Καμπανάκι κινδύνου για τα δημοσιονομικά χτυπά το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και ο επικεφαλής του Φραγκίσκος Κουτεντάκης, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «ο στόχος για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ παραμένει εφικτός αλλά με αυξημένο ρίσκο».

Το ρίσκο και οι κίνδυνοι προκύπτουν κυρίως από τις επεκτατικές κινήσεις δημοσιονομικής πολιτικής τόσο της προηγούμενης όσο και της νέας κυβέρνησης, με τα πρώτα δείγματα από την αξιολόγηση των επιδόσεων του α’ εξαμήνου να αναδεικνύουν κίνδυνο αποκλίσεων, χωρίς πάντως το ΓΠΚΒ να εκτιμά ότι δεν θα εκπληρωθούν οι στόχοι.

Παράλληλα, το Γραφείο τάσσεται υπέρ της αναγκαιότητας μείωσης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ περισσότερο δε εξαιτίας του γεγονότος ότι η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής δεν μεταδίδεται με την ίδια ισχύ στην Ελλάδα σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη- μέλη της ευρωζώνης, καθώς η χώρα συνεχίζει να στερείται της επενδυτικής βαθμίδας.

Υπό αυτό το πρίσμα, επισημαίνεται, η διαφαινόμενη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας θεωρείται πως αποτελεί ένα ακόμα επιχείρημα για την ανάγκη χαλάρωσης των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου για το β’ τρίμηνο του έτους που δημοσιοποιήθηκε σήμερα, η ελληνική οικονομία «διατηρεί τη θετική δυναμική της στο δεύτερο τρίμηνο του 2019. Η μεταποίηση, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και η απασχόληση, συνεχίζουν να αυξάνονται και η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει οριακή επιδείνωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος και ο πληθωρισμός παρουσίασε σημαντική μείωση τον Ιούνιο. Σε γενικές γραμμές η ελληνική οικονομία παραμένει σε φάση ανάκαμψης και αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στους βραχυχρόνιους δείκτες όσο και σε πρόδρομους οικονομικούς δείκτες όπως ο δείκτης PMI για τη μεταποίηση και ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης».

Εστιάζει δε στην έστω οριακή μείωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων και «ειδικότερα στη μεγάλη μείωση της δημιουργίας νέων».

Όπως αναφέρει «θεωρούμε ιδιαίτερα ενθαρρυντική εξέλιξη την (οριακή) μείωση των ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων και ειδικότερα τη μεγάλη μείωση της δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων φορολογικών υποχρεώσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019. Η συνεχιζόμενη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και η επακόλουθη βελτίωση των εισοδημάτων, επιτρέπει στους φορολογούμενους να ανταποκριθούν καλύτερα στις φορολογικές τους υποχρεώσεις».

Ειδική μνεία γίνεται ακόμη στις «δυο πρόσφατες εξελίξεις που συνδέονται με τη βελτίωση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Πρώτον, την επιτυχημένη έκδοση 7ετούς τίτλου του ελληνικού δημοσίου που προσέλκυσε σημαντική ζήτηση από ξένους θεσμικούς επενδυτές και κατέγραψε μειωμένη απόδοση επιβεβαιώνοντας την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών. Δεύτερον, την πρόσφατη αναβάθμιση της Ελλάδας από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force – FATF) όσον αφορά το ρυθμιστικό και επιχειρησιακό πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες (ξέπλυμα χρήματος) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας».

Βασική εστία ανησυχίας τα δημοσιονομικά μεγέθη

Παρά τη γενική θετική εικόνα, επισημαίνεται ωστόσο στην έκθεση, το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας που πηγάζει από την όξυνση της εμπορικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και τις συνεπακόλουθες αναταράξεις στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχουν ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας καθώς και από το ενδεχόμενο μιας άτακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όσον αφορά το εσωτερικό περιβάλλον, η βασική εστία ανησυχίας αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη.

«Όπως έχουμε καταγράψει στα μηνιαία δημοσιονομικά στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού ήδη από τον Απρίλιο, παρουσιάζεται σημαντική επιδείνωση σε σχέση με
το προηγούμενο έτος. Η υστέρηση αυτή δεν είναι εμφανής σε ταμειακούς όρους αλλά προκύπτει εφόσον επιβληθούν οι λογιστικές προσαρμογές του ESA και του προγράμματος ενισχυμένης εποπτείας.»

Υστέρηση 2,1 δισ. ευρώ το α’ εξάμηνο – Ρίσκο από τα επεκτατικά μέτρα

Τα πρώτα δείγματα στο δημοσιονομικό μέτωπο, μετά την αξιολόγηση των επιδόσεων του α’ εξαμήνου, αναδεικνύουν κίνδυνο αποκλίσεων, χωρίς ωστόσο να διατυπώνονται εκτιμήσεις για απώλεια του στόχου.

«Συγκεκριμένα, και με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμούμε ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα του πρώτου εξαμήνου έχει επιδεινωθεί κατά 2,1 δις σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους» αναφέρεται.

Όπως εξηγείται, ένα μέρος της υστέρησης οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες, όπως τα μειωμένα έσοδα και οι αυξημένες δαπάνες από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και το μειωμένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος.

«Σημαντικό μέρος, ωστόσο, οφείλεται στα επεκτατικά μέτρα που νομοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση και αναμένεται να διευρυνθεί από την επιπρόσθετη μείωση του ΕΝΦΙΑ (205 εκατ. ευρώ) που νομοθέτησε η σημερινή κυβέρνηση.»

Εφικτό το 3,5%, αλλά οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί

Καθησυχαστικοί είναι πάντως οι αναλυτές του ΓΠΚΒ ως προς την εκπλήρωση του συμφωνημένου με τους δανειστές στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.

«Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερα υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 και τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμούμε ότι ο στόχος του 3,5% για το 2019 παραμένει εφικτός, ωστόσο, έχουν αυξηθεί οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι».

Εμπόδια για την ανάπτυξη

Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στην ευρωζώνη δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και την ελληνική οικονομία, η οποία μάλιστα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης συνεχίζει να είναι περισσότερο ευάλωτη για δύο πολύ ουσιαστικούς λόγους.

Όπως εξηγεί, αφενός η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής την οποία αναμένεται να επιταχύνει η ΕΚΤ, προκειμένου να περιορίσει τις υφεσιακές τάσεις, δεν «φτάνει» στην Ελλάδα, καθώς τα ελληνικά ομόλογα στερούνται της επενδυτικής βαθμίδας, και αφετέρου η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να κινηθεί στη «στενωπό» που επιβάλλουν οι περιορισμοί για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022.

Υπέρ της μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα

Το ΓΠΚΒ τάσσεται υπέρ της μείωσης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να προκύψει επιπλέον δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργήσει περιθώρια μείωσης των φόρων, καθώς και αύξησης των επενδύσεων και των δαπανών κοινωνικής προστασίας.

Επιπροσθέτως δε, πρέπει να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες ώστε τα ελληνικά ομόλογα να αναβαθμιστούν και να καταστούν επιλέξιμα σε έναν νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Χαρακτηριστικά στην έκθεση σημειώνεται ότι «Η Ελλάδα εξήλθε από μια μακροχρόνια ύφεση και η ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2017 μπορεί να απειληθεί από την επιβράδυνση που υπάρχει στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ γίνεται περισσότερο επεκτατική, ωστόσο, η χώρα μας δεν επωφελείται επαρκώς από τις ευνοϊκές επιδράσεις της νομισματικής χαλάρωσης.»

» Στο προσεχές διάστημα, θα πρέπει να προωθηθούν οι απαραίτητες ενέργειες που θα διασφαλίσουν την αναβάθμιση των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα ώστε να γίνουν επιλέξιμα για συμμετοχή σε ένα νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού για το σύνολο της οικονομίας και θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις στη βιωσιμότητα του χρέους και στους ρυθμούς ανάπτυξης.»

» Πέρα όμως από τη νομισματική χαλάρωση θα πρέπει και η δημοσιονομική πολιτική να συνηγορήσει προς την ίδια κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση των δημοσιονομικών στόχων αποτελεί εύλογο αίτημα από την πλευρά της χώρας μας και δηλωμένη πρόθεση σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων.»

» Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα μπορούσε να επιτρέψει τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, υποστηρίζοντας τελικά τους ρυθμούς μεγέθυνσης.»

» Όπως έχουμε επισημάνει σε προηγούμενη Έκθεση, η δημοσιονομική πολιτική έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα και κάθε κυβέρνηση τη διαχειρίζεται ανάλογα με τις πολιτικές της προτεραιότητες, για αυτό και η κατανομή του δημοσιονομικού χώρου αποτελεί ζήτημα πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης.»

» Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό στη δημοκρατία, προϋποθέτει όμως σεβασμό στα δημοσιονομικά περιθώρια προκειμένου να μην τεθεί σε αμφισβήτηση η αξιοπιστία της χώρας».

Γράψτε το σχόλιο σας