Εκείνη την εξωφρενική φράση του πανίσχυρου υπουργού προς τον διωκόμενο επιχειρηματία – «θα ζητήσω από τον Παπαγγελόπουλο να μου φέρει την ίδια την τύπισσα και θα της πω ανοιχτά περί τίνος πρόκειται» – θα μπορούσαμε, καλή τη πίστη, να την αγνοήσουμε. Να μην την πάρουμε τοις μετρητοίς. Να δεχθούμε ότι «δεν απηχούσε τις αυθεντικές πεποιθήσεις» του υπουργού. Οτι, στ’ αλήθεια, δεν θα καλούσε ποτέ την «τύπισσα» – την επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς. Ούτε θα της έκανε συστάσεις. Ή να πιστέψουμε ότι εκείνη, ακόμη κι αν τον άκουγε να της λέει «κορίτσι μου έχεις καταλάβει τι πας να κάνεις;», θα τον έβαζε στη θέση του και θα έφευγε χτυπώντας την πόρτα πίσω της.

Μα κάτι σε αυτήν τη φράση σκαλώνει. Σκαλώνει σε πολλά μικρά και μεγαλύτερα που ειπώθηκαν, επιχειρήθηκαν, έγιναν. Και κάνουν τη μοιραία φράση να μοιάζει να απηχεί το «πνεύμα της εποχής». Σκαλώνει και σε όσα ξέρουμε τώρα πια για την υπόθεση που χαρακτηρίστηκε ως το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους».

Οι 15 σελίδες της απόφασης της SEC, της πανίσχυρης ελεγκτικής επιτροπής του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης – για τη δράση της Novartis στη Νότιο Κορέα, το Βιετνάμ, την Ελλάδα και την Κίνα – θα μπορούσαν να γίνουν ένα πικρό μάθημα πατριδογνωσίας. Ή ύλη για ένα πολιτικό μανιφέστο.

Οχι πως μας μαθαίνει η απόφαση κάτι που δεν ξέραμε. Ναι, η Novartis δωροδοκούσε γιατρούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα – 60 ευρώ ανά συνταγή και 5.000 κατά κεφαλή για έξοδα συμμετοχής σε συνέδρια – προκειμένου να υπερσυνταγογραφούν κάποια φάρμακά της εις βάρος του ανταγωνισμού. Συνολικά, κάποιοι γιατροί εισέπραξαν έως και 38.000 ευρώ. Και η ίδια η Novartis πέτυχε να πλουτίσει αδικαιολόγητα κατά περισσότερο από 70 εκατομμύρια δολάρια εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου. Ηταν αυτό το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως»; Μπορεί και να ήταν. Οχι με κριτήριο το ύψος της ζημιάς. Αν το πρόστιμο που επέβαλαν οι αμερικανικές Αρχές είναι το κριτήριο, τότε το πρόστιμο στη Novartis για τις ελληνικές αμαρτίες της είναι ασήμαντο μπροστά σε πρόστιμα που έχουν επβληθεί από τη SEC σε άλλες φαρμακευτικές εταιρείες για ανάλογες αμαρτίες. Τα πέντε μεγαλύτερα της δεκαετίας κυμαίνονται από 1,5 έως 3 δισ. δολάρια! Μα αν το κριτήριο είναι η διάχυση της διαφθοράς, ο αριθμός των λειτουργών υγείας που ενεπλάκησαν στα σχήματα διαφθοράς, τότε ναι, μπορεί και να είναι ένα από τα μεγαλύτερα. Μόνο που αυτό το σκάνδαλο παραμένει ανέλεγκτο.

Για τις αθέμιτες πρακτικές της στην Ελλάδα, τη Ν. Κορέα, το Βιετνάμ, η εταιρεία δέχθηκε να πληρώσει στις αμερικανικές Αρχές βαρύ πρόστιμο για να μην υποστεί διώξεις. Και για τη ζημιά που προκάλεσε στην Ελλάδα; Σιωπή. Αλλά γιατί; Γιατί στη Ν. Κορέα, την άλλη ομοιοπαθή χώρα, οι εθνικές Αρχές έχουν ήδη επιβάλει πρόστιμο 50 εκατομμυρίων δολαρίων στη Novartis για την υπόθεση αυτή, ήδη από το 2017, και στην Ελλάδα δεν έχει αρχίσει καν ο έλεγχος; Γιατί, τέσσερα χρόνια τώρα, η πολυπράγμων εισαγγελεύς δεν έχει καλέσει καν σε απολογία τον διευθύνοντα σύμβουλό της, τους εμπλεκόμενους γιατρούς, κανείς δεν τους έχει ενοχλήσει και οι δυο-τρεις δίκες που έχουν γίνει σε περιφερειακά δικαστήρια κατέληξαν αθωωτικά;

Η απάντηση είναι απλή, μα συνταρακτική. Η ελέγχουσα δικαιοσύνη δεν καταδέχθηκε να ασχοληθεί με ταπεινά θέματα, με γιατρούς που χρηματίζονταν έναντι συνταγογράφησης. Κυνηγούσε μεγάλα ψάρια. Πολιτικούς που λαδώθηκαν για να διευκολύνουν την εταιρεία να κάνει αυτό που, όπως αποδείχθηκε, μπορούσε να κάνει ερήμην τους, χωρίς τη βοήθειά τους. Αναζητώντας το πολιτικό σκάνδαλο, η ιατρική υπόθεση θεωρήθηκε παρακατιανή ύλη.

«Μα πώς μπορεί να υπάρξει σκάνδαλο Novartis, με συμμετοχή γιατρών, χωρίς εμπλοκή πολιτικών προσώπων;» – είχε αναρωτηθεί ο Αλέξης Τσίπρας σε μια από τις πολλές συζητήσεις για το θέμα στη Βουλή. Ηταν μια αφελής (αλλά ειλικρινής) πεποίθηση, πως μια φαρμακευτική εταιρεία δεν μπορεί να λαδώνει γιατρούς χωρίς προηγουμένως να έχει λαδώσει υπουργούς; Ή ήταν μια κυνική απόπειρα να θανατωθούν ηθικά, να εξουδετερωθούν πολιτικοί αντίπαλοι, με όχημα ένα σκάνδαλο και με την επιστράτευση ανυπόληπτων «προστατευόμενων» μαρτύρων; Μικρή σημασία έχει. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η Δικαιοσύνη αποδέχθηκε τον συλλογισμό, υπηρέτησε τον στόχο. Αφησε ανέλεγκτους τους εμπλεκόμενους γιατρούς και την ίδια την εταρεία και κουκούλωνε μάρτυρες που θα ενέπλεκαν πολιτικούς.

Αν αυτή ήταν μια δικανική επιλογή, μια κακή εκτίμηση δικαστικών λειτουργών, θα ήταν ασυγχώρητο δικαστικό λάθος. Μα αν η Δικαιοσύνη δέχθηκε να υπηρετήσει μια πολιτική προτεραιότητα αντί της δικαιοδοτικής αποστολής της, είναι κάτι πολύ χειρότερο.

Η Χάνα Αρεντ έγραφε πως τα ώριμα πολιτικά συστήματα, στις συνταγματικές δημοκρατίες, συνειδητοποιούν κάποια στιγμή στην ιστορία τους ότι είναι προς το θεμελιώδες και μακρπρόθεσμο συμφέρον τους να υπάρχουν θεσμοί που, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σε περίπτωση κρίσης, παραμένουν εκτός της εξουσίας τους. Στους οποίους δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να βάλουν χέρι: Η Δικαιοσύνη, τα πανεπιστήμια, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία.

Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε – συμβαίνει παντού, ακόμη και στις πιο ώριμες δημοκρατίες: βλέπε τα τραμπικά δράματα των ΗΠΑ –  πολιτικούς που, κατώτεροι της αποστολής τους, αγνοούν το μακροπρόθεσμο κοινό συμφέρον, υπέρ του πρόσκαιρου προσωπικού, πολιτικού, κομματικού συμφέροντος και επιχειρούν να βάλουν στο χέρι εκείνους – ανθρώπους ή θεσμούς – που δεν θα έπρεπε να αγγίζουν. Το πρόβλημα γίνεται βαρύ όταν οι ίδιοι εκείνοι οι θεσμοί, που θα έπρεπε να προασπίζονται την ανεξαρτησία τους, η Δικαιοσύνη προπάντων, υποτάσσουν οικειοθελώς την ανεξάρτητη κρίση τους σε μια πολιτική / κομματική ατζέντα. Γιατί, κατά τας γραφάς, αν το άλας μωρανθεί εν τινι αλισθήσεται;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο