίηση.

«Το Whistleblowing, που ορίζεται ως η πράξη αποκάλυψης από τα μέλη ενός οργανισμού παράνομων ή ανήθικων πρακτικών ή συμπεριφορών, έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα ισχυρό εργαλείο για την καταπολέμηση και την πρόληψη δράσεων που υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον. Το δικαίωμα των πολιτών να καταγγέλλουν την παρανομία είναι φυσική προέκταση του θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και συνδέεται με τις αρχές της διαφάνειας και της ακεραιότητας,» εξηγεί ο Δρ. Βασίλης Σταματόπουλος που είναι συνιδρυτής της εταιρίας παροχής υπηρεσιών whistleblowing “Fraud Line” και μέλος της Επιτροπής Ηθικής και Δεοντολογίας στο ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος.

Προστασία του whistleblowing εν καιρώ κορωναϊού

Τον περασμένο Απρίλιο με εντολή Τραμπ, ο κυβερνήτης του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt πληρώματος 4000 ατόμων, Μπρετ Κροζίερ, απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του γιατί τόλμησε να απευθύνει δραματική έκκληση να απομακρυνθούν από το σκάφος του οι δεκάδες ναύτες που είχαν μολυνθεί από τον κορωναϊό. Αντίστοιχα ένας καθαριστής αεροσκαφών και ο εκπρόσωπος της ένωσης των εργαζομένων στην αεροπορική εταιρεία Qantas απολύθηκαν επειδή εξέφρασαν την ανησυχία τους για τη μη σωστή εφαρμογή του προβλεπόμενου πρωτοκόλλου απολύμανσης των αεροσκαφών εν μέσω πανδημίας.

Περιπτώσεις όπως οι παραπάνω οδήγησαν τον Αυστραλό Καθηγητή Δημόσιας Πολιτικής & Διακυβέρνησης και μέλος ΔΣ του διεθνούς οργανισμού Transparency International (Διεθνής Διαφάνεια), A. J. Brown από το πανεπιστήμιο Griffith να ηγηθεί τον περασμένο Απρίλιο ενός παγκόσμιου συνασπισμού υπέρ της προστασίας των whistleblowers και να συντάξει μια επιστολή με τίτλο: “Make Whistleblowing Safe During COVID-19 and Beyond” καταγγέλλοντας δραματικά λάθη από αξιωματούχους και Αρχές διαφόρων χωρών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Αυτή η παγκόσμια κινητοποίηση ξεκίνησε από δυο κοινωνικές ομάδες, την Ιταλική “The Good Lobby” και την Ισπανική “Fibgar” σε δύο χώρες που έχουν πληγεί σοβαρά από την πανδημία της COVID-19. Περισσότεροι από 50 φορείς και οργανισμοί, ενώσεις, ομάδες εμπειρογνωμόνων και συνδικάτα ανά τον κόσμο υπογράφοντας την παραπάνω επιστολή καλούν τις εθνικές Αρχές και τους δημόσιους οργανισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο να προστατεύσουν εκείνους που καταγγέλλουν ή εκθέτουν παράνομες δυσλειτουργίες, στο πλαίσιο της επαγγελματικής απασχόλησή τους, κατά τη διάρκεια της υφιστάμενης κρίσης λόγω της COVID-19.

Με την επιστολή ενθαρρύνουν όλους τους πολίτες και τους εργαζόμενους ανά τον κόσμο να συμμετάσχουν στην συλλογική αυτή προσπάθεια για τη διασφάλιση της δημόσιας λογοδοσίας των υπευθύνων των εθνικών κυβερνήσεων και των δημόσιων οργανισμών, αλλά και για την προάσπιση  των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών. «Έχουμε συνδυάσει το whistleblowing μόνο με οικονομικής φύσης εγκλήματα, καθώς ξεκίνησε αρχικά με σκοπό την προστασία της κοινωνίας και των εταιρειών από το οικονομικό έγκλημα και την εταιρική απάτη. Ωστόσο, σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς η κοινωνία αντιμετωπίζει περισσότερες και ίσως πιο σημαντικές απειλές, όπως είναι οι παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, οι κίνδυνοι για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή των πολιτών, η σεξουαλική παρενόχληση, οι διακρίσεις και ο ρατσισμός, η ψυχολογική και σωματική βία που πλήττουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επιχειρήσεις και την κοινωνία μας», υπογραμμίζει ο Δρ. Σταματόπουλος.

Έχουν ήδη καταγραφεί σε παγκόσμιο επίπεδο περιπτώσεις αδικοπραξίας και κακής διαχείρισης στα δημόσια ιδρύματα, στην αγορά, αλλά και στον επιχειρηματικό τομέα ως αποτέλεσμα της πανδημίας. Οι τομείς αναδυόμενης ανησυχίας περιλαμβάνουν τον μηχανισμό προμήθειας και παράδοσης υλικών των συστημάτων υγείας, τις δημόσιες συμβάσεις, τις παραβιάσεις της ασφάλειας και το εργατικό δίκαιο, τις αθέμιτες και ανεπαρκείς παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, τις αθέμιτες πρακτικές ανταγωνισμού και τις καταχρήσεις της αγοράς, καθώς και σημαντικές παραβιάσεις των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας μέσω της ψηφιακή παρακολούθηση ατόμων. Επίσης υπήρξαν περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, όπως, για παράδειγμα, η επιλεκτική μεταχείριση κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών για φίλους ή οικογένεια, η προτεραιότητα πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες ή εξαιρέσεις για εκείνους που παρακάμπτουν τους κανόνες καραντίνας.

Ισχυρή προστασία των πληροφοριοδοτών βάσει ευρωπαϊκής οδηγίας

Η ευρωπαϊκή  Οδηγία 2019/1937/EE «σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του Δικαίου της Ένωσης» που ψηφίστηκε πέρσι περιλαμβάνει την ισχυρή προστασία των whistleblowers από αντεκδίκηση, απόλυση ή άλλες επιπτώσεις όταν αυτοί αποκαλύπτουν πληροφορίες που αφορούν παραβίαση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και των πολιτικών. Τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται να ενσωματώσουν την οδηγία της ΕΕ για την προστασία των πληροφοριοδοτών στην εθνική έννομη τάξη τους έως το 2021. Ενώ αυτά είναι καλά νέα για τους ευρωπαίους πολίτες, φαίνεται πως μόνο οι νόμοι, όσο ισχυροί και αν είναι, δεν μπορούν να εγγυηθούν την ολοκληρωμένη προστασία των μαρτύρων.

Για την προώθηση της εφαρμογής, της κατανόησης και της ευρείας υποστήριξης και προστασίας των ατόμων που αναφέρουν παραβάσεις, χρειάζονται καινοτόμες και αποτελεσματικές προσεγγίσεις, καθώς και η συνεργασία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. «Μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη έχουν θέσει σε ισχύ, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, σχετικούς νόμους με πολύ μεγάλες διάφορες σε ότι αφορά το πνεύμα και το πεδίο εφαρμογής. Οι νομοθεσίες κυμαίνονται από πολύ ώριμες μέχρι εξαιρετικά ανεπαρκείς. Δυστυχώς η Ελλάδα βρίσκεται στο αρνητικό άκρο με νομοθεσία που δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που λύνει. Ευτυχώς,, παρά τη μεγάλη καθυστέρηση, η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία ψηφίστηκε τον Οκτώβριο του 2019 και αναμένεται να τεθεί σε ισχύ μέχρι τα τέλη του 2021.

Η ευρωπαϊκή οδηγία έρχεται να βάλει μια σειρά και να ομογενοποιήσει το σκηνικό θέτοντας ένα ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Στη χώρα μας έχει ήδη συγκροτηθεί νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την κατάρτιση σχεδίου νόμου η οποία αναμένεται να ολοκληρώσει τις εργασίες της στο τέλος Οκτωβρίου 2020», διευκρινίζει ο Βασίλης Σταματόπουλος, συμπληρώνοντας πως την ίδια στιγμή η Αμερική έχει αναπτύξει σχετική νομοθεσία από το 2002 μετά από μια σειρά σκανδάλων που συγκλόνισαν τον επιχειρηματικό κόσμο και την κοινωνία, όπως τα Enron και Wordcom όπου και στις δύο περιπτώσεις οι whistleblowers ήταν γυναίκες. «Η νομοθεσία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας κοινωνικής και επιχειρηματικής κουλτούρας στα θέματα διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος, καταπολέμησης της διαφθοράς, και στην ενδυνάμωση της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Η Ευρώπη, παρότι συγκλονίστηκε από μεγάλου μεγέθους οικονομικά σκάνδαλα απάτης και διαφθοράς με τεράστιο αντίκτυπο, δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στην αντιμετώπιση του προβλήματος». Αξίζει να σημειωθεί πως τέτοια μεγάλα σκάνδαλα όπως της Siemens και της VW Dieselgate δεν ξεσκεπάστηκαν από whistleblowers αλλά από αμερικάνικους φορείς. Αντίστοιχα σκάνδαλα σε επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων εισηγμένων σε διεθνή χρηματιστήρια ή με διεθνή δραστηριότητα, με μεγάλες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και βαρύ πλήγμα στο επιχειρηματικό brand name της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές αποκαλύφθηκαν από φορείς της Βόρειας Αμερικής.

Προχωρούν οι καταγγελίες στην Ελλάδα;

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν μετά την ενίσχυση της προστασίας των πληροφοριοδοτών στην Ελλάδα οι καταγγελίες προχωρούν ή μένουν πίσω; Σύμφωνα με τον Βασίλη Σταματόπουλο παρότι το νομικό πλαίσιο είναι εξαιρετικά ανεπαρκές παρατηρείται μια δραστηριότητά στον τομέα: «Με την ομάδα μου και μετά από προσωπικές εμπειρίες στον ιδιωτικό τομέα ξεκινήσαμε να ασχολούμαστε διερευνητικά με το whistleblowing το 2014, σε μια εποχή που ο όρος ήταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστος, καθώς είδαμε στην πράξη τις επιπτώσεις της απάτης και της διαφθοράς στις επιχειρήσεις και στους εργαζόμενους.  Από τότε τα πράγματα έχουν ωριμάσει πολύ και διακρίνουμε μια μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία των επιχειρήσεων. Τον τελευταίο χρόνο έχουμε εγκαταστήσει ολοκληρωμένα συστήματα whistleblowing για ελληνικές επιχειρήσεις με πολυεθνική δραστηριότητα ή μετοχική σύνθεση. Με τον χρόνο όλο και περισσότερες επιχειρήσεις θα καταλάβουν ότι η εταιρική ακεραιότητα και το whistleblowing είναι κάτι που θα αυξήσει την βιωσιμότητα τους, θα τις κάνει πιο ανθεκτικές σε κρίσεις και θα ενισχύσει τη δυνατότητα τους να εκμεταλλευτούν την επερχόμενη ανάκαμψη»

Είναι ουτοπική η πεποίθηση ότι μόνο με την αλλαγή της νομοθεσίας πρόκειται να αλλάξουν τα πάντα. Αυτό που πρέπει να αλλάξει σε βάθος χρόνου είναι η νοοτροπία και το αίσθημα εμπιστοσύνης του εργαζόμενου και του πολίτη απέναντι στις επιχειρήσεις και τους θεσμούς. Η αλλαγή της νομοθεσίας είναι ένα πολύ μεγάλο και απαραίτητο πρώτο βήμα αλλά πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα. «Η νομοθεσία που θα προκύψει από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή και τη δημόσια διαβούλευση θα πρέπει να είναι τολμηρή και όταν ψηφιστεί θα πρέπει να εφαρμοστεί απαρέγκλιτα. Ταυτόχρονα θα πρέπει να υπάρξει μία δημόσια καμπάνια συνηγορίας και ευαισθητοποίησης των πολιτών και του επιχειρηματικού κόσμου για την ορθή εφαρμογή του whistleblowing καθώς και προβολή περιπτώσεων εφαρμογής της νομοθεσίας όπου άτομα που ευαισθητοποιήθηκαν και τόλμησαν να καταγγείλουν, τελικά προστατεύτηκαν και δικαιώθηκαν. Η εκπαίδευση και η ευαισθητοποίηση είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει το whistleblowing προς όφελος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας», καταλήγει ο Βασίλης Σταματόπουλος.

Τα ΜΜΕ  ως amplifiers των whistleblowers

Οι ειδικοί στον τομέα του whistleblowing επισημαίνουν και τον σημαντικό ρόλο των ΜΜΕ, ωστόσο συνιστούν στους μάρτυρες μεγάλη προσοχή όταν αποφασίζουν να αναδείξουν κάποιο περιστατικό καταφεύγοντας στα ΜΜΕ, καθώς ενδέχεται να αντιμετωπίσουν νομικούς ή άλλους κινδύνους. «Μόνο μια υποψία δεν αρκεί για να μεταφέρει κάποιος εκτός της εταιρίας οποιαδήποτε πληροφορία παραβιάζοντας το σύμφωνο εμπιστευτικότητας. Προσωπικά θα συνιστούσα σε όποιον αποφασίσει να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια να ζητήσει προηγουμένως εξειδικευμένη νομική υποστήριξη και να σταθμίσει τους όποιους κινδύνους. Το whistleblowing απαιτεί τόλμη και είναι σίγουρα ένα προσωπικό ρίσκο για οποιονδήποτε αποφασίσει να μιλήσει, όσο μεγάλη προστασία και να υπάρχει», συμβουλεύει ο Δρ. Σταματόπουλος.

Σύμφωνα με τους ειδικούς του χώρου το whistleblowing ως εκδήλωση της ελευθερίας της έκφρασης θα πρέπει όχι μόνο να προστατεύεται αλλά και να προβάλλεται από τα ΜΜΕ με θετικό τρόπο, καθώς το ηθικό πρόσημο είναι σε κάθε περίπτωση θετικό. Η εφαρμογή των καλών πρακτικών της ερευνητικής δημοσιογραφίας, η επιβεβαίωση της εγκυρότητας των πηγών πριν τη δημοσίευση ευαίσθητων πληροφοριών που μπορεί να βλάψουν τη φήμη και την οικονομική υπόσταση ατόμων και επιχειρήσεων, αλλά και την αξιοπιστία των ίδιων των ΜΜΕ, η προστασία του μάρτυρα σε περίπτωση που το όνομά του βγει τελικά στην δημοσιότητα, κάτι το οποίο είναι εξαιρετικά πιθανό σε high profile υποθέσεις, η αποφυγή χαρακτηρισμών όπως «καρφί» ή «ρουφιάνος» που στιγματίζουν τον whistleblower, καθορίζουν τη συμβολή των ΜΜΕ.

«Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και πλέον ο «κακός» είναι αυτός που παραβιάζει την νομοθεσία και βλάπτει ή ακόμα θέτει σε κίνδυνο τους συναδέλφους του και «καλός» είναι αυτός που ευαισθητοποιείται, που βρίσκει το θάρρος και αναφέρει προστατεύοντας τον εαυτό του, τους συναδέλφους του και την επιχείρηση στην οποία εργάζεται. Οι ανώνυμες αναφορές αποτελούν θέμα ταμπού όχι μόνο στην χώρα μας αλλά σε ολόκληρη την Νότια Ευρώπη, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό οι δημοσιογράφοι να γνωρίζουν ότι ο αθέμιτος ανταγωνισμός και το οικονομικό έγκλημα μπορεί να χρησιμοποιήσει το whistleblowing για να επιτεθεί κατά ατόμων, επιχειρήσεων ή ακόμα και κρατών μέσω της διασποράς fake news», καταλήγει ο Δρ. Σταματόπουλος, ο οποίος υποστηρίζει πως μόνο όταν τα ΜΜΕ προβάλουν παραδείγματα επιτυχημένης εφαρμογής της νομοθεσίας θα κερδηθεί σε μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη των πολιτών και θα εδραιωθεί μια κουλτούρα διαφάνειας και λογοδοσίας στις επιχειρήσεις και την κοινωνία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο