Η κυβέρνηση κινήθηκε γύρω από το πακέτο παροχών που ενεργοποίησε με βάση την εκτίμηση ότι υπάρχει το δημοσιονομικό περιθώριο, με βάση τα υπερπλεονάσματα αλλά και την προοπτική εξόδου στις αγορές, αλλά και το πολιτικό περιθώριο, με βάση την έξοδο από τα μνημόνια και την μερική ανάκτηση του ελέγχου των πολιτικών αποφάσεων για την οικονομία.

Όμως, φαίνεται πως δεν είναι αυτή η γνώμη και των ίδιων των δανειστών και των ευρωπαϊκών θεσμών, εάν κρίνουμε από το μπαράζ αντιδράσεων και προειδοποιήσεων που υπήρξαν για τις επιλογές της κυβέρνησης.

 

Ένα Eurogroup προειδοποιήσεων

Η συνεδρίαση του Eurogroup την περασμένη εβδομάδα, από την οποία επέλεξε να απουσιάσει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ήταν από αυτή την άποψη χαρακτηριστική, καθώς η ελληνική πλευρά κυρίως άκουσε προειδοποιήσεις και εκτιμήσεις ότι το πακέτο αυτό μέτρων υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια των «μονίμων» υπερπλεονασμάτων και θέτει εν αμφιβόλω και για φέτος και για το 2020 την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3.5% του ΑΕΠ.

Ακόμη πιο έντονες και οι προειδοποιήσεις του Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ESM που είναι ένας από τους θεσμούς που συμμετέχουν στην ενισχυμένη επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος υπογράμμισε ανάμεσα στα άλλα το ενδεχόμενο ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες να μη εγκρίνουν το ελληνικό σχέδιο για πρόωρη αποπληρωμή των ακριβών δανείων του ΔΝΤ, κάτι στο οποίο η ελληνική κυβέρνηση είχε επενδύσει, καθώς θα σήμαινε εξοικονόμηση χρημάτων από τόκους.

Αντίστοιχες  προειδοποιήσεις έκανε και ο οίκος Finch επισημαίνοντας τον κίνδυνο τα μέτρα αυτά να σημαίνουν ότι δεν θα μπορούν να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η οριακή ισορροπία της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση επιμένει ότι έχει το περιθώριο για την υλοποίηση αυτών των μέτρων, καθώς υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος, υπάρχει το χρηματοδοτικό μαξιλάρι και ταυτόχρονα μπορούν να υπάρξουν οικονομικές δυναμικές που θα επιτρέψουν να διατηρηθούν πλεονάσματα. Όμως, η πραγματική κατάσταση είναι πιο σύνθετη.

Όντως μέχρι τώρα η κυβέρνηση μπορούσε να έχει το δημοσιονομικό περιθώριο, αλλά με το τίμημα αιματηρών περικοπών στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που μεσοπρόθεσμα απειλούν την ίδια την αναπτυξιακή δυναμική.

Αντίστοιχα, η κυβέρνηση πιθανώς να μην κινδυνέψει να έχει να αντιμετωπίσει μεγάλες πληρωμές αναδρομικών μετά την απόφαση του ΣτΕ που έκρινε συνταγματική την περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ και η επόμενη τομή που έχει εξαγγείλει, δηλαδή η μη κατάργηση του αφορολόγητου δεν συνεπάγεται αυτόματα επιβάρυνση (απλώς δεν θα φέρει επιπλέον έσοδα). Όμως το ερώτημα για την επίτευξη των στόχων των εσόδων θα παραμένει γιατί χωρίς διεύρυνση της φορολογικής βάσης και κυρίως των διαθέσιμων εισοδημάτων δεν θα μπορούν να αυξάνονται και τα έσοδα.

Επιπλέον, η κυβέρνηση μπορεί να ελπίζει στο ότι η ρύθμιση των 120 δόσεων θα οδηγήσει σε μια σταδιακή ροή εσόδων από οφειλέτες που στην αναμονή της ρύθμισης δεν κατέβαλαν τίποτα, όμως η εμπειρία έχει δείξει ότι συχνά τέτοιες ρυθμίσεις οδηγούν σε μια αρχική θετική συνεισφορά, αλλά μετά επιστρέφουμε στην ίδια προβληματική κατάσταση.

Το ίδιο ισχύει και τα αυξημένα έσοδα που μπορούν να υπάρχουν από την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, που όμως συνδυάζονται με την επανεμφάνιση μιας τάσης για συναλλαγές χωρίς αποδείξεις, ιδίως στις υπηρεσίες.

 

Θα υπάρξουν αναπτυξιακοί ρυθμοί;

Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης παραμένει ότι η χώρα μπαίνει σε μια τροχιά ανάπτυξης και αυτό εκ των πραγμάτων γεννά και έσοδα και διευκολύνει και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Μόνο που όλα δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα διακυβευτεί την επόμενη διετία.

Ο τουρισμός, που υπήρξε μια ιδιότυπη ατμομηχανή το προηγούμενο διάστημα εκτιμάται ότι έφτασε στο ανώτατο όριο πέρσι και δεν υπάρχει εκτίμηση για νέο ρεκόρ φέτος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη συνεισφορά στην απασχόληση και στα φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα.

Την ίδια ώρα το πρόβλημα με την απουσία μεγάλων επενδύσεων με τη μορφή νέων παραγωγικών μονάδων (και όχι απλώς ιδιωτικοποιήσεων) παραμένει και σχετίζεται και από την απουσία συγκεκριμένων αναπτυξιακών σχεδίων από τη μεριά της κυβέρνησης.

Η όποια τόνωση της κατανάλωσης από το επιπλέον εισόδημα που διατίθεται μέσα από μέτρα όπως η 13η σύνταξη, δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει αναπτυξιακή δυναμική.

Και σε όλα αυτά προστίθεται και το ερώτημα για τη συνολική ευρωπαϊκή οικονομική συγκυρία. Εάν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσει να έχει επιβραδυνόμενους ρυθμούς ανάπτυξης, έπεται ότι και η ελληνική οικονομία που στηρίχτηκε και σε μια θετική εξαγωγική δυναμική προς τις χώρες της ΕΕ θα δεχτεί μια σχετική πίεση.

 

Προεκλογικές παροχές και οικονομικά ρίσκα

Η πολιτική σκοπιμότητα πίσω από τις κινήσεις της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα είναι προφανής και πιθανώς αυτή να ήταν η αντίδραση οποιασδήποτε κυβέρνησης που θα ήθελε να βελτιώσει το αποτέλεσμά της σε μια δύσκολη εκλογική μάχη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εάν βγάλουμε από την εξίσωση το γεγονός ότι η Ελλάδα κλήθηκε να συμφωνήσει σε υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα (σημείο στο οποίο συμφωνούν και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ), οι παροχές που εξαγγέλθηκαν δεν αποτελούν καθαυτές κάποιου είδους «δημοσιονομικό εκτροχιασμό».

Όμως, στη δομική «μη κανονικότητα» της επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας όλα αυτά δεν μετρούν με τον ίδιο τρόπο όπως σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στην ανάγκη να δοθούν κάποιες κοινωνικές παροχές, την τήρηση των στόχων για το πλεόνασμα και τις τάσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας διαμορφώνει μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση. Με μια έννοια, μπορεί να υποστηριχτεί ότι δεν είναι πάντα εφικτό να επιτευχθούν και οι τρεις στόχοι.

Την ίδια ώρα δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι παρότι οι «θεσμοί» δεν έχουν την ίδια άμεση δυνατότητα παρέμβασης, διατηρούν όμως ισχυρούς μοχλούς πίεσης, ιδίως από τη στιγμή όπου τυχόν διάχυτη αίσθηση ότι διαφωνούν με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης έχει άμεσες επιπτώσεις στο κόστος δανεισμού της χώρας.

Πάνω από όλα υπαρκτός κίνδυνος δεν είναι τόσο ο «δημοσιονομικός εκτροχιασμός» όσο η επιμονή στο συνδυασμό ανάμεσα σε παροχές που δεν θα αναπληρώνουν τις πραγματικές απώλειες και την περικοπή εργαλείων που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν αναπτυξιακή δυναμική. Ουσιαστικά, ο κίνδυνος είναι κατά μια παράξενη ιστορική ειρωνεία, να παραμείνει η ελληνική οικονομία σε μία κατάσταση όπου ο μόνος τρόπος για να μπορεί να δίνεται η εικόνα ενός «κοινωνικού προσώπου» να είναι η παράταση πολιτικών λιτότητας συνολικά για την οικονομία.