Το θέμα με τη σύνταξη του νεκρού πατέρας της που ελάμβανε η Τόνια Μοροπούλου και η παραίτησή της έφεραν και πάλι στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι επιλογές υποψήφιων βουλευτών στα κόμματα όπου πολλές φορές δεν υπάρχει κανένας απολύτως έλεγχος για εκκρεμείς υποθέσεις του παρελθόντος.

Την ίδια στιγμή, μία ακόμη «γκάφα» από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στο προσκήνιο με αφορμή την υποψηφιότητα της Κωνσταντίνας Κούνεβα στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως έγινε γνωστό, η κ. Κούνεβα απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια και έγινε δημότης του Δήμου Αθηναίων στις 31/5/2019. Ως εκ τούτου, δεν είχε ακόμη εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους με τους οποίους θα διεξαχθούν οι εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 και δεν έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Τόσο το θέμα της Τόνιας Μοροπούλου όσο και αυτό της Κωνσταντίνας Κούνεβα – αν και εντελώς ανόμοια μεταξύ τους – δείχνουν την προχειρότητα των επιτελείων στον τρόπο κατάρτισης των ψηφοδελτίων.

 

Η πρώην αντίπρυτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, μόλις έγινε γνωστή η υπόθεση με με τη σύνταξη άγαμης θυγατέρας που ελάμβανε για 7 ολόκληρα χρόνια μετά την κατάργησή της, οδηγήθηκε σε παραίτηση. Αρχικά προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ελάμβανε τη σύνταξη, σημειώνοντας ότι δεν έκανε καμία παράνομη ενέργεια ενώ μίλησε για «λάσπη» που εκτοξεύουν εναντίον της.

Σήμερα, επανήλθε η κ. Μοροπούλου (Πρώτο Θέμα), επέμεινε στον χαρακτηρισμό περί «πολέμου λάσπης» σε βάρος της υποστηρίζοντας ότι «η λάσπη βρίσκεται στο ότι ενώ έδωσα όλα τα γεγονότα σχετικά με τη σύνταξη του πατέρα μου για την οποία βρίσκομαι σε διαδικασία διευθέτησης με το δημόσιο υπήρξε μια παραφθορά ότι κάπου εξαπάτησα ή κοροΐδεψα».  Υποστήριξε και πάλι ότι έπαιρνε νόμιμα τη σύνταξη του πατέρα της, είπε ότι σε κάποιο σημείο άλλαξε ο νόμος προσθέτοντας πως «τα κριτήρια είχαν να κάνουν με το εισόδημα, εγώ κατέθετα τις φορολογικές δηλώσεις, το ταμείο που προφανώς δεν έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει τη σωστή στιγμή και όταν το θέμα έπρεπε να διευθετηθεί προσέφυγα στη δικαιοσύνη για να δω τι ποσό οφείλω».

Σύμφωνα με την ίδια «το δικόγραφο ήταν στα χέρια της ΝΔ, γνώριζαν τη δικάσιμο, τα στοιχεία ήταν υπόψη τους γιατί η διαδρομή μου δεν επιτρέπει τίποτα πλην των πραγματικών δεδομένων».

Υποστήριξε ακόμα ότι «δεν μου ζητήθηκε να παραιτηθώ, εγώ το έκανα για λόγους ευθιξίας».

Η υπόθεση της Μυρσίνης Λοϊζου

Στις 22 Μαρτίου, σχεδόν ένα μήνα πριν τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών η Μυρσίνη Λοϊζου η οποία είχε ανακοινωθεί ως υποψήφια για τις ευρωεκλογές εξαναγκάζεται σε παραίτηση μετά την αποκάλυψη ότι λάμβανε για 5,5 χρόνια τη σύνταξη της νεκρής μητέρας της.

Η κ. Λοϊζου αφού είχε επιτεθεί σε ΜΜΕ κατηγορώνοντάς τα για δημιουργία εντυπώσεων είχε επιχειρήσει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Στην επιστολή παραίτησής της, αναγνώριζε ότι  λανθασμένα καταβαλλόταν για κάποιο διάστημα η σύνταξη αυτή, ωστόσο, το λάθος αυτό – όπως  σημείωνε τότε –  δεν ήταν δικό της «αφού μετά το θάνατο της μητέρας μου, αμέσως τον δήλωσα στις αρμόδιες υπηρεσίες».

Είχε αποδώσει μάλιστα την συνέχιση καταβολής της σύνταξης σε γραφειοκρατικές διαδικασίες που… ταλαιπωρούσαν και άλλους πολίτες.

Πέρα από τις αστείες δικαιολογίες που είχε προβάλει, πέρα από τη στήριξη από ορισμένα κυβερνητικά στελέχη – όπως ο Δημήτρης Τζανακόπουλος – μόλις «έσκασε» η υπόθεση, αυτό που έκανε εντύπωση είναι πως ουδείς από όσους ασχολήθηκαν με τις υποψηφιότητες στο ευρωψηφοδέλτιο δεν σκέφτηκαν να ελέγχουν το «ιστορικό» των υποψηφίων, εκθέτοντας έτσι με τις επιλογές τους το ίδιο το κόμμα.