Κατά το γνωστό κλισέ, η πολιτική δεν είναι αγώνας ταχύτητας, αλλά αντοχής, ένας Μαραθώνιος που απαιτεί στρατηγική. Για τους δρομείς τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: προπονούνται για μήνες προτού σταθούν στο σημείο εκκίνησης και επιστρατεύουν τεχνικές για να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες και να ξεχωρίσουν. Ολοι ξέρουν ότι θα έχουν στο πλευρό τους – μέχρι και τον τερματισμό – θεατές και εθελοντές για εμψύχωση, λίγο νερό ή ένα βρεγμένο σφουγγάρι. Αυτό το τελευταίο δεν είναι δεδομένο στην πολιτική.

Γιατί το κοινό μπορεί να… αποχωρήσει απογοητευμένο ανά πάσα στιγμή, αφήνοντας τελικά τον εξαντλημένο «μαραθωνοδρόμο» χωρίς υποστήριξη. Εγινε με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στις 7 Ιουλίου, όταν το μεγάλο στοίχημα της αντοχής πέρασε – μαζί με τα κλειδιά του Μεγάρου Μαξίμου – στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ο ίδιος έστρωνε τον δρόμο για να διευρύνει την επιρροή του στους ψηφοφόρους άλλων πολιτικών χώρων, προκειμένου να στηρίξουν τη συμμετοχή του στον «μαραθώνιο», πολύ πριν από τις εθνικές κάλπες. Και ως Πρωθυπουργός έδειξε εξαρχής τη διάθεση να «κλέψει» τα target group του Αλέξη Τσίπρα και να δώσει πολιτικά το στίγμα ότι διαφέρουν οι ιδεολογίες και οι πρακτικές τους.

Στο πρώτο δίμηνο της διακυβέρνησής του ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί την προεκλογική στρατηγική της «μετριοπάθειας απέναντι στους πολίτες» (αυτή είναι η κεντρική γραμμή, σύμφωνα με στελέχη του) και με κάθε ευκαιρία στέλνει πολλαπλά μηνύματα προς τη μεσαία τάξη, τους νέους, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, τους οικογενειάρχες και τους ανέργους.

 

Η εποχή της συνέπειας

Πηγές κοντά στο Πρωθυπουργικό Γραφείο περιγράφουν ως στόχο τη «μετάβαση από την εποχή των ψεύτικων υποσχέσεων» (της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) στην εποχή της συνέπειας λόγου και πράξεων και αναφέρονται – προφανώς όχι τυχαία – σε τρεις δεσμεύσεις «που δεν έμειναν στα λόγια»: μείωση του ΕΝΦΙΑ, παρεμβάσεις στις 120 δόσεις για οφειλές προς το Δημόσιο και τα Ταμεία και μηχανισμός προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Πρόκειται άλλωστε για πρωτοβουλίες που ενισχύουν την εικόνα της κυβέρνησης, ακόμα και στα μάτια της πλειονότητας των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό καταδεικνύουν τα πρώτα μετεκλογικά γκάλοπ, τα οποία κυκλοφορούν με ανεβασμένους τους δείκτες αισιοδοξίας για το μέλλον και της ικανοποίησης των πολιτών για τη μέχρι στιγμής πορεία της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά και αποτυπώνουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν πείθει με την αντιπολιτευτική στάση ούτε καν τη βάση του κόμματός του.

Είναι ενδεικτικά μερικά στοιχεία της πρώτης δημοσκόπησης της Opinion Poll: πάνω από επτά στους δέκα ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ βλέπουν θετικά τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης της ΝΔ για τον ΕΝΦΙΑ και για τα Εξάρχεια (διάλυση των καταλήψεων). Σε άλλο γκάλοπ της Metron Analysis, σχεδόν ένας στους δύο ψηφοφόρους του Αλέξη Τσίπρα πιστεύει ότι η χώρα κινείται τώρα προς τη σωστή κατεύθυνση ενώ θετική εντύπωση έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη ΔΕΘ στο 35% του κοινού του ΣΥΡΙΖΑ (το 23% απαντά αρνητικά και το 41% ουδέτερα).

«Δεν έγινε η ζωή των Ελλήνων καλύτερη μέσα σε δύο μήνες, δεν έχω αυταπάτες» έλεγε πάντως από τη ΔΕΘ ο Πρωθυπουργός (περίπου σαν να σχολίαζε τα στοιχεία των γκάλοπ), προσθέτοντας ότι «μπαίνουν λιθαράκι λιθαράκι τα θεμέλια για την αναγέννηση της χώρας και αν ανεβάσαμε τον πήχη των προσδοκιών ψηλά, πρώτος εγώ αποδέχομαι αυτή την πρόκληση».

Ηδη από το πρώτο σπριντ της νέας κυβέρνησης φάνηκε η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη να αναδείξει, τόσο επικοινωνιακά όσο και με νομοθετικές πρωτοβουλίες, τις διαφορές του από την πολιτική του Αλέξη Τσίπρα: έβαλε σε προτεραιότητα και υλοποίησε τις πρώτες φοροελαφρύνσεις, πέραν της δρομολόγησης των προεκλογικών δεσμεύσεών του για προσέλκυση επενδύσεων, δημιουργία θέσεων εργασίας και για ζητήματα ασφάλειας (με τη ρύθμιση για το πανεπιστημιακό άσυλο κ.λπ.).

 

Το στοίχημα

Σε άρθρο του το Bloomberg έχει γράψει για το στοίχημα του νέου έλληνα Πρωθυπουργού πως «θα πρέπει να πείσει τους εξουθενωμένους από την κρίση Ελληνες ότι μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα σε καλύτερες εποχές ενώ παράλληλα θα έχει να διαχειριστεί και τους περιορισμούς των δανειστών όπως ο προκάτοχός του». Για το πρώτο πάντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν φαίνεται να αλλάζει την προεκλογική τακτική του μετριοπαθούς λόγου. Την υπηρέτησε και στην πρώτη πρωθυπουργική του ΔΕΘ, αποφασίζοντας να μη «δώσει» τίποτα περισσότερο από όσα προβλέπει ο σχεδιασμός του για την ανόρθωση της μεσαίας τάξης.

Ο ίδιος άλλωστε όπως έχει πει σε συνεντεύξεις του σε διεθνή Μέσα θεωρεί ότι το κόμμα του «κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών χωρίς να μιμείται τους λαϊκιστές και χωρίς υπερβολικές υποσχέσεις».

Στην κατεύθυνση αυτή, επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμική του στις ηλικιακές ομάδες (έχοντας με το μέρος του τους νέους – «κάστρο» του ΣΥΡΙΖΑ) και στους εργαζομένους, ακολουθώντας προς το παρόν δοκιμασμένες «τεχνικές».

Μέχρι σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει επιμονή στον λόγο χωρίς εξάρσεις, σφοδρή κομματική κριτική ή διαχωριστικές γραμμές, ρίχνει το βάρος της πολιτικής του στην οικονομία και την ανάπτυξη, δίνει σημασία στους συμβολισμούς και στα θέματα καθημερινότητας στα οποία καταγράφονταν καθυστερήσεις ή αδικίες (διανομή φαρμάκων κατ’ οίκον για βαριά ασθενείς κ.λπ.) και θέτει ψηλά στην ατζέντα του τη θωράκιση των θεσμών.