Στην ψυχαναλυτική παράδοση πάντοτε τονίζεται η σημασία του φαντασιακού στοιχείου. Για να μπορέσουν οι άνθρωποι να χειριστούν τις δυσκολίες αλλά και το τραύμα της ανθρώπινης ύπαρξης (τη φθορά, την απώλεια, τη θνητότητα), χρειάζονται πάντοτε μια φαντασιακή διάσταση.

Χρειάζεται δηλαδή να φαντάζονται ότι είναι ή ότι μπορούν να γίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που όντως είναι ή κάνουν. Οι φαντασιακές αυτές επενδύσεις δεν αφορούν μόνο την ερωτική τους ζωή ή τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, αλλά και κάθε άλλη πλευρά της ζωής τους.

Καθαυτός ο μηχανισμός αυτός είναι μια αναγκαία παράμετρος της ανθρώπινης ψυχικής ζωής. Μας βοηθάει να προχωράμε μπροστά, να έχουμε επιθυμίες, επιδιώξεις και στόχους αλλά και να δραστηριοποιούμαστε πιο ενεργά.

Όμως, όπως και σε άλλες πλευρές της ζωής, όλα αυτά απαιτούν ένα μέτρο, απαιτούν οι άνθρωποι ούτε να βυθίζονται στις φαντασιώσεις τους, ούτε και να τις μπερδεύουν με την πραγματικότητα.

Απαιτούν, σε τελική ανάλυση, να μπορεί το άτομο να προχωρά μπροστά, γιατί διαφορετικά η απόσταση ανάμεσα στη φαντασιακή και την πραγματική εικόνα μπορεί να έχει ιδιαίτερα αρνητική και αποδιαρθρωτική για το άτομο, ιδίως όταν δεν μπορεί να αποδεχτεί αυτό που είναι.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με αυτό που είναι

Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε μια ιδιαίτερη τραυματική εμπειρία το 2015. Ως ένα κόμμα που διεκδικούσε να εκπροσωπεί ένα «όραμα» και δη μεγάλης «κοινωνικής ανατροπής», κατεξοχήν διαμόρφωνε μια πολύ συγκεκριμένη «φαντασιακή εικόνα» στα μέλη του. Αυτή περιλάμβανε το ριζοσπαστισμό, το σοσιαλιστικό όραμα, τη σύγκρουση με τα συμφέροντα, την εκπροσώπηση των κατώτερων τάξεων.

Το καλοκαίρι του 2015 όλα αυτά συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα. Αποδείχθηκε ότι ο όποιος ριζοσπαστισμός αφορούσε γενικές τοποθετήσεις (εκθέσεις ιδεών θα προσέθετε κάποιος) και όχι κάποιο πραγματικό πολιτικό σχέδιο.

Όπως ανάγλυφα περιέγραψε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε να είναι πιο αδύναμος από όσο υπολόγιζε και οι δανειστές λιγότερο πρόθυμοι να κάνουν υποχωρήσεις ανάλογες π.χ. με αυτές που οδήγησαν στη συμφωνία του 1953 για το γερμανικό χρέος.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα κόμμα που πίστευε (ή φαντασιωνόταν) ότι είναι σχεδόν αντικαπιταλιστικό, να εφαρμόζει μια πολιτική που μόνο ως νεοφιλελεύθερη μπορεί να  χαρακτηριστεί, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικοποιήσεων, των μέτρων λιτότητας, των αλλαγών στο ασφαλιστικό, αλλά και της καταφυγής στην αστυνομική βία (έως του σημείου των προληπτικών συλλήψεων).

Και τώρα το δίλημμα αυτό του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται ακόμη πιο έντονο από τη στιγμή που δεν μπορεί εύκολα να πάει στις εκλογές με την απλή υπεράσπιση του «κυβερνητικού έργου», ιδίως όταν έχει πει ότι η «πραγματική διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» άρχισε μετά το τέλος των μνημονίων, ούτε όμως μπορεί και να υποσχεθεί ριζοσπαστικά ή αριστερά μέτρα, καθώς έχει δεσμευθεί σε μια πολύ συγκεκριμένη «μνημονιακή» πολιτική σε βάθος χρόνου.

Δεν είναι τυχαίο ότι στον ΣΥΡΙΖΑ χαίρονται στην πραγματικότητα όποτε, για αντιπολιτευτικούς λόγους, η Νέα Δημοκρατία, τους κατηγορεί ότι ασκούν επικίνδυνη αριστερή πολιτική ή ότι εκπροσωπούν την αριστερή κουλτούρα της μεταπολίτευσης, ή όποτε στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταφεύγουν σε ένα πιο παραδοσιακό «αντικομμουνιστικό» λεξιλόγιο.

 

Και τα κόμματα πρέπει κάποτε να «διασχίσουν τη φαντασίωσή τους»

Όμως, αυτό ούτε αρκεί, ούτε λύνει το πρόβλημα. Και αυτό ωθεί τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να παλινωδούν σε στοιχεία της πολιτικής κουλτούρας που είχαν όταν ήταν ένα μικρό ριζοσπαστικό αντιπολιτευτικό κόμμα, που μπορεί να επαγγελλόταν μια παραλλαγή αριστερού ευρωπαϊσμού, όμως την ίδια ώρα ήθελε να εγκολπώνεται ακόμη και στοιχεία ακροαριστερής πολιτικής αισθητικής.

Αυτό για παράδειγμα μπορεί να εξηγήσει γιατί ο βουλευτής Γ. Κυρίτσης επέλεξε να μιλήσει για τις μολότοφ που «δεν σκοτώνουν». Αυτό δείχνει το πόσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να υπερασπιστούν τις άδειες που δίνονται στον Δημήτρη Κουφοντίνα. Αυτό αποτύπωσε η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Συμφωνία των Πρεσπών ως θετική εξέλιξη στο όνομα των διώξεων σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, κάνοντας και κριτική στο ΚΚΕ (την ώρα βέβαια που η κυβέρνηση επιμένει «δεν υπάρχει μειονότητα»).

Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά προσπάθειες να πουν «είμαστε ακόμη αριστεροί», την ώρα που κάθε άλλο παρά αριστερή πολιτική εφαρμόζουν, σε πεδία που δεν άπτονται του πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά τους επιτρέπουν ακριβώς μια φαντασιακή αριστερή ταυτότητα.

Μόνο που την ίδια ώρα νιώθουν ότι αυτή η φαντασίωση συγκρούεται από την πραγματικότητα. Η συγγνώμη του Γιώργου Κυρίτση δεν είναι η συγγνώμη για μια γνώμη που ειπώθηκε εκτός των ορίων της πολιτικής ορθότητας. Όπως συμβαίνει και στην κανονική ζωή, το υποκείμενο αισθάνεται διπλά ένοχο. Ένοχο για την επιθυμία (τη φαντασίωσή του) ένοχο και γιατί αδυνατεί να την υλοποιήσει.

Μόνο που όλα αυτά μπορεί να έχουν ενδιαφέρον όταν αφορούν τον ατομικό ψυχισμό, αλλά όταν αφορούν τη διακυβέρνηση της χώρας απλώς κραυγάζουν «έλλειψη σοβαρότητας». Γιατί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα που αδυνατεί να είναι «ριζοσπαστική αριστερά» στην πράξη (κατ’ επιλογή ή εξαιτίας της αδυναμίας να προετοιμαστεί μικρή σημασία έχει) και την ίδια ώρα αρνείται πεισματικά να πει ότι είναι ένα μεταρρυθμιστικό «συστημικό» κεντροαριστερό κόμμα που αποδέχεται τους «κανόνες του παιχνιδιού» της διακυβέρνησης μέσα σε ένα περιβάλλον όπως το ευρωπαϊκό.

Μόνο που η ψυχανάλυση μας διδάσκει πως όταν ένα υποκείμενο αρνείται να «διασχίσει τη φαντασίωση» και να συμφιλιωθεί με αυτό που είναι, τότε μόνο προβλήματα προκύπτουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα κόμματα που αρνούνται να παραδεχτούν αυτό που είναι και να πράξουν ανάλογα.