Ήταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι της Πρωτομαγιάς του 1976. Ο Αλέκος Παναγούλης βρισκόταν στο τιμόνι του Fiat Mirafiori που του είχε κάνει δώρο η σύντροφός του, η διάσημη Ιταλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι, με προορισμό ένα φιλικό σπίτι στη Γλυφάδα, όπου ήταν καλεσμένος ένεκα της ημέρας.

Στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του Αγίου Δημητρίου, το αυτοκίνητο ξαφνικά εκτρέπεται από την πορεία του, βγαίνει από τον δρόμο και συντρίβεται πέφτοντας σε ένα υπόγειο κατάστημα. Ο θάνατος του Παναγούλη ήταν ακαριαίος.

Υπήρξε ο άνθρωπος που προχώρησε στην κορυφαία αντιδικτατορική ενέργεια, στις 13 Αυγούστου 1968, όταν επιχείρησε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, στη λεωφόρο Αθηνών-Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι, όπου βρισκόταν η πολυτελής βίλα στην οποία διέμενε ο δικτάτορας.

Η απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου

Η απόπειρα έγινε με υπονόμευση του δρόμου με εκρηκτικά και την πυροδότηση έκανε ο ίδιος ο Παναγούλης. Η αποτυχία του εγχειρήματος οφειλόταν σε έλλειψη συντονισμού. Ο Παναγούλης συνελήφθη κρυβόμενος στα βράχια της παραλίας και οδηγήθηκε στο κρατητήριο της ΕΣΑ, όπου βασανίστηκε με απάνθρωπη σκληρότητα για να καταδώσει τους συνεργάτες του. Άντεξε με απαράμιλλη γενναιότητα τα βασανιστήρια, χωρίς, γεγονός που τον ανέδειξε σε σύμβολο του αγώνα κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Η υπόθεσή του αφύπνισε την ελληνική κοινωνία και έστρεψε το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης στην κατάσταση στην Ελλάδα.

«Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο», έγραφε η Ιταλίδα δημοσιογράφος, Οριάνα Φαλάτσι, περιγράφοντας τις σκέψεις του συντρόφου της μετά την αποτυχημένη έκρηξη στο αμάξι του δικτάτορα Παπαδόπουλου στην Βάρκιζα.

Όταν χαστούκισε τον γιο του δικτάτορα

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 στη Γλυφάδα και ήταν το δεύτερο παιδί του αξιωματικού του στρατού Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη.

Ως φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων – Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου αναδείχθηκε ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και το 1963 έλαβε μέρος στο Α’ Παμφοιτητικό Συνέδριο ως εκπρόσωπος της σχολής του.

Ήταν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΟΝΕΚ (της νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου) και ιδρυτικό στέλεχος της μετεξέλιξής της σε ΕΔΗΝ. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 διετέλεσε γενικός γραμματέας της ΕΔΗΝ, νεολαίας πλέον της ΕΚΝΔ.

Η σύγκρουση του Παναγούλη με τον κόσμο που εκπροσωπούσε ο Παπαδόπουλος, είχε ξεκινήσει από τα φοιτητικά του χρόνια, όταν ως μέλος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου είχε χτυπήσει τον γιό του μετέπειτα δικτάτορα κατά τη διάρκεια επεισοδίων στο Πολυτεχνείο.

Αν και γιος στρατιωτικού, ο Αλέκος Παναγούλης λιποτάκτησε αρνούμενος να υπηρετήσει το στράτευμα στο όνομα της χούντας, και διέφυγε στην Κύπρο όπου ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Σε συνεργασία με τον Κύπριο πολιτικό, Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Τα βασανιστήρια

Στις 17 Νοεμβρίου 1968 καταδικάσθηκε δις εις θάνατον από το Στρατοδικείο Αθηνών και σε ποινές φυλάκισης 11 συγκατηγορούμενοί του, μέλη της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση», ανάμεσα στα οποίους οι μετέπειτα υπουργοί του ΠΑΣΟΚ Λευτέρης Βερυβάκης και Στάθης Γιώτας. Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε, χάρη στην κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης (διαμαρτυρίες κομμάτων και οργανώσεων, λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε όλο τον κόσμο, διαβήματα κυβερνήσεων, εκκλήσεις προσωπικοτήτων όπως του Πάπα Παύλου του 6ου και του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ).

Παρέμεινε, ωστόσο, για πέντε χρόνια έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Στις 5 Ιουνίου 1969 δραπέτευσε μαζί με τον δεσμοφύλακά του Γιώργο Μωράκη, αλλά συνελήφθη μετά τρεις ημέρες, προδομένος από έναν εξάδελφό του, ο οποίος εισέπραξε την αμοιβή της επικήρυξής του. Κλείστηκε στην απομόνωση στις φυλακές Μπογιατίου, απ’ όπου επιχείρησε ακόμη δύο φορές να δραπετεύσει, δείχνοντας έτσι τις ακατάλυτες δυνάμεις που έκρυβε μέσα του.

Η περήφανη και ασυμβίβαστη στάση του έναντι στους στρατοδίκες της χούντας και τους βασανιστές του τον ανέδειξαν σε ηρωική μορφή τού αντιδικτατορικού αγώνα. Ο ηρωισμός του και η ανδρεία του αναγνωρίστηκαν και από τους ίδιους τους βασανιστές του. Στο κελί-τάφο στο Μπογιάτι, ο Παναγούλης δημιουργεί μια σπουδαία ποιητική συλλογή την οποία ο θρύλος θέλει να έγραψε με το ίδιο του το αίμα στους τοίχους του κελιού.

Όπως είπε στην κατάθεσή του ο αρχιβασανιστής του ΕΑΤ-ΕΣΑ, Μπάμπαλης, στη δίκη της Χούντας ο Παναγούλης ήταν ο μόνος που δεν «έσπασε» ούτε λεπτό από τα φρικτά βασανιστήρια.

Τον Αύγουστο του 1973 αποφυλακίστηκε μετά τη γενική αμνηστία που αναγκάστηκαν να δώσουν οι δικτάτορες και αυτοεξορίστηκε στην Ιταλία, στο σπίτι της συντρόφου του Οριάνα Φαλάτσι στην Φλωρεντία.

 

Μετά τη Μεταπολίτευση

Στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές της 17ης του Νοεμβρίου του 1974, ο Αλέκος Παναγούλης εξελέγη βουλευτής στη Β’ Αθηνών με το κόμμα τής Ενώσεως Κέντρου – Νέων Δυνάμεων, διάδοχο σχήμα της προδικτατορικής Ενώσεως Κέντρου.

Αρνήθηκε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, για τον οποίον είχε αρνητική γνώμη. Τον Απρίλιο του 1976 διαφώνησε με την πολιτική τού κόμματός του κι έγινε ανεξάρτητος.

Οι καταγγελίες για τον φάκελο του ΕΣΑ που είχε στην κατοχή του τον φέρνουν σε ρήξη με το πολιτικό σύστημα και μερικούς μήνες αργότερα ανεξαρτητοποιείται.

Ο Τύπος της εποχής έγραψε ότι κάποιοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, επειδή είχε στην κατοχή του απόρρητα έγγραφα της δικτατορίας που έδειχναν τις σχέσεις γνωστών πολιτικών προσώπων της μεταπολιτευτικής περιόδου με τη δικτατορία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε και τα δημοσιεύματα παρέμειναν στο επίπεδο της εικασίας.

Η κηδεία του έγινε στις 5 Μαΐου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας και την παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Το σεντόνι που σκέπαζε το φέρετρο ήταν κεντημένο από τα χέρια της ηρωίδας μάνας του και σε μία ταινία γραφόταν: «Ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικάσθηκε σε θάνατο γιατί έψαξε την ελευθερία. Το 1976 πέθανε γιατί έψαξε την αλήθεια και τη βρήκε».