Οι Φιλιππίνες έχουν επιβάλει τα αυστηρότερα μέτρα περιορισμού της πανδημίας στον κόσμο. Όμως, η αμφισβήτησή τους μπορεί να έχει πολύ επικίνδυνες συνέπειες.

Στα μέσα Μαρτίου, ο πρόεδρος των Φιλιππίνων Ροντρίγκο Ντουτέρτε έβαλε τμήματα της χώρας σε καραντίνα, η οποία εντέλει διήρκεσε 80 ολόκληρες ημέρες. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σκληρά lockdown του πλανήτη.

Οι διαδηλώσεις κατά της απώλειας θέσεων εργασίας και της έλλειψης τροφίμων που σημειώθηκαν εκείνη την περίοδο αντιμετωπίστηκαν με ισχυρή αστυνομική παρέμβαση και μαζικές συλλήψεις. Τον Απρίλιο, ο Ντουτέρτε δήλωσε δημόσια ότι η αστυνομία θα έπρεπε να «πυροβολήσει μέχρι θανάτου» όποιον παραβίαζε τους κανόνες.

«Δεν θα διστάσω. Οι εντολές μου απευθύνονται στην αστυνομία, το στρατό και τους διοικητικούς: Αν φανούν απείθαρχοι και σας αντισταθούν και οι ζωές σας είναι σε κίνδυνο, σκοτώστε τους», δήλωσε σε ομιλία του.

Αν και οι περιορισμοί χαλάρωσαν τον Ιούνιο, εξαιτίας φόβων για την οικονομία, τα κρούσματα έχουν έκτοτε αυξηθεί με τις Φιλιππίνες να έχουν το δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό επιβεβαιωμένων λοιμώξεων στη Νοτιοανατολική Ασία.

Η χώρα ανακοίνωσε την μεγαλύτερη ημερήσια αύξηση στα νέα κρούσματα την Κυριακή, σύμφωνα με το CNN, καταγράφοντας 5.032 λοιμώξεις σε 24 ώρες. Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί 100.000 κρούσματα στη χώρα των 106 εκατομμυρίων κατοίκων.

Η Μανίλα, η πρωτεύουσα της χώρας, αναμένεται να μπει και πάλι σε ένα τροποποιημένο lockdown από τα μεσάνυχτα της Τρίτης, με τα άτομα κάτω των 21 και άνω των 60 ετών να είναι υποχρεωμένα να παραμείνουν στο σπίτι. Το ίδιο ισχύει και για όσους ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες.

Όμως τη στιγμή που εκατομμύρια Φιλιππινέζων επιστρέφουν σε lockdown, επικριτές του προέδρου τον κατηγορούν ότι η νέα αντιτρομοκρατική νομοθεσία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να φιμώσει ακόμη περισσότερο τους διαφωνούντες – ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον ιό.

Οι υποστηρικτές του νόμου, ο οποίος διευρύνει σημαντικά τον ορισμό της τρομοκρατίας, δηλώνουν ότι είναι απαραίτητος για την εθνική ασφάλεια, ενώ αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για την προστασία των Φιλιππίνων από τους τρομοκράτες. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει το lockdown ως πρόφαση για να εισάγει το νόμο με τις ελάχιστες δυνατές αντιδράσεις.

«Αν συνέβαινε σε μια περίοδο χωρίς καραντίνα, θα είχαμε μαζικές διαδηλώσεις», εξηγεί η Μαρία Ρέσα, δημοσιογράφος και επικρίτρια της κυβέρνησης Ντουτέρτε. «Για τους Φιλιππινέζους, αυτό δεν είναι επικίνδυνο μόνο για να μην κολλήσουν τον ιό, αλλά και γιατί ενδέχεται να συλληφθούν. Και αν δεν σε σκοτώσει ο ιός, η φυλακή θα το κάνει».

Ανεργία – ρεκόρ

Ήδη πριν το ξέσπασμα του κοροναϊού, ένας στους πέντε πολίτες των Φιλιππίνων ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας. Τώρα, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο.

Τα αυστηρά μέτρα κατέστρεψαν την οικονομία της χώρας. Η κυβέρνηση Ντουτέρτε εισήγαγε το νόμο «Υγεία ως Ένας» τον Μάρτιο, που προοριζόταν για τη στήριξη εκατομμυρίων φτωχών οικογενειών κατά τη διάρκεια της πανδημίας, προσφέροντας επίδομα δύο μηνών.

Ο ίδιος νόμος, όμως, έδινε στον Ντουτέρτε έκτακτες εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να επιτάξει ιδιωτικές κλινικές και δημόσιες συγκοινωνίες. Στο πλαίσιο του νέου νόμου, όποιος παραβίαζε τα μέτρα της καραντίνας διακινδύνευε ποινή κάθειρξης δύο μηνών ή προστίμου $20.000.

Παρά τις προσπάθειες άμβλυνσης του πλήγματος στην οικονομία, εκατομμύρια εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους ως αποτέλεσμα lockdown. Και καθώς τα μέτρα παρέμεναν ενεργά, οι εντάσεις αυξάνονταν.

Πάταξη των διαδηλώσεων

Την 1η Απριλίου, κάτοικοι της Μανίλα διαδήλωσαν απαιτώντας υποστήριξη από τις αρχές με τη μορφή της παροχής τροφίμων. Η αστυνομία διέλυσε τη διαμαρτυρία και συνέλαβε 21 άτομα για τη διοργάνωση πορείας χωρίς άδεια. Η κυβέρνηση αρνήθηκε τις κατηγορίες για έλλειψη βοήθειας στο θέμα της τροφής, λέγοντας πως διένειμε διαρκώς αγαθά σε όλη την πόλη.

Η Θέλμα Κατσόλα, ο σύζυγος της οποίας συνελήφθη στη διαδήλωση, δήλωσε στο CNN ότι δεν θα είχαν βγει αν είχαν λάβει αγαθά πρώτης ανάγκης. «Θα πεθάνουμε από την πείνα και όχι από τον κοροναϊό», είπε χαρακτηριστικά.

Βίντεο από τη διαδήλωση απεικονίζει διαδηλωτές να διαλύονται βίαια από τους αστυνομικούς – ανάμεσά τους και ηλικιωμένοι. Την ίδια μέρα, ο Ντουτέρτε έδωσε στους αστυνομικούς την άδεια να σκοτώνουν.

Συνολικά, μεταξύ του Μαρτίου και του Ιουλίου, η αστυνομία δήλωσε ότι έχει προχωρήσει σε περισσότερες από 70.000 συλλήψεις για παραβίαση των μέτρων για τον κοροναϊό. Ο αριθμός είναι τόσο υψηλός ώστε οι αρχές να δηλώνουν ότι αναγκάστηκαν να είναι ελαστικοί γιατί δεν είχαν επαρκή κελιά για όλους τους παραβάτες.

Πολλοί αφέθηκαν με προειδοποίηση ή τιμωρήθηκαν με πρόστιμα, όμως πολλοί εξ αυτών φυλακίστηκαν.

Ομάδες ανθρώπινων δικαιωμάτων ισχυρίζονται ότι πολλοί από τους συλληφθέντες βίωσαν δημόσια διαπόμπευση στα χέρια της τοπικής αστυνομίας. Μεταξύ τους και άτομα της κοινότητας LGBT που υποστηρίζουν ότι εξαναγκάστηκαν από τους αστυνομικούς να φιλιούνται μεταξύ τους.

Ο νέος νόμος

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο νέος αντιτρομοκρατικός νόμος είναι απαραίτητος για την καταπολέμηση της στρατιωτικοποίησης των μουσουλμάνων στο νότο της χώρας. Στο πλαίσιό του, ο όρος τρομοκρατία επεκτείνεται, ενώ επιτρέπει τη σύλληψη των υπόπτων χωρίς ένταλμα και την κράτησή τους ακόμη και για 24 ημέρες.

«Η υπογραφή του συγκεκριμένου νόμου καταδεικνύει τη σοβαρή δέσμευσή μας στην πάταξη της τρομοκρατίας που μαστίζει τη χώρα εδώ και καιρό και έχει προκαλέσει ανείπωτο πόνο και τρόμο σε πολλούς από τους ανθρώπους μας», δήλώσε σε ανακοίνωσή του ο εκπρόσωπος τύπου του προέδρου, Χάρι Ροκ.

Τον Μάιο, το ABS-CBN, ένα από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα της χώρας αναγκάστηκε να κλείσει, αφού η άδεια λειτουργίας του δεν ανανεώθηκε. Οι επικριτές περιγράφουν την απόφαση ως πλήγμα στην ελευθερία του Τύπου, σε μια επικίνδυνη στιγμή, εν μέσω μιας πανδημίας, όταν οι πληροφόρηση είναι πιο σημαντική από ποτέ.

«Ο πρόεδρος Ντουτέρτε αρέσκεται να δηλώνει ότι κυβερνά με τη βία και το φόβο. Είναι βέβαιο ότι αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο με τον κοροναϊό», δήλωσε η Μαρία Ρέσα, η οποία έχει καταδικαστεί για λίβελο εξαιτίας άρθρου που δημοσίευσε τον Ιούνιο και στο οποίο σύγκρινε τις τακτικές του Ντουτέρτε κατά τη διάρκεια της πανδημίας με εκείνες κατά τη διάρκεια του διαβόητου «πολέμου στα ναρκωτικά» που είχε κηρύξει ο πρόεδρος από το 2016.

Ιδιαιτέρως ο αντιτρομοκρατικός νόμος έχει προκαλέσει αγωνία για την πιθανή χρήση του νόμου για τη φίμωση της κριτικής προς την κυβέρνηση.

«Ο αντιτρομοκρατικός νόμος αναμένεται να οδηγήσει σε καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων», εξηγεί ο Φιλ Ρόμπερτσον, διευθυντής του Παρατηρητηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων για την Ασία. «Ο νόμος ανοίγει το δρόμο για αναίτιες συλλήψεις και τεράστιες ποινές σε άτομα ή εκπροσώπους οργανισμών που έχουν δυσαρεστήσει τον πρόεδρο».

Οι υποστηρικτές του νόμου αρνούνται αυτές τις κατηγορίες, σημειώνοντας ωστόσο ότι υπό το νέο νόμο οι διαμαρτυρίες και οι επικρίσεις προστατεύονται από τη στιγμή που δεν «προκαλούν σημαντικό κίνδυνο στη δημόσια ασφάλεια».

Πηγή: www.cnn.com

Γράψτε το σχόλιό σας